"Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη" Μίλαν Κούντερα

Γιώργος Αλεξάτος



gnalexatos@yahoo.gr

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΒΙΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

2017-03-23 07:38

Εφτά χρόνια μνημονιακής πολιτικής, που στα 2010-15 αμφισβητήθηκε με μαζικούς λαϊκούς αγώνες, με συνέπεια την κυβερνητική αστάθεια, και κατέληξαν στην ανάδειξη μιας κυβέρνησης με αντιμνημονιακό πρόγραμμα, με αποκορύφωμα το ιστορικό ΟΧΙ του 61,3% του ελληνικού λαού.

Η μνημονιακή στροφή της κυβέρνησης Τσίπρα, αμέσως μετά το δημοψήφισμα, διαμόρφωσε μια εντελώς νέα κατάσταση. Η μεγάλη πλειονότητα του λαού πείστηκε πως είτε ήθελαν να αντιπαλέψουν τα μνημόνια, αλλά αυτό αποδείχτηκε μη ρεαλιστικό και υποχώρησαν, είτε εξαρχής ήταν αποφασισμένοι να τα υπηρετήσουν. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ο εργαζόμενος λαϊκός κόσμος που υφίσταται τις συνέπειες της μνημονιακής πολιτικής έχει αποδεχτεί την πραγματικότητα που διαμορφώνεται αυτά τα εφτά χρόνια ως μονόδρομο. Όσο κι αν βλέπει να συρρικνώνεται το εισόδημά του, να διαλύεται κάθε έννοια κοινωνικού κράτους, να ακυρώνονται οι λαϊκές κατακτήσεις ενός αιώνα, να οδηγούνται στην εξαθλίωση σημαντικά τμήματά του.

Η απουσία λαϊκών αντιστάσεων τα τελευταία δύο χρόνια, εκτός από την απογοήτευση και τη διάψευση των ελπίδων που καλλιεργούνταν μέχρι το καλοκαίρι του 2015, είναι συνέπεια και μιας σειράς άλλων παραγόντων. Παρά τους αγώνες της προηγούμενης πενταετίας, στη μεγάλη πλειονότητα του λαού μας βαραίνει η ιδεολογία των προσωπικών-οικογενειακών λύσεων, που είχε διαμορφωθεί κατά τη σχετικά μακρά περίοδο της επίπλαστης ευημερίας, που συνδέθηκε με την αποπολιτικοποίηση και την απόσυρση από το πεδίο των συλλογικών διεκδικητικών αγώνων. Αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος της αποχής της νεολαίας και από τους αγώνες του 2010-15, καθώς γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια περίοδο κυριαρχίας αυτής της ιδεολογίας.

Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί επίσης και η ανεπάρκεια της Αριστεράς, των δυνάμεων που απέμειναν σ’ αυτήν μετά την προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο. Ανεξαρτήτως προθέσεων και καλοπροαίρετων προσπαθειών, η Αριστερά στην Ελλάδα δεν μένει ανεπηρέαστη από τη συνολικότερη κρίση της ευρωπαϊκής Αριστεράς, η οποία αδυνατεί, επίσης, να προτείνει πειστική διέξοδο απέναντι στην επέλαση της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας.

Μπορεί κανένας ελληνικός αριστερός πολιτικός σχηματισμός να μην έχει φτάσει στο σημείο να υιοθετεί τις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου (Ε.Ε., ΝΑΤΟ, αντιρωσισμός και αντιμουσουλμανισμός κ.λπ.), όπως η ευρωπαϊκή Αριστερά -που, εξάλλου, δείχνει να στηρίζει τον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ- αδυνατεί, όμως, να επεξεργαστεί πρόγραμμα πειστικό, τέτοιο που να μπορεί να κινητοποιήσει τον λαϊκό κόσμο, δίνοντάς του ελπίδα, όπως συνέβη με τον ΣΥΡΙΖΑ στα 2012-15.

Απογοητευμένος και διαψευσμένος ο λαϊκός κόσμος, έχοντας ξεκοπεί και από τη μεγάλη παράδοση των αγώνων που αναπτύχθηκαν σ’ αυτό τον τόπο κατά τον 20ό αιώνα και μέχρι και τη δεκαετία του 1980, δεν φαίνεται να πείθεται ούτε από τις προτάσεις του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και μικρότερων δυνάμεων που αναφέρονται στην άμεση αντικαπιταλιστική προοπτική, υποτιμώντας τα μεταβατικά ζητήματα, αλλά ούτε και από το μεταβατικό πρόγραμμα της ΛΑΕ, η οποία αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει προβλήματα συνοχής, με την απόσπαση δυνάμεων από τις γραμμές της και την οργανωτική της συρρίκνωση.

Είναι αυτή η πραγματικότητα που επιτρέπει στις κυρίαρχες δυνάμεις (το κεφάλαιο, την Ε.Ε. και το αστικό πολιτικό στρατόπεδο από τη Δεξιά έως την Κεντροαριστερά που εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ) να υλοποιούν τα σχέδιά τους. Με τον εργαζόμενο κόσμο να επιλέγει και πάλι τις προσωπικές-οικογενειακές στρατηγικές, που ενώ στα 1990-2010 ήταν στρατηγικές επιδίωξης ευημερίας και κοινωνικής ανόδου, τώρα είναι στρατηγικές επιβίωσης.

