Η δεκαετία του 1940, κατά την οποία έφτασε στο αποκορύφωμά της η ταξική αντιπαράθεση στην Ελλάδα, ήταν η περίοδος ένταξης του νεαρού, τότε, Δημήτρη Λιβιεράτου στο εργατικό επαναστατικό κίνημα, με το οποίο συναντήθηκε μέσα από τη συμμετοχή του στον ΕΛΑΣ, τη δραστηριοποίησή του στις γραμμές του Επαναστατικού Σοσιαλιστικού (Κομμουνιστικού) Κόμματος Ελλάδας - ΕΣΚ(Κ)Ε, την προσχώρησή του στον τροτσκισμό και τη δράση του ως ιδρυτικού στελέχους του Κομμουνιστικού Διεθνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΔΚΕ). Η μεγάλη αυτή δεκαετία θα καθορίσει, σε σημαντικό βαθμό, την ιδεολογικο-πολιτική του διαμόρφωση και θα απασχολήσει, αργότερα, επανειλημμένα τον ιστορικό συγγραφέα Δημήτρη Λιβιεράτο.
Η ανάπτυξη του γιγάντιου επαναστατικού λαϊκού κινήματος που αντιπροσώπευε το ΕΑΜ, και ιδιαίτερα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, που έφτασε σε πρωτόγνωρα, τότε, και μέχρι σήμερα ανεπανάληπτα, επίπεδα μαζικότητας και μαχητικότητας, αποτέλεσε για τον Λιβιεράτο αντικείμενο μελέτης και θέμα πολλών κειμένων, συνεντεύξεων και ομιλιών του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Δημήτρης Λιβιεράτος και ο αείμνηστος πανεπιστημιακός δάσκαλος, Γιώργος Κουκουλές, είναι αυτοί που άνοιξαν τον δρόμο για τη μελέτη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, κατά την πλέον σημαντική περίοδο της ιστορικής του διαδρομής, αναδεικνύοντας μια από τις βασικές πτυχές της εργατικής ηγεμονίας στο εαμικό κίνημα.
Στις τοποθετήσεις του για τη μεγάλη «επανάσταση που χάθηκε», όπως χαρακτήρισε το κίνημα του ΕΑΜ ο γραμματέας του, Θανάσης Χατζής, ιδιαίτερη θέση κατείχαν, επίσης, τα Δεκεμβριανά του 1944. Τα οποία, κατά την άποψη που σταθερά υποστήριξε ο Λιβιεράτος, υπήρξαν «επανάσταση εργατική, αφού στηριζόταν στις εργατικές δυνάμεις της Αθήνας και στον εργατικό στρατό», η οποία, όμως, «δόθηκε για να χαθεί» (1). Όπως, επίσης, τον απασχόλησε και η Συμφωνία της Βάρκιζας και η προσωπικότητα του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ, Άρη Βελουχιώτη, καθώς και ο Εμφύλιος Πόλεμος. Ζητήματα στα οποία αναφερόταν συχνά σε δημοσιεύματα και ομιλίες. Επιπλέον, έχοντας συμμετάσχει στις διεργασίες ενοποίησης του ελληνικού τροτσκιστικού κινήματος και στην ίδρυση και τη νόμιμη και παράνομη δράση του ΚΔΚΕ, οι προσωπικές του μαρτυρίες και οι ιστορικές του εκτιμήσεις έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ξεχωριστή βαρύτητα.
ΕΕΑΜ - ΕΡΓΑΣ: Η εργατική τάξη σε ρόλο πρωταγωνιστικό
Η κατάκτηση της Ελλάδας από τα φασιστικά στρατεύματα της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας το 1941 ακολούθησε την περίοδο της δικτατορίας Γλύξμπουργκ-Μεταξά, που είχε επιβληθεί στις 4 Αυγούστου 1936, κατά τη διάρκεια της οποίας η εργατική τάξη είχε στερηθεί ακόμη και τα στοιχειώδη δικαιώματα συνδικαλιστικής οργάνωσης και διεκδίκησης. Με τις ταξικές αγωνιστικές οργανώσεις διαλυμένες και με χιλιάδες συνδικαλιστές να έχουν υποστεί τη βία του δικτατορικού καθεστώτος, με συλλήψεις, βασανισμούς, φυλακίσεις και εξορίες, το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας είχε τεθεί υπό ασφυκτικό κρατικό έλεγχο. Οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές Ομοσπονδίες είχαν πάψει να υπάρχουν και στο σύνολο όσων πρωτοβάθμιων σωματείων και Εργατικών Κέντρων συνέχισαν να λειτουργούν, είχαν διοριστεί διοικήσεις αποτελούμενες από εγκάθετους της εργοδοσίας και συνεργάτες της Ασφάλειας. Το ίδιο, φυσικά, συνέβη και στη ΓΣΕΕ, η οποία μετονομάστηκε σε Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος. Επικεφαλής της, μάλιστα, ως γραμματέας, διορίστηκε ο διαβόητος εργατοπατέρας Αριστείδης Δημητράτος, ο οποίος, ταυτόχρονα, ήταν και υφυπουργός Εργασίας. Το υπουργείο Εργασίας, που λειτούργησε για λίγους μήνες στα 1935-36, είχε καταργηθεί πριν από την επιβολή της δικτατορίας και αντικαταστάθηκε από υφυπουργείο, υπαγόμενο στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας.
Από τους πρώτους μήνες της Κατοχής άρχισαν οι προσπάθειες ανασυγκρότησης του ταξικού αγωνιστικού συνδικαλιστικού κινήματος, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, στελέχη του οποίου δρούσαν στην παρανομία και ήρθαν σε επαφή με συνδικαλιστές ενός ευρύτερου φάσματος, ακόμη και με τον γραμματέα της ΓΣΕΕ, Γιάννη Καλομοίρη, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον Δημητράτο. Στόχος τους ήταν η συγκρότηση μιας πανελλαδικής κίνησης που θα συνδύαζε τον αγώνα για τις άμεσες διεκδικήσεις των εργαζομένων με τον αγώνα για την αποτίναξη της φασιστικής κατοχής και την εθνική απελευθέρωση. Κατάληξη αυτών των διεργασιών υπήρξε η ίδρυση, στις 16 Ιουλίου 1941, του Εθνικού Εργατικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΕΑΜ), που έμεινε στην ιστορία ως το «Εργατικό ΕΑΜ».
Η ίδρυση του ΕΕΑΜ προηγήθηκε κατά δυόμισι μήνες της ίδρυσης του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ). Κάτι που σύμφωνα με τον αγωνιστή Φοίβο Τσέκερη, στην άποψη του οποίου αναφέρεται ο Λιβιεράτος, οφειλόταν στο ότι «μάλλον ήταν πιο συνειδητοποιημένοι οι εργαζόμενοι, πιο οργανωμένοι και είχαν διατηρήσει παράνομες και ημιπαράνομες οργανώσεις από την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά και ήταν πιο έτοιμοι» (2).
Βεβαίως, στην πραγματικότητα, οι όποιες παράνομες και ημιπαράνομες οργανώσεις των εργαζομένων ήταν εξαιρετικά περιορισμένες και στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας ανύπαρκτες. Τα πλήγματα που είχε δεχτεί το κίνημα από τη δικτατορία ήταν πολύ βαριά. Το ότι οι μισθωτοί εργαζόμενοι ήταν πιο συνειδητοποιημένοι, σε σχέση με τα άλλα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα, φάνηκε, αμέσως μετά, όταν άρχισε να αναπτύσσεται το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης. Δεν μπορούσε, όμως, να φανεί το καλοκαίρι του 1941, όταν ιδρύθηκε το ΕΕΑΜ, από έναν πολύ μικρό κύκλο συνδικαλιστικών στελεχών του ΚΚΕ και της ομάδας Καλομοίρη, ενώ τον Σεπτέμβριο εντάχθηκε και η σοσιαλιστική παράταξη του Δημήτρη Στρατή.
Μπορούμε βάσιμα να πούμε ότι η σχετική καθυστέρηση στην ίδρυση του ΕΑΜ ήταν συνέπεια της προσπάθειας να συγκροτηθεί ως ένα μέτωπο που να περιλαμβάνει ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις, πέραν της Αριστεράς. Ανεξαρτήτως του αν ο στόχος αυτός, τελικά, δεν επιτεύχθηκε και στην ίδρυσή του συμμετείχαν μόνο αριστερές δυνάμεις: Το ΚΚΕ, η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας, το Αγροτικό Κόμμα και το Σοσιαλιστικό.
Ο Λιβιεράτος αναφέρθηκε πολύ συχνά στο ΕΕΑΜ, σε άρθρα, συνεντεύξεις και ομιλίες, και εκτενέστερα στα βιβλία του, "Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης. ΕΚΑ 1910-1916, ΕΕΑΜ 1941, ΕΡΓΑΣ 1945" και "90 χρόνια ΓΣΕΕ". Σε αυτά τονίζει την πρωτοπόρα δράση του ΕΕΑΜ, στην οργάνωση των διεκδικητικών αγώνων των εργαζομένων, αλλά και την πρωτοφανή για συνδικαλιστική κίνηση μαζικότητά του, ιδιαιτέρως μετά την αλλαγή του οργανωτικού μοντέλου και τη διεύρυνση των οργανώσεών του, το 1943, με την ένταξη εργαζομένων που μέχρι τότε είχαν χαλαρή σχέση μαζί του (3). Και υπογραμμίζοντας ότι «το ΕΕΑΜ για πρώτη φορά από το 1918, έτος ίδρυσης της ΓΣΕΕ, ένωσε όλη την εργατική τάξη σε μια οργάνωση» (4).
Όπως έγραφε «πρωταρχικός και αποφασιστικός παράγοντας για να κερδίσει η Εθνική Αντίσταση ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο ρόλος της εργατικής τάξης. Το ελληνικό Κίνημα Αντίστασης είχε το πλεονέκτημα, καλύτερα από όλα τα άλλα της Ευρώπης, να έχει ένα ισχυρό εργατικό κίνημα στις πόλεις, το οποίο άντεξε μέχρι την τελευταία στιγμή» (5).
Ο Λιβιεράτος επισήμαινε ότι οι πρώτοι αγώνες του ΕΕΑΜ έγιναν με κύριο αίτημα την επιβίωση της εργατικής τάξης, που, όπως και όλος ο λαϊκός κόσμος, βρέθηκε αντιμέτωπη με την πείνα, με συνέπεια δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, κατά τον τραγικό πρώτο χειμώνα της Κατοχής, το 1941-42. Στο επίκεντρο της δράσης του ΕΕΑΜ τέθηκε η διεκδίκηση συσσιτίων για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους, και η ίδρυση προμηθευτικών και καταναλωτικών συνεταιρισμών, ενώ επιβλήθηκε και η απαγόρευση των απολύσεων με τον νόμο 424 του 1942 (6).
Επρόκειτο για έναν «συντονισμένο, οργανωμένο αγώνα ο οποίος εκφραζόταν νόμιμα και παράνομα. Οι τοπικοί, κλαδικοί αγώνες εξελισσόντουσαν σε μεγάλες διαδηλώσεις, συγκρούσεις και απεργίες», «ακόμα και στους χώρους δουλειάς που ελεγχόντουσαν από τα στρατεύματα κατοχής» (7).
Με το απεργιακό κίνημα να συγκλονίζει την κατεχόμενη Ελλάδα ήδη από την άνοιξη του 1942, ο αγώνας της εργατικής τάξης, υπό την καθοδήγηση του ΕΕΑΜ, κορυφώθηκε με τη μεγάλη Μάχη της Επιστράτευσης, τον Φεβρουάριο - Μάρτιο του 1943. Καθώς, μετά τη νίκη του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ, η μαζική επιστράτευση των Γερμανών εργατών και η αποστολή τους στο Ανατολικό Μέτωπο άφηνε τεράστια κενά στη γερμανική βιομηχανία, αποφασίστηκε η πολιτική επιστράτευση εκατομμυρίων εργατών από τις κατεχόμενες χώρες για την κάλυψή τους.
Στην Ελλάδα η πολιτική επιστράτευση δεν μπόρεσε να γίνει. Την απέτρεψαν οι δύο μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις και μαζικές διαδηλώσεις στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου και στις 5 Μαρτίου, κατά τις οποίες το πλήθος των διαδηλωτών, κυρίως εργατών και νεολαίας, εισέβαλε στο υπουργείο Εργασίας (όπως ονόμαζε ο κόσμος το υφυπουργείο των δωσιλόγων), καταστρέφοντας και πυρπολώντας τους καταλόγους της επιστράτευσης.
Όπως ανέφερε ο Λιβιεράτος για τη διαδήλωση της 5ης Μαρτίου, «την έζησα, ήμουν εκεί, που λένε». Και είχε άμεση συμμετοχή στις συγκρούσεις με την Αστυνομία και τις δυνάμεις Κατοχής, κατά τις οποίες υπήρξαν νεκροί, τραυματίες και συλλήψεις.
«Ήταν μια ακόμα θυσία του αθηναϊκού λαού και του πειραιώτικου, που είχε συμμετάσχει, και γενικότερα του ελληνικού λαού» (8), η οποία εξανάγκασε την κυβέρνηση των δωσιλόγων και τις Αρχές Κατοχής να αποσύρουν το Διάταγμα της Επιστράτευσης.
Αξίζει να σημειωθεί η επισήμανση του Λιβιεράτου σχετικά με την ένταξη στο ΕΕΑΜ χιλιάδων κομμουνιστών αγωνιστών, που είχαν υποχρεωθεί με βασανισμούς, φυλακές και εξορίες, να υπογράψουν δηλώσεις αποκήρυξης του ΚΚΕ, στα χρόνια της μεταξικής-μοναρχικής δικτατορίας. Οι αγωνιστές αυτοί, με τη δραστηριότητά τους στις γραμμές του ΕΕΑΜ, «είχαν γίνει σεβαστά πρόσωπα από τα καινούργια μέλη του συνδικαλιστικού και πολιτικού κινήματος» (9).
Έχοντας κατακτήσει τον έλεγχο των περισσότερων συνδικαλιστικών οργανώσεων σε ολόκληρη τη χώρα, τον Αύγουστο του 1944, δύο μήνες πριν από την Απελευθέρωση, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΕΑΜ ανέλαβε de facto τη διοίκηση της ΓΣΕΕ, καθαιρώντας τους διορισμένους δωσιλόγους.
Με την Απελευθέρωση, τον Οκτώβριο του 1944, η εργατική τάξη βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη αντίφαση, την οποία ο Λιβιεράτος επισημαίνει σε πολλά κείμενα και ομιλίες του. Επρόκειτο για τη διεκδίκηση έστω και στοιχειωδών όρων επιβίωσης, σε συνθήκες οξύτατης φτώχειας, από ένα εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στο οποίο κύρια δύναμη ήταν οι αγωνιστές του ΚΚΕ, που απευθύνονταν προς την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του Γεωργίου Παπανδρέου, στην οποία, όμως, συμμετείχε το ΕΑΜ, ενώ οι εαμικοί υπουργοί αδυνατούσαν να ικανοποιήσουν τις εργατικές διεκδικήσεις, ερχόμενοι έτσι σε ρήξη με την κυβερνητική πολιτική «οικονομικής ανασυγκρότησης». Ανάμεσά τους και ο υπουργός Εργασίας Μιλτιάδης Πορφυρογένης, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ.
Ο Λιβιεράτος επισήμανε, επίσης, τη μεγάλη συμμετοχή της εργατικής τάξης στη Μάχη της Αθήνας, κατά της αντίδρασης και της βρετανικής στρατιωτικής επέμβασης, τον Δεκέμβριο του 1944, εκτιμώντας ότι αυτή η μαζική και μαχητική συμμετοχή έδινε στα Δεκεμβριανά τον χαρακτήρα μιας επανάστασης με σαφή ταξικά χαρακτηριστικά (10). «Επομένως όταν έγινε η ήττα του Δεκεμβρίου και ηττήθηκε η Αθήνα, ήταν σαν να ηττήθηκε το εργατικό τμήμα της αντίστασης, δηλαδή το ισχυρότερο τμήμα» (11).
Η ήττα του ΕΛΑΣ στην Αθήνα και τελικά η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας για τον αφοπλισμό και τη διάλυσή του συνοδεύτηκαν και από την καθαίρεση της εαμικής διοίκησης της ΓΣΕΕ και τον διορισμό νέας, καθεστωτικής, με τη συμμετοχή ακόμη και συνεργατών της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και κατοχικών δωσιλόγων. Ανάλογες ήταν οι πρακτικές και σε πλήθος σωματείων και Εργατικών Κέντρων, ενώ, ταυτόχρονα, η εργατική τάξη και τα αγωνιζόμενα τμήματα των άλλων λαϊκών τάξεων και στρωμάτων βρέθηκαν αντιμέτωπα με την κρατική και παρακρατική Λευκή Τρομοκρατία.
Σύμφωνα με τον Λιβιεράτο, «ο εμφύλιος πόλεμος στην Αθήνα είχε αρχίσει πριν, ακόμη, υπογραφεί και ανακοινωθεί, στις 12 Φεβρουαρίου, η Συμφωνία της Βάρκιζας. Διότι, κατά τη γνώμη μου, ο εμφύλιος πόλεμος δεν άρχισε στο Λιτόχωρο ή κάπου αλλού, αλλά στην Αθήνα και στις μεγάλες πόλεις, μετά τα Δεκεμβριανά» (12).
Για την αντιμετώπιση αυτής της νέας πραγματικότητας στο συνδικαλιστικό κίνημα, αποφασίστηκε από το ΚΚΕ η ίδρυση του Εργατικού Αντιφασιστικού Συνασπισμού (ΕΡΓΑΣ), στις 30 Μαρτίου 1945, που απέβλεπε στη «συνδυασμένη δράση όλων των αντιφασιστικών παρατάξεων μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα», «για το ξεκαθάρισμα της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών και όλων των συνδικαλιστικών οργανώσεων από τους διορισμένους φασίστες» (13).
Αν και ήδη έχουν αποχωρήσει από το ΕΑΜ ένα σημαντικό μέρος των σοσιαλιστών και άλλων στελεχών, ανάμεσά τους και τα ηγετικά στελέχη του ΕΕΑΜ, Δ. Στρατής και Γ. Καλομοίρης, η επιδίωξη του ΚΚΕ για την ενότητα των αγωνιστικών συνδικαλιστικών δυνάμεων εκφράστηκε και στη σύνθεση της ηγεσίας του ΕΡΓΑΣ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πενταμελές Γραφείο του συμμετείχαν δύο στελέχη του κόμματος, οι Κ. Θέος και Β. Νεφελούδης, άλλοι δύο προερχόμενοι από την παράταξη του Καλομοίρη, που διαφώνησαν με την αποχώρησή του από το ΕΑΜ, οι Σταμάτης Μαστρογιαννάκος και Ν. Γαβαλάς, καθώς επίσης ο Δημοσθένης Αποστολίδης (14). Ο τελευταίος ήταν αδελφός του Θωμά Αποστολίδη, του εκτελεσμένου από τους Γερμανούς ηγέτη του Επαναστατικού Σοσιαλιστικού (Κομμουνιστικού) Κόμματος, στο οποίο συμμετείχε και ο Λιβιεράτος (15).
Ο Λιβιεράτος τόνιζε ιδιαίτερα τον ενωτικό αντιφασιστικό χαρακτήρα του ΕΡΓΑΣ. Όπως έγραφε, «Ο ΕΡΓΑΣ δήλωσε από την αρχή ότι δεν επιδιώκει την δημιουργία καινούργιας ΓΣΕΕ. Ζητάει τη δημοκρατική λειτουργία των υπαρχόντων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Δεν αποτελεί μια νέα παράταξη, αλλά ένα μέτωπο παρατάξεων που διατηρούν τα δικά τους χαρακτηριστικά. Τη δική τους συγκρότηση. Συνεργάζονται σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα. Οι κύριες γραμμές αυτού του προγράμματος και οι άμεσες επιδιώξεις του εκτίθενται στο ψήφισμα-απόφαση της Εργατικής Πρωτομαγιάς 1945» (16).
Όπως αναφέρει, η ίδρυση του ΕΡΓΑΣ αποτέλεσε την «αρχή μιας μεγαλειώδους πορείας που οδήγησε στο 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ», στο οποίο κυριάρχησαν οι δυνάμεις της Αριστεράς (17).
Επρόκειτο για μια «καινούργια Αντίσταση πια, ενάντια στην αντίδραση της αντεπανάστασης και των Άγγλων» (18). «Ουσιαστικά, το εργατικό κίνημα αμέσως άρχισε την αντεπίθεσή του» (19).
Την ίδρυση του ΕΡΓΑΣ ακολούθησε κύμα απεργιών. Εν τω μεταξύ, είχε προηγηθεί ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς του 1945, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, τον οποίο εορτασμό «κανείς δεν φανταζόταν τότε ότι θα ’ταν τόσο μεγαλειώδης» (20).
«Συγκεντρώθηκαν περίπου 40.000. Αριθμός που ξεπέρασε κάθε πρόβλεψη ύστερα από την πρόσφατη μεγάλη ήττα. Η εργατική τάξη έδειχνε ότι ακόμα είχε ισχυρές δυνάμεις. Δεν είχε ηττηθεί οριστικά» (21). Οι απεργιακοί αγώνες συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες (22), ενώ ταυτόχρονα ο ΕΡΓΑΣ κατακτούσε τη μεγάλη πλειονότητα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, επιβάλλοντας, τελικά, τη διοργάνωση του 8ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ, τον Μάρτιο του 1946 (23).
Το Συνέδριο, στο οποίο επικράτησε με μεγάλη πλειοψηφία ο ΕΡΓΑΣ, «έδειξε καθαρά ότι η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης ακολουθούσε την αριστερά παράταξη» (24). Αξιοσημείωτη είναι η παρατήρηση που έκανε ο Λιβιεράτος, ότι ανάμεσα στους εκλεγέντες στη διοίκηση της ΓΣΕΕ στο 8ο Συνέδριο «δεν υπάρχει καμιά γυναίκα. […] Γυναίκες μέλη των σωματείων υπάρχουν πάρα πολλές βέβαια. Ακόμα και σε διοικήσεις σωματείων. Αλλά ακόμα δεν έχουν προχωρήσει στα παραπάνω κλιμάκια των οργανώσεων» (25).
Καθώς εντεινόταν η Λευκή Τρομοκρατία, που οδήγησε στον Εμφύλιο Πόλεμο, η διοίκηση της ΓΣΕΕ θα καθαιρεθεί τον Ιούνιο, τρεις μήνες μετά την εκλογή της, με κυβερνητική και δικαστική παρέμβαση, και θα ακολουθήσει η καθαίρεση του συνόλου των εκλεγμένων αγωνιστικών διοικήσεων στο σύνολο των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Με εκατοντάδες συνδικαλιστικά στελέχη να δολοφονούνται από παρακρατικές συμμορίες και να εκτελούνται με αποφάσεις έκτακτων στρατοδικείων, και χιλιάδες άλλα να φυλακίζονται και να εξορίζονται. Έκτοτε, και μέχρι το τέλος του Εμφυλίου, θα σταματήσουν οι όποιοι διεκδικητικοί αγώνες της εργατικής τάξης, ενώ η απουσία εργατικού κινήματος στις πόλεις συνέβαλε στην απομόνωση και την ήττα του ΔΣΕ (26).
Από την έκρηξη του κινήματος του ΕΑΜ στην ήττα του Εμφυλίου
Ο Δημήτρης Λιβιεράτος εντάχθηκε στο κίνημα Εθνικής Αντίστασης ως μαθητής Γυμνασίου, σε ηλικία μόλις δεκαέξι χρονών, από τον πρώτο χειμώνα της Κατοχής, μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ Νέων (που ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο 1942), συμμετέχοντας στη διεκδίκηση και οργάνωση συσσιτίων για τους μαθητές των Πετραλώνων, όπου ζούσε. Όπως ανέφερε ο ίδιος, ύστερα από αγώνες των μαθητών και συγκρούσεις με την Αστυνομία και τους Ιταλούς κατακτητές, καθιερώθηκε η διανομή συσσιτίου στην πλατεία Μερκούρη. «Η διανομή γινόταν από μια τριμελή επιτροπή μαθητών και ενός καθηγητή, που άλλαζαν κάθε μέρα. Αυτή η επιτυχία έδωσε μεγαλύτερη δύναμη στην οργάνωση. Όλοι, ακόμα και κείνοι που φοβόντουσαν, κατάλαβαν ότι αν δεν ήταν το ΕΑΜ Νέων, η μυστική οργάνωση, τίποτε δεν θα είχαμε πετύχει» (27).
Έχοντας ενταχθεί στον ΕΛΑΣ Αθήνας, θα αποσταλεί στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας και θα εκπαιδευτεί στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του λαϊκού στρατού, από την οποία αποφοίτησε με τον βαθμό του έφεδρου ανθυπολοχαγού. Θα συμμετάσχει, έτσι, και στα Δεκεμβριανά του 1944, ως επιτελής του Πρώτου Τάγματος του Τέταρτου Συντάγματος της Δεύτερης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ, πολεμώντας, κυρίως, στις περιοχές των Πετραλώνων και της Καλλιθέας.
Κατά τον Δημήτρη Λιβιεράτο, «η Εθνική Αντίσταση δεν ήταν, απλά, ένα κίνημα εθνικής απελευθέρωσης, αλλά ήταν και ένα κοινωνικό κίνημα. Αυτό έβγαινε μέσα από την ίδια του την δόμηση, τις ιδέες του, αλλά και τις επιθυμίες που είχαν όσοι παλέψανε μαζί» (28). Η Ελεύθερη Ελλάδα των βουνών, με τους θεσμούς της, «άνοιγε μια προοπτική. Τεράστια προοπτική. Συνδυαζόμενη με την εργατική εξουσία που είχε αρχίσει να υπάρχει στις πόλεις, δηλαδή μέσω των συνεταιρισμών, των συνδικάτων, των Λαϊκών Επιτροπών που υπήρχαν στις γειτονιές, ήταν ένας απόλυτος συνδυασμός που καθόριζε και ποιο θα ήταν το καθεστώς της Ελλάδας μετά την απελευθέρωση. Ότι θα είναι μια Λαϊκή Δημοκρατία. […] Όλα δείχνανε ότι προχωράμε για μια Ελλάδα Λαϊκής Δημοκρατίας, σοσιαλιστική αν θέλετε» (29).
Εντούτοις, η προοπτική αυτή ακυρωνόταν, εξαιτίας των πολιτικών χειρισμών της ηγεσίας του ΕΑΜ και του ΚΚΕ -το οποίο αποτελούσε κυρίαρχη δύναμη στο εαμικό κίνημα- όπως εκφράστηκαν τους τελευταίους μήνες της Κατοχής. Επρόκειτο για το Σύμφωνο του Λιβάνου, τον Μάιο του 1944, τη συμμετοχή εαμικών στελεχών στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του Γεωργίου Παπανδρέου, και τη Συμφωνία της Καζέρτας, τον Σεπτέμβριο, με τηνοποία αναγνωριζόταν η βρετανική στρατιωτική παρέμβαση στην Ελλάδα, με τον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι να αναλαμβάνει τη διοίκηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, μαζί και των ένοπλων δυνάμεων της Αντίστασης.
Έτσι, με το που έγινε η Απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς κατακτητές, τον Οκτώβριο του 1944, το κίνημα βρέθηκε αντιμέτωπο με τη μεθόδευση της διάλυσης του ΕΛΑΣ και τη συγκρότηση εθνικού στρατού, με όρους που εξασφάλιζαν τον έλεγχό του από τους Βρετανούς και την κυβέρνηση Παπανδρέου.
Οι σχεδιασμοί αυτοί ήταν, φυσικά, αντίθετοι με τις διαθέσεις του εαμικού λαϊκού κόσμου, της μεγάλης, δηλαδή, πλειονότητας του ελληνικού λαού, οδηγώντας στην ένοπλη αναμέτρηση του Δεκέμβρη. Επρόκειτο για μια αντιπαράθεση του ΕΛΑΣ της Αθήνας, που αποτελούνταν, κυρίως, από εργάτες, με τις κατά πολύ υπέρτερες και ασύγκριτα καλύτερα εξοπλισμένες βρετανικές δυνάμεις, στο πλευρό των οποίων μάχονταν η Αστυνομία, η Χωροφυλακή, τα στρατιωτικά σώματα που ήρθαν από τη Μέση Ανατολή, φασιστικές οργανώσεις, όπως η διαβόητη Χ, και οι ταγματασφαλίτες, οι οποίοι επανεξοπλίστηκαν από τους Βρετανούς. Ήταν, τελικά, μια ένοπλη ταξική αντιπαράθεση. Η σύγκρουση των δυνάμεων της επανάστασης και της αντεπανάστασης. Παρά τον ηρωισμό και τις θυσίες του αθηναϊκού λαού και του λαϊκού στρατού, η Αντίσταση του Δεκέμβρη ηττήθηκε και σύμφωνα με τον Λιβιεράτο, επρόκειτο για «μια επανάσταση […] προσχεδιασμένη για να χαθεί» (30). «Εν πάση περιπτώσει, αυτή η επανάσταση τον Δεκέμβριο 1944, η οποία ήταν μια επανάσταση εργατική, αφού στηριζόταν στις εργατικές δυνάμεις της Αθήνας και στον εργατικό στρατό, δόθηκε για να χαθεί. Για να σωθούν τα προσχήματα της παράδοσης της χώρας στην αγγλική πολιτική, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των τριών μεγάλων: του Στάλιν, του Τσόρτσιλ και του Ρούσβελτ» (31).
Την άποψη αυτή υπερασπίστηκε και με τοποθέτησή του, το 2000, κατά τη συζήτηση στο βιβλίο «Δεκέμβρης του ’44. Νεότερη έρευνα-νέες προσεγγίσεις», που επιμελήθηκε ο Γρηγόρης Φαράκος.
«Μπορώ λοιπόν να σας πω ότι από τότε το μελέτησα το ζήτημα, γιατί πολύ μας στοίχισε αυτή η ιστορία, ότι αυτή η μάχη δόθηκε για να χαθεί. Ούτε έφεδρος λοχίας του πεζικού δεν θα έκανε τις κινήσεις που έκανε εκείνη τη στιγμή η ηγεσία του ΕΛΑΣ» (32). Έτσι, χαρακτηριστικά, επισήμανε πρώτα απ’ όλα την κατάργηση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ (στο οποίο συμμετείχαν οι Βελουχιώτης και Σαράφης, οι οποίοι στάλθηκαν στην Ήπειρο, «ενώ η κύρια μάχη δίνεται στην Αθήνα») και την αντικατάστασή του από Κεντρική Επιτροπή με επικεφαλής τον Σιάντο. Όπως, επίσης, την αναστολή από τον Σιάντο, στις 3 Δεκεμβρίου, δηλαδή με την έναρξη της ένοπλης αντιπαράθεσης, της διαταγής που είχε εκπονήσει ο Μάντακας, «η οποία καθόριζε σε περίπτωση εξέγερσης, ποιες κινήσεις θα γίνουν».
Επιπρόσθετα, καυτηριάζει την εντολή στον ΕΛΑΣ των ανατολικών συνοικιών να αφήσει «ελεύθερη τη δίοδο της Ορεινής Ταξιαρχίας», του σώματος που συγκροτήθηκε μετά την εκκαθάριση από τους Βρετανούς του ελληνικού στρατού της Μέσης Ανατολής από τους φιλοεαμικούς δημοκρατικούς στρατιώτες και αξιωματικούς, όπως και το ότι έμεινε ανοιχτή η λεωφόρος Συγγρού, μέσω της οποίας μεταφέρονταν στην Αθήνα οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις που αποβιβάζονταν στο Φάληρο, καθώς και η παράδοση της Ακρόπολης «στους Άγγλους, οι οποίοι κι από κει θα μας βομβαρδίζουν». Σύμφωνα με τον Λιβιεράτο, «και μόνο με τις δυνάμεις της Αθήνας, Πειραιά και Περιχώρων ήταν δυνατό να κερδηθεί η μάχη» (33) και η ήττα αποτέλεσε συγκεκριμένη πολιτική επιλογή.
Εξέφρασε, έτσι, τη διαφωνία του με τον Γρηγόρη Φαράκο, ο οποίος υποστήριζε ότι το ΚΚΕ απέβλεπε στην κατάκτηση της εξουσίας, καθώς «δεν είχε, ουσιαστικά, απομακρυνθεί από τη σταλινική αντίληψη: τη βίαιη, δηλαδή, κατάληψη της πολιτικής εξουσίας» (34).
Απαντώντας, ο Λιβιεράτος, τόνιζε ότι «εκείνο τον καιρό η Ελλάδα βρισκόταν σε επανάσταση […] Λοιπόν έπρεπε να πνιγεί μια επανάσταση. Δεν ήταν δυνατόν με διαταγές της 3μελούς-4μελούς ηγεσίας να γίνει αυτό, επομένως έπρεπε να δοθεί μια μάχη, να χαθεί αυτή η μάχη, αλλά συγχρόνως να μη χάσει και η ηγεσία τον έλεγχο του κινήματος, ο οποίος ήταν αναγκαίος για την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης εκείνο τον καιρό» (35).
Όπως ανέφερε σε σχετικό κείμενό του, οι Σκόμπι-Παπανδρέου ήταν αδιάλλακτοι απέναντι στο ΚΚΕ, βέβαιοι ότι «θα υπακούσει στη διεθνή πειθαρχία του καθοδηγητικού κέντρου της Μόσχας. Ο Στάλιν έχει αποδεχτεί και συνκαθορίσει τις σφαίρες επιρροής. Πρέπει οι ντόπιοι κομμουνιστές να υπακούσουν με κάθε θυσία. Να μην θέσουν σε κίνδυνο την συμμαχία και συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων Αγγλίας-Σοβιετικής Ένωσης και ΗΠΑ. Οδηγούν στην σύγκρουση. Η ηγεσία του ΕΑΜ-ΚΚΕ πρέπει να συμβιβαστεί. Αλλά αδυνατεί. Κατ’ αρχήν το πνεύμα του εργατικού ΕΛΑΣ Αθήνας-Πειραιά, αλλά και όλων των οργανώσεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είναι κατά του συμβιβασμού. Και οι Καπεταναίοι με τον Άρη έδειξαν πριν μερικές μέρες στη Λαμία ότι δεν παραδίνουν τα όπλα» (36).
Εκτός από την υπακοή στις κατευθύνσεις της Σοβιετικής Ένωσης, ο Λιβιεράτος υποστήριζε, επίσης, ότι καθοριστική ήταν και η στρατηγική των σταδίων μετάβασης στον σοσιαλισμό, γράφοντας ότι «η πολιτική γραμμή για παράδοση της εξουσίας στην αστική τάξη βγαίνει από την 6η Ολομέλεια του Ιανουαρίου 1934. Σύμφωνα με αυτήν, το επόμενο στάδιο στην Ελλάδα δεν ήταν ο σοσιαλισμός, αλλά μια ενδιάμεση περίοδος Δημοκρατίας» (37).
Έτσι, αντικρούοντας τις απόψεις περί συνειδητής προδοσίας, θα υποστηρίξει ότι δεν επρόκειτο για «λάθος προσώπων ή λάθος πρακτόρων που χρηματίστηκαν. Ήταν λάθος πολιτική, η οποία άρχισε το 1934 και έχει καταγραφεί από τότε» (38).
Η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, ο αφοπλισμός και η διάλυση του ΕΛΑΣ, η απομόνωση και εγκατάλειψη του Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος αντιτάχθηκε στις εξελίξεις αυτές και έχασε τη ζωή του αντιμέτωπος με τις παρακρατικές συμμορίες, υπήρξαν, κατά τον Λιβιεράτο, μοιραίες συνέπειες αυτής της πολιτικής. Η οποία συνδυάστηκε αργότερα με χειρισμούς που κατέληξαν στην εμπλοκή του ΚΚΕ στον εμφύλιο πόλεμο, τον οποίο προσπαθούσε, μέχρι τότε, να αποτρέψει.
Ο Λιβιεράτος, εκφράζοντας την αντίθεσή του στην αποχή από τις εκλογές του Μαρτίου 1946, που τη χαρακτήριζε «ό,τι το καταστρεπτικότερο», εκτιμούσε ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πολιτικά μέσα ώστε να αποφευχθεί ο εμφύλιος, «έστω και με θυσίες» (39). Επιπλέον, υποστήριζε ότι ο αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας (ΔΣΕ) ήταν, ούτως ή άλλως, χαμένος εκ των προτέρων, και λόγω της αδυναμίας να στηριχτεί σε παράλληλη επαναστατική κινητοποίηση της εργατικής τάξης στις πόλεις, και ως συνέπεια της άγριας τρομοκρατίας που είχε οδηγήσει στη διάλυση του ταξικού αγωνιστικού κινήματος των εργαζομένων.
Όπως έγραφε, «Εφόσον είχε ηττηθεί στις πόλεις το εργατικό κίνημα, δεν ήταν δυνατόν να κερδίσει από τα βουνά. Αν κέρδισε, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ήταν γιατί υπήρχε ο συνδυασμός του αγώνα των πόλεων (απεργίες, διαδηλώσεις κ.λπ.) με αυτόν του αντάρτικου των βουνών: κυρίως του αγώνα των πόλεων, κατά την γνώμη μου, ο οποίος κυριάρχησε χωρίς καθόλου να λυγίσει. Όσον αφορά το δεύτερο Αντάρτικο άρχισε με δυσμενείς συνθήκες και ήταν από την αρχή καταδικασμένο, όσο ηρωικές και αν ήταν οι προσπάθειες των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού» (40).
Ιδιαίτερα συχνή ήταν η αναφορά του Λιβιεράτου στην εκτόπιση δεκάδων χιλιάδων αγωνιστών και ανθρώπων οι οποίοι απλώς εξέφραζαν συμπάθειαπρος το ΕΑΜ, το ΚΚΕ και την Αριστερά, και κυρίως στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μακρονήσου, όπου εξορίστηκε και ο ίδιος στα 1948-50. Εκεί όπου «προσπάθησαν να σπάσουν σωματικά, αλλά προπαντός ηθικά και ψυχολογικά ολόκληρη γενεά κυρίως νέων ανθρώπων» (41). Επισημαίνοντας ότι αποδυναμώθηκε έτσι και η δυνατότητα ενίσχυσης του ΔΣΕ από χιλιάδες αγωνιστές, καθώς η ηγεσία του ΚΚΕ άργησε «να δώσει εντολή στους αγωνιστές να φύγουν για τα βουνά, με αποτέλεσμα να γεμίζουν οι εξορίες από φυλακισμένους, από στελέχη, όχι μόνο εργατικά, αλλά και με παλιά στελέχη του ΕΛΑΣ (αξιωματικούς, καπεταναίους, μαχητές)» (42).
Επιπρόσθετα, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Λιβιεράτος απέκρουε τη βεβαιότητα ότι αν επικρατούσε το μεγάλο εαμικό επαναστατικό κίνημα μοιραία θα επιβαλλόταν καθεστώς ανάλογο μ’ αυτά που αποτέλεσαν χαρακτηριστικές εκφράσεις του «υπαρκτού σοσιαλισμού», υποστηρίζοντας πως «υπήρχε και η άλλη περίπτωση». Καθώς «η ηγεσία η ελληνική ήταν δεμένη με το γιουγκοσλαβικό κόμμα», θα μπορούσε να υπάρξει μια διαφορετική εξέλιξη, βασισμένη στη βαλκανική συνεργασία με τη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία (43).
Το τροτσκιστικό κίνημα στη δεκαετία του 1940
Κεντρικό στέλεχος του ελληνικού τροτσκιστικού κινήματος επί δεκαετίες, ο Δημήτρης Λιβιεράτος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ιστορία του, την περίοδο της δεκαετίας του 1940, κατά την οποία εντάχθηκε στις γραμμές του. Εξάλλου, η ίδια η πολιτική του διαδρομή εκείνα τα χρόνια θα μπορούσαμε να πούμε πως επηρέασε άμεσα τη μετέπειτα τοποθέτησή του για τα ιστορικά ζητήματα που απασχόλησαν το κίνημα αυτό.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της διαδρομής είναι η προσέγγιση του τροτσκιστικού κινήματος και η ένταξή του σ’ αυτό, μέσα από την πολιτική εμπειρία που αποκόμισε ως μέλος της μικρής επαναστατικής οργάνωσης, που οι θέσεις της την έφερναν σε αντιπαράθεση με το ΚΚΕ, χωρίς, όμως, να ταυτίζεται με τις θέσεις των οργανώσεων που προέρχονταν από τη μεσοπολεμική Αριστερή Αντιπολίτευση, που συγκροτούσε ο τροτσκισμός και ο αρχειομαρξισμός.
Επρόκειτο για την οργάνωση που συγκροτήθηκε το καλοκαίρι του 1941 ως «Επαναστατική Παράταξη του ΚΚΕ», με όργανο την παράνομη εφημερίδα Νέα Εποχή. Ως ομάδα με τον τίτλο της εφημερίδας εντάχθηκε στην Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ) που είχε ιδρύσει ο σοσιαλιστής Ηλίας Τσιριμώκος και η οποία συμμετείχε στην ίδρυση του ΕΑΜ.
Καθώς η ομάδα της «Νέας Εποχής» υποστήριζε τη σύνδεση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με τον προσανατολισμό στη σοσιαλιστική επανάσταση και άρα το ΕΑΜ θα έπρεπε να αποκτήσει σαφή ταξικά χαρακτηριστικά, ερχόταν σε αντίθεση με την πολιτική του ΚΚΕ, που ενέτασσε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα στη στρατηγική των σταδίων. Για το ΚΚΕ, αποκλειστικός άμεσος στόχος ήταν η εθνική απελευθέρωση, μετά την οποία θα ετίθεντο τα ζητήματα της δημοκρατικής ανασυγκρότησης της χώρας, στο πλαίσιο μιας λαϊκής δημοκρατίας, που θα άνοιγε τον δρόμο για το τρίτο στάδιο, αυτό του σοσιαλιστικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Έτσι, το ΕΑΜ θα έπρεπε να διαμορφωθεί ως έκφραση της ευρύτερης δυνατής εθνικής ενότητας, επιδιώκοντας την ένταξη σ’ αυτό ή έστω τη συνεργασία μαζί του όλων των αντικατοχικών πολιτικών δυνάμεων. Όχι μόνο των αριστερών, αλλά και των αστικών, βενιζελικής και αντιβενιζελικής προέλευσης.
Οι θέσεις της ομάδας της «Νέας Εποχής», αλλά και η παρουσία στην ηγεσία της στελεχών αρχειομαρξιστικής και τροτσκιστικής προέλευσης, με πιο γνωστό τον Κώστα Αναστασιάδη, προκάλεσαν την αντίδραση του ΚΚΕ, το οποίο απαίτησε από την ΕΛΔ τη διαγραφή τους. Κάτι που έγινε δεκτό και έτσι η ομάδα συνέχισε τη λειτουργία της εκτός ΕΛΔ, εξακολουθώντας να επιδιώκει τη συμμετοχή των μελών της στο ΕΑΜ, τουλάχιστον εκείνων που δεν ήταν γνωστό ότι συμμετείχαν σ’ αυτήν (44). Το 1943 η ομάδα διασπάστηκε, με τη μειοψηφία της, στην οποία πήρε μέρος και ο νεαρός Κορνήλιος Καστοριάδης, να εντάσσεται στο τροτσκιστικό Διεθνιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΔΚΚΕ), ενώ η πλειοψηφία, με επικεφαλής τον Κ. Αναστασιάδη, συγκρότησε το Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΕΣΚΕ). Τον ίδιο χρόνο το ΕΣΚΕ μετονομάστηκε σε Επαναστατικό Σοσιαλιστικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα Ελλάδας, με επικεφαλής το ιστορικό στέλεχος του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και γραμματέα του ΚΚΕ στα 1923-24, Θωμά Αποστολίδη, ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς, τον Σεπτέμβριο του 1944.
Χαρακτηριστική της σύνθεσης του ΕΣ(Κ)ΚΕ ήταν η συμμετοχή παλαιών στελεχών του ΚΚΕ, όπως ο Θ. Αποστολίδης, στελεχών σοσιαλιστικής προέλευσης, όπως οι Αχιλλέας Γρηγορογιάννης και Ηλίας Παρασκευάς, και αρχειομαρξιστικής-τροτσκιστικής προέλευσης, όπως ο Αναστασιάδης, καθώς και νέων, χωρίς παλιότερη κομματική ένταξη, όπως ήταν ο Δημήτρης Λιβιεράτος, ο Γιώργος Δαλαβάγγας, ο Γιώργος Βασάλος κ.ά. Την άνοιξη του 1945 το ΕΣ(Κ)ΚΕ αυτοδιαλύθηκε και τα μέλη του προσχώρησαν ως τάση, με τον τίτλο «Επαναστατική Διεθνιστική Παράταξη», στην ΕΛΔ-ΣΚΕ, η οποία ήταν το κόμμα που συγκροτήθηκε με τη συγχώνευση της ΕΛΔ με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, αμέσως μετά την αποχώρησή τους από το ΕΑΜ, με επικεφαλής τους Αλέξανδρο Σβώλο και Ηλία Τσιριμώκο. Σύντομα η τάση θα διασπαστεί και η πλειοψηφία, με επικεφαλής τον Γρηγορογιάννη, θα παραμείνει στην ΕΛΔ-ΣΚΕ (το μετέπειτα ΣΚ-ΕΛΔ), αποτελώντας την αριστερή του πτέρυγα, με αναφορές στον Τρότσκι και τη Λούξεμπουργκ. Η μειοψηφία, αποτελούμενη από τη νεολαία (Δαλαβάγγας, Λιβιεράτος κ.ά.) και παλιότερα στελέχη όπως ο Αναστασιάδης, πήρε μέρος το 1946, ως τάση «Κόκκινη Σημαία» (που ήταν ο τίτλος της εφημερίδας του ΕΣ(Κ)ΚΕ και της Επαναστατικής Διεθνιστικής Παράταξης), στο ενοποιητικό συνέδριο των τροτσκιστών και στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Διεθνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΔΚΕ) (45).
Με την ίδρυση του ΚΔΚΕ, τον Ιούλιο του 1946, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού τροτσκισμού, το σύνολο των δυνάμεών του συγκροτούσε ενιαίο πολιτικό φορέα. Με εξαίρεση τη μικρή ομάδα Διεθνιστική Επαναστατική Πρωτοπορία, της Φιλισίας Πουλιοπούλου (χήρας του εκτελεσμένου κατά την Κατοχή ιστορικού ηγέτη του κινήματος, Παντελή Πουλιόπουλου), που σύντομα θα αυτοδιαλυθεί και τα λιγοστά μέλη της θα ενταχθούν στο ΚΚΕ.
Στις γραμμές του τροτσκιστικού κινήματος είχαν διαμορφωθεί δύο αντιμαχόμενες τάσεις, ήδη από το 1939-40, όταν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έθεσε το ζήτημα της στάσης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος απέναντί του.
Είχαν διεξαχθεί τότε πολύμηνες συζητήσεις μεταξύ των κρατούμενων τροτσκιστών της Ακροναυπλίας, οι οποίοι συμφωνούσαν ότι και ο πόλεμος αυτός ήταν ιμπεριαλιστικός, όπως και ο προηγούμενος, του 1914-18. Κατά συνέπεια, η στάση που θα έπρεπε να κρατήσουν οι διεθνιστές κομμουνιστές ήταν ανάλογη μ’ αυτήν της επαναστατικής Αριστεράς (Ρώσοι μπολσεβίκοι, Γερμανοί σπαρτακιστές κ.ά.) του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου: άρνηση υπεράσπισης της πατρίδας (ντεφετισμός), διεθνιστική συμφιλίωση των στρατιωτών των αντιμαχόμενων χωρών και μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο για την ανατροπή του καπιταλισμού.
Εντούτοις, σοβαρές διαφωνίες προέκυψαν σχετικά με τη στάση που έπρεπε να κρατηθεί στην εξαιρετικά πιθανή ή και βέβαιη περίπτωση της εμπλοκής στον πόλεμο της ΕΣΣΔ. Η πλειοψηφία, με επικεφαλής τον Π. Πουλιόπουλο, υποστήριζε την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, έχοντας θέση ανάλογη μ’ αυτήν του Τρότσκι, σχετικά με τον χαρακτήρα της. Ότι επρόκειτο για εργατικό κράτος, παρά τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό που επέβαλε ο σταλινισμός. Η άποψη της μειοψηφίας, που εκφραζόταν, κυρίως, από τον Άγι Στίνα, ήταν ότι στην ΕΣΣΔ «η σταλινική γραφειοκρατία έχει μετατραπεί σε μία καπιταλιστική τάξη» και έπρεπε να επιδιωχθεί και σ’ αυτήν η ήττα, που θα πυροδοτούσε την επανάσταση (46).
Ανάλογη διαφωνία εμφανίστηκε και στην περίοδο της Κατοχής, παρά το ότι όλες οι τροτσκιστικές οργανώσεις απέρριπταν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και χαρακτήριζαν το ΕΑΜ εθνικιστικό και σοβινιστικό. Με τη μία πλευρά (Πουλιόπουλος) να υποστηρίζει ότι, παρ’ όλα αυτά, αναπτυσσόταν ένα επαναστατικό λαϊκό κίνημα που θα μπορούσε να προσανατολιστεί στη σοσιαλιστική επανάσταση, στον βαθμό που θα αποσπώνταν από το ΕΑΜ, και την άλλη να θεωρεί πως πρόκειται για ένα κίνημα με αστικά εθνικιστικά χαρακτηριστικά (Στίνας).
Ο Λιβιεράτος, έχοντας ενταχθεί στο κίνημα μέσα από τις γραμμές της εαμικής Εθνικής Αντίστασης και έχοντας διαμορφώσει τις απόψεις του συμμετέχοντας στο ΕΣ(Κ)ΚΕ, υποστήριξε με τη συγγραφική του δουλειά και με ομιλίες και παρεμβάσεις