Στις 6 Απριλίου 1941 η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε στην Ελλάδα, η οποία επί πέντε μήνες όχι μόνο απέκρουσε την επίθεση της φασιστικής Ιταλίας, αλλά και καταδίωκε τους εισβολείς βαθιά μέσα στο αλβανικό έδαφος. Πραγματοποιώντας την πρώτη, σε παγκόσμιο επίπεδο, νίκη κατά των δυνάμεων του φασιστικού Άξονα.
Ήδη από τα χρόνια της Μεγάλης Δεκαετίας του 1940 και μέχρι σήμερα έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για τη στάση των Ελλήνων κομμουνιστών στις κρίσιμες εκείνες ιστορικές στιγμές, όταν διακυβευόταν η εθνική ανεξαρτησία και ακεραιότητα της χώρας. Με κυρίαρχο στο επίσημο κρατικό αφήγημα, τουλάχιστον μέχρι την αναγνώριση της εαμικής Εθνικής Αντίστασης το 1982, και γενικότερα στον αντικομμουνιστικό ιστορικό λόγο, το ιδεολόγημα ότι τάχα οι κομμουνιστές δεν αντιτάχθηκαν στους εισβολείς παρά μόνο μετά τη γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ. Που επανήλθε τον τελευταίο καιρό, μετά την ανακάλυψη των φωτογραφιών των εκτελεσμένων της Πρωτομαγιάς του 1944, σε μια προσπάθεια να αμφισβητηθεί ο πατριωτισμός τους.
Το ιδεολόγημα ανατρέπεται, βέβαια, από τα ιστορικά ντοκουμέντα, που δεν επιτρέπουν την οποιαδήποτε αμφιβολία: οι Έλληνες κομμουνιστές πήραν σαφή θέση κατά της ιταλικής επίθεσης, που εκφράστηκε από τις πρώτες κιόλας μέρες, με το Γράμμα του κρατούμενου ηγέτη του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη, δημοσιευμένου στις εφημερίδες στις 2 Νοεμβρίου 1940. Και ανάλογη ήταν η θέση τους και κατά της γερμανικής εισβολής (1).
Ο Ναπολέων Σουκατζίδης, Μικρασιάτης πρόσφυγας στην Κρήτη, ήταν στέλεχος του ΚΚΕ και πρόεδρος του Σωματείου Ιδιωτικών Υπαλλήλων του Ηρακλείου, όταν πιάστηκε από τη δικτατορία Μεταξά το 1936. Φυλακισμένος στην Ακροναυπλία, είχε ζητήσει κι αυτός, όπως και οι άλλοι κομμουνιστές συγκρατούμενοί του, να σταλεί στο μέτωπο για να πολεμήσει τους Ιταλούς εισβολείς (2).
Φυσικά, οι κρατούμενοι κομμουνιστές της Ακροναυπλίας δεν ήταν δυνατόν να ενημερωθούν στη συνέχεια για τα δύο επόμενα γράμματα του Ζαχαριάδη, με τα οποία, χωρίς να ακυρώνει την αναγκαιότητα της υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας, καταδίκαζε σαν επεκτατική τη συνέχιση του πολέμου στο αλβανικό έδαφος και ζητούσε να επιδιωχθεί η ειρήνευση με σοβιετική μεσολάβηση. Και τα οποία, βέβαια, η δικτατορία Μεταξά δεν δημοσιοποίησε.
Έτσι, στις 25 Μαρτίου 1941 και ενώ ο ελληνικός στρατός απέκρουε νικηφόρα την «εαρινή επίθεση» των Ιταλών στο αλβανικό μέτωπο, ο Σουκατζίδης στέλνει από την Ακροναυπλία δύο γράμματα στον πατέρα του και στην αρραβωνιαστικιά του (3).