Όπως τότε προγραμμάτιζε την καθημερινότητα και το μέλλον του ελπίζοντας στην αέναη βελτίωση των συνθηκών της ζωής του, έτσι και τώρα προγραμματίζει με βάση την προσαρμογή στη φτώχεια.

Είναι αυτή ακριβώς η αποδοχή του επιβιωτισμού και η διαμόρφωση αντίστοιχης ιδεολογίας που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την παρέμβαση της Αριστεράς. Πόσο μάλλον, όταν κι η ίδια είτε εγκαταλείπει τη θεωρητική και ιστορική παράδοση των μεταβατικών στόχων και προγραμμάτων, είτε δεν πείθει πως το μεταβατικό της πρόγραμμα δεν είναι ακριβώς μια αντιγραφή αυτού που έφερε στην εξουσία τον ΣΥΡΙΖΑ, με τις γνωστές συνέπειες. Στη δεύτερη περίπτωση (που αφορά στη ΛΑΕ) ακόμη κι αν βλέπει πως δεν υπάρχει αυτή η ευρωλαγνεία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν πείθεται πως και πάλι δεν θα προδοθεί.

Και λοιπόν, τι κάνουμε; Όπως είμαστε τώρα δεν έχουμε και πολλές ελπίδες. Όμως, όπως ξέρουμε από την ιστορία, αυτό που σήμερα είναι κυρίαρχο και απογοητεύει δεν σημαίνει πως θα είναι το ίδιο και αύριο.

Μπορεί μια οποιαδήποτε αφορμή, που ούτε που περνάει απ’ το μυαλό μας, να βγάλει τον κόσμο στους δρόμους. Όπως έγινε κάποτε στην Αργεντινή, όπως έγινε παλιότερα σε τόσες και τόσες χώρες, σε τόσες και τόσες εξεγέρσεις και επαναστάσεις.

Αυτό που φοβάμαι είναι πως και στην περίπτωση αυτή η Αριστερά δεν θα είναι σε θέση να συγκροτήσει πολιτικά το αυθόρμητο. Έτσι ώστε να δοθεί συνειδητή διέξοδος και η όποια ενδεχόμενη επαναστατική κατάσταση να μετατραπεί σε επαναστατική κρίση. Ακριβώς γιατί η Αριστερά έχει αποσυνδεθεί σε μεγάλο βαθμό από τον εργαζόμενο λαϊκό κόσμο. Για λόγους αντικειμενικούς (λαϊκή ιδεολογία των προσωπικών-οικογενειακών στρατηγικών) και υποκειμενικούς.

Ακόμη και η κοινωνική σύνθεση των οργανωμένων δυνάμεών της όπου κυριαρχεί το στρώμα της διανοητικής εργασίας και μάλιστα αυτής του δημόσιου τομέα, των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης -που αποτελούν, εντούτοις, λιγότερο από το ένα τέταρτο του κόσμου της μισθωτής εργασίας-, καθώς και η πλήρης αποσύνδεση από την εκτός ΑΕΙ νεολαίας -που κι αυτή αποτελεί λιγότερο από το ένα τρίτο των νέων-, είναι ενδεικτική των δομικού χαρακτήρα προβλημάτων της Αριστεράς.

Τα πλέον εκμεταλλευόμενα τμήματα της εργατικής τάξης μπορεί να είναι ακόμη αυτά που δίνουν στην Αριστερά τα μεγαλύτερα ποσοστά των ψήφων της, δεν είναι, όμως, αυτά που αντιπροσωπεύονται από την Αριστερά στην καθημερινότητα της αγωνίας και των αναγκών τους. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται και σε ζητήματα πολιτικής συμπεριφοράς, ανοχής σε ζητήματα ηθικής τάξης, τα οποία στον κόσμο αυτόν έχουν εξαιρετικά μεγάλη βαρύτητα, ανοχής σε καριερισμούς στελεχών, προσωπικών επαγγελματικών και άλλων συναλλαγών μέσα από αδιαφανείς διαδικασίες κ.λπ. κ.λπ.

Περισσότερο από οποτεδήποτε άλλοτε, είναι σε καιρούς βαθιάς κοινωνικής κρίσης και έκπτωσης αξιών που αναδεικνύεται η ανάγκη σύνδεσης της Αριστεράς με τα πλέον εκμεταλλευόμενα τμήματα της εργατικής τάξης, αυτά ακριβώς που δεν έχουν και τις όποιες αυταπάτες πως θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν «πλάγιες μεθόδους» για να ξεφύγουν από την επιβίωση, εκτός κι αν ξεπέσουν στην παραβατικότητα του κοινωνικού περιθωρίου. Σε αντίθεση με τμήματα πιο ευνοημένα, ακόμη και σ’ ετούτες τις συνθήκες, που οι «πλάγιες μέθοδοι» εγγυώνται τη διατήρηση της ευνοϊκής τους θέσης και ενδεχομένως και την κοινωνική άνοδο.

Να γιατί αποκτά τόσο μεγάλη σημασία η αδιάλλακτη πάλη για την επανασύνδεση της αριστερής πολιτικής με τον πολιτισμό του προλεταριακού ήθους. Άρα και με τη διεκδίκηση της ιδεολογικής ηγεμονίας, που είναι αδύνατο να κατακτηθεί, αν δεν συνεπάγεται και νέα πρότυπα ήθους και καθημερινού πολιτισμού.