"Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη" Μίλαν Κούντερα

Γιώργος Αλεξάτος



gnalexatos@yahoo.gr

Επεράσαμ' όμορφα!

2020-04-11 18:03

Διήγημά μου, για την έκδοση "Τα διηγήματα του εγκλεισμού" (Άπαρσις 2020):

 

Δεν θυμόταν πώς ακριβώς είχε βρεθεί πίσω από εκείνα τα σκεπασμένα από βρυόφυτα ερείπια, με τη μυρωδιά του σάπιου φύλλου, και τα ψηλά κυπαρίσσια που ανάμεσά τους σχηματιζόταν εκείνος ο υπαίθριος διάδρομος. Τον κατηφόρισε μέχρι τη μάντρα που έφραζε κι από τα τέσσερα σημεία τους πέτρινους παλιούς σταυρούς.

Αυτό που θυμάται πολύ καθαρά είναι το κλάμα του μωρού που τον οδήγησε μέχρις εκείνη τη μάντρα. Όπως και τη νεαρή γυναίκα με το κατάλευκο αέρινο φόρεμα και τα κατάμαυρα σπαστά μαλλιά, που ανέμιζαν καθώς έτρεχε ξυπόλητη, περνώντας από τον ένα σταυρό στον άλλον, μέχρι που η φιγούρα της έσβησε μέσα στην πυκνή ομίχλη.

Πλησίασε τη μάντρα, έσκυψε και το πήρε στα χέρια του, έτσι όπως ήταν μέσα στη χειροποίητη πρόχειρη υφασμάτινη κούνια, την ακουμπισμένη πάνω στα υπολείμματα ενός μισοσαπισμένου φέρετρου. Και κρατώντας το αγκαλιά, με το κλάμα να ‘χει πλέον σταματήσει, το είδε ν’ ανοίγει το στόμα του σ’ ένα πλατύ χαμόγελο, αφήνοντας να φανούν τα αραιά και σαπισμένα του δόντια, και ν’ ακουστεί εκείνο το «σ’ ευχαριστώ!», με μια φωνή βαθιά, κουρασμένη. Φωνή άντρα σε προχωρημένα γεράματα.

Όταν κατάφερε να πετάξει από το πρόσωπό του το κάτασπρο μαντήλι της νεαρής γυναίκας που ‘χε δει πριν λίγο να χάνεται ανάμεσα στους σταυρούς στην ομίχλη, το μωρό δεν ήταν πια στα χέρια του, ενώ ακουγόταν έντονα ο ήχος από τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων και οι πειραγμένες εξατμίσεις των μηχανών, κάτω απ’ το μπαλκόνι του.

Οι γλάστρες με τα λουλούδια, που ‘χαν ανθίσει πολύ νωρίς ετούτη την άνοιξη, είχαν πιάσει την ίδια πρασινάδα από τα βρυόφυτα, που ‘χαν σκεπάσει τα ερείπια στον δρόμο με τα κυπαρίσσια. Και οι κεραίες των τηλεοράσεων στις ταράτσες των πολυκατοικιών, όσο έφτανε το βλέμμα του μέχρι το τέρμα του ορίζοντα πάνω από την παραλία, του θύμιζαν έντονα σταυρούς.

Αναζητούσε την εικόνα της γυναίκας με τα λευκά και το κλάμα του μωρού με τα σάπια δόντια και τη γεροντίστικη φωνή, όταν άκουσε εκείνον τον ξαφνικό απότομο θόρυβο. Ήταν προφανές ότι επρόκειτο για κάποιο βαρύ αλλά μαλακό αντικείμενο, που πέφτοντας από ψηλά προσγειώθηκε στο έδαφος.

Μπρούμυτα στο οδόστρωμα ήταν εκείνος ο πάντα σοβαρός και ευγενικός κύριος του παραπάνω πέμπτου ορόφου, που μόλις πριν μερικά λεπτά τον είχε ακούσει από το μπαλκόνι του να μιλάει στο κινητό, διαβεβαιώνοντας τον συνομιλητή του, με τόνο εξαιρετικά πειστικό, πως σε λίγο κατεβαίνει.

Έτσι όπως ήταν πεσμένος, το αίμα, με ένα παράξενο γκρενά χρώμα που θύμιζε τις στολές της Φιλαρμονικής της Κέρκυρας, κυλούσε προς το φρεάτιο, απ’ όπου έβγαιναν ατμοί και ακουγόταν ο ήχος νερού που κοχλάζει. Με το κατάλευκο φόρεμα της γυναίκας που είχε χαθεί στην ομίχλη να ‘χει σκεπάσει τον σοβαρό και ευγενικό κύριο του παραπάνω ορόφου και οι άκρες του να έχουν μουσκέψει ήδη στο αίμα, ενώ από το βάθος του δρόμου, ο ήχος από τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων και τις πειραγμένες εξατμίσεις των μηχανών, μπλεκόταν με Μπαχ:
«Erbarme dich, mein Gott».

Στον αέρα πλανιόταν ακόμη το κατανυκτικό «κλαύσατε και πάντα θρηνήσατε», αν και ο Επιτάφιος είχε στρίψει από ώρα στη γωνία και κάποιος, στις τελευταίες παρέες που τον ακολουθούσαν, σιγοσφύριζε την «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη. Ήταν φιγούρα μιας άλλης εποχής, με το σακάκι ανάρριχτο στους ώμους και τα μαλλιά και το μουστάκι περιποιημένα, σαν μόλις να ‘χε βγει από το κουρείο, στο δεξί μέρος του προσώπου που δεν ήταν καμένο.

Τον ακολουθούσε κατά βήμα εκείνο το κορίτσι που ‘χε κρεμάσει τα ρούχα του στο αρμυρίκι κι όταν βγήκε από τη θάλασσα, παλεύοντας με το κύμα που κόντεψε να το πετάξει στα βράχια, τα έβλεπε να σκορπάνε ένα γύρο μέχρι εκεί που ‘φτανε το μάτι.

Απόψε ακολουθούσε τον αγαπημένο της, έχοντας τυλίξει στους γοφούς το λευκό μαντήλι της κυρίας με τα άσπρα, ενώ τα γυμνά πόδια του είχαν βαφτεί από το αίμα του σοβαρού και ευγενικού κυρίου του παραπάνω ορόφου και ανάμεσα στα επίσης γυμνά στητά μικρά βυζάκια του έλαμπε ένα μικρό πετράδι, απ’ αυτά που χάθηκαν τη νύχτα της κλοπής της σορού εκείνης της κυρίας από τη Δεξαμενή, που βρέθηκε νεκρή πάνω στο νυφικό κρεβάτι της νεαρής Ιταλίδας ερωμένης του συζύγου της.

Από το μπαλκόνι φαίνεται ξεκάθαρα το περίγραμμα των κορμιών των απέναντι, που αλληλομάχονται οι τρεις τους λαχταρώντας την ηδονή, πίσω από τις ημιδιάφανες κουρτίνες της μπαλκονόπορτας. Με τα βογγητά του πάθους να καλύπτουν με δυσκολία το παιδικό τραγούδι που άρχισε να λέει το κορίτσι του Επιταφίου, αμέσως όταν ο φίλος της σταμάτησε την «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη.

 

Με φωνή βαθιά, κουρασμένη. Τη φωνή εκείνου του μωρού στη μάντρα των πέτρινων σταυρών:
«Επεράσαμ’ όμορφα, όμορφα, όμορφα!».