Το γράμμα προς τον πατέρα του
25/3/1941
«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά…»
Μαζί με τους πανέλληνες, πατερούλη, γιορτάζουμε κι εμείς τη μεγάλη σημερινή μέρα με την ακλόνητη πίστη στην καρδιά πως ένας λαός που έχει τέτοιες μέρες στην Ιστορία του δε μπορεί να πεθάνει. Μόνο που θα θέλαμε κι εμείς, όλοι εμείς που είμαστε κλεισμένοι εδώ μέσα, να βρισκόμασταν μαζί με τα ηρωικά μας εκείνα παλικάρια που με το ντουφέκι στο χέρι γράφουν με το αίμα τους την καινούργια ένδοξη εποποιία του ελληνικού λαού. Και ζητήσαμε και ξαναζητήσαμε από τους αρμόδιους και τους υπεύθυνους να σταλούμε στην πρώτη γραμμή της φωτιάς. Αυτό έλεγα και σ’ εσένα να ζητήσεις για μένα με την κάρτα μου της 24/2. ‒ Λυπήθηκα πολύ-πολύ με το θάνατο του Λάμπη. Πέθανε γρήγορα, πέθανε νέος. Πέθανε όμως λευκός, αγνός, τίμιος στρατιώτης ενός τίμιου αγώνα. Σ’ όλους τους δικούς του που θα δεις και να πεις στ’ αδέλφια του σαν κατεβείς στο Ηράκλειο, να πεις και τα δικά μου και όλων των φίλων μου που γνώριζαν κι εχτιμούσαν πολύ το Λάμπη, τα θερμά συλλυπητήρια. Σαν κατεβούμε καμιά φορά κάτω με το καλό, ένα από τα πρώτα μας καθήκοντα θα ’ναι να τιμήσουμε τη μνήμη του αξέχαστου φίλου μας. ‒ Η κορούλα σου [σ.σ. εννοεί την αρραβωνιαστικιά του, Χαρά Λιουδάκη] είναι καλά, αγαπιόμαστε πάντα πολύ-πολύ κι αλληλογραφούμε συχνά. Δε θέλει και πολύ να κατέβει κάτω, μόνο και μόνο για να μη μας χωρίζει τόσο μεγάλη απόσταση. Θέλω να την αγαπάς, θέλω να τη λατρεύεις. Ο Σιγανός είναι καλά και σε χαιρετά (4). ‒ Τους χαιρετισμούς μου σ’ όλους. Το προηγούμενο γράμμα σου δεν ήρθε. Μόλις πάρεις λεφτά στείλε μου χίλιες δραχμές.
Φιλιά
Ναπολέων
Μη χάνεις ποτέ, πατερούλη, την αισιοδοξία σου. Γρήγορα θα σμίξουμε. Πίστεψέ με. Ναπ.
Το γράμμα προς την αρραβωνιαστικιά του
Η αρραβωνιαστικιά του Σουκατζίδη, Χαρά Λιουδάκη, ήταν εκπαιδευτικός και συμμετείχε κατά την Κατοχή ενεργά στο ΚΚΕ και το ΕΑΜ, και αργότερα στην ΕΔΑ. Διακρίθηκε ως σημαντική λαογράφος, αν και οι διώξεις δεν της επέτρεψαν να ολοκληρώσει τις εργασίες της. Η αδελφή της, Μαρία Λιουδάκη, επίσης εκπαιδευτικός, αναδείχθηκε στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στην Κρήτη, και δολοφονήθηκε κατά τον Εμφύλιο.
25/3/41
«Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή»
Γιορτάζουμε, αγαπούλα, κι εμείς σήμερα εδώ τη μεγάλη μέρα με την πίστη πως ένας λαός που έχει τέτοιες μέρες στην Ιστορία του δε μπορεί να πεθάνει. Κι εσύ, αγαπούλα, δεν πιστεύεις απόλυτα σ’ αυτό το πράμα; Δεν πιστεύεις κι εσύ, αγαπούλα, πως δεν μπορούνε να πάνε στα χαμένα τόσοι και τόσοι αγώνες του ελληνικού λαού, τόσες και τόσες θυσίες του, μαζί κι οι εκατόμβες που προσφέρει σήμερα στο βωμό της ελευθερίας; Δεν πιστεύεις κι εσύ, αγαπούλα, πως πάντα περήφανοι για το πως είμαστε Έλληνες, θα βρεθούμε σύντομα κι εμείς λεύτεροι κι ευτυχισμένοι στο ειρηνικό και τίμιο σπιτικό μας μαζί-μαζί με τους αγαπημένους δικούς μας; Μόνο που τώρα, αγαπούλα, δεν ήθελα, δεν έπρεπε να ’μαι δω. Ήθελα κι έπρεπε να ’μαι κι εγώ μαζί με το Γιαννιό μας, μαζί μ’ όλα τα ηρωικά μας παλικαρόπουλα που με το αίμα τους βάφουν τις χιονισμένες βουνοκορφές της Αλβανίας, γράφοντας έτσι τόσο λαμπρά, τόσο ένδοξα την καινούργια εποποιία του Ελληνικού λαού. Κι αυτό το ζητήσαμε και το ζητάμε όλα, μα όλα τα παιδιά που βρισκόμαστε δω, το ζητήσαμε και τα ξαναζητήσαμε και το ξαναζητάμε. Κι αν, αγαπούλα, μας αφήσουν μια στιγμή για να τραβήξουμε και μεις κει ψηλά, θα ’ρθεις κι εσύ μαζί μου; Για πες μου, αγαπούλα. Μπορείς όμως να σηκώσεις το τουφέκι; Για δοκίμασε να μου πεις. Εγώ θα σου μάθω πώς να σημαδεύεις και πώς να σκοτώνεις τους εχτρούς της πατρίδας. Σ’ αγαπώ τόσο, μα τόσο πολύ, αγαπούλα, και φιλιά γλυκά-γλυκά.
Ναπολέων
Με το πνεύμα αυτό θα αντιμετωπίσουν οι κομμουνιστές και τη γερμανική εισβολή, μετά από δώδεκα μέρες.
Ο Σουκατζίδης έγινε πανελληνίως γνωστός για την ηρωική, αλτρουιστική και βαθιά συντροφική του στάση πριν από τις εκτελέσεις των 200 κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944.
Κρατούμενος στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, όπως και πολλοί από τους Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές που παραδόθηκαν από την ελληνική βασιλική κυβέρνηση στους Γερμανούς εισβολείς, ήταν διερμηνέας μεταξύ των Γερμανών και των κρατουμένων. Έχοντας συμπεριληφθεί στον κατάλογο των υπό εκτέλεση 200, του προτάθηκε από τον διοικητή του στρατοπέδου να αντικατασταθεί από άλλον κρατούμενο. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε και στήθηκε την επόμενη μέρα μαζί με τους συντρόφους του στον τοίχο της Καισαριανής.
1. Το πιο χαρακτηριστικό κείμενο ήταν άρθρο του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Μιλτιάδη Πορφυρογένη, στην εφημερίδα του Ηρακλείου, Κρητικά Νέα, στις 16 Μαΐου 1941, λίγες μέρες πριν από τη Μάχη της Κρήτης. Με το άρθρο αυτό καλούνταν οι κομμουνιστές και ο λαός του νησιού να υπερασπιστούν την ελευθερία του έναντι των Γερμανών επιδρομέων, στην προοπτική της αποτίναξης του ζυγού των κατακτητών σε όλη την Ελλάδα. Τις ίδιες μέρες στη Θεσσαλονίκη, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ και με τη συμμετοχή εκπροσώπων και άλλων κομμάτων, στρατιωτικών κ.ά., ιδρυόταν η πρώτη εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση, η Ελευθερία.
2. Υπήρξαν συνολικά τρία υπομνήματα των κρατουμένων στην Ακροναυπλία κομμουνιστών, με τα οποία ζητούσαν να αποφυλακιστούν και να αποσταλούν στο μέτωπο. Στις 29 Οκτωβρίου, στις 6 και στις 13 Νοεμβρίου 1940 (ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 5ος τόμος 1940-1945, ΚΚΕ εσωτερικού 1973, σ. 14-15).
3. The Athens Review of Books, τ. 181, Μάρτιος 2026.
4. Αναφέρεται στον Κρητικό γιατρό Μανώλη Σιγανό (1904-1972), συγκρατούμενό του στην Ακροναυπλία και μετέπειτα καπετάνιο του ΕΛΑΣ.
*Δημοσιεύτηκε στο kommon.gr, στις 6 Απριλίου 2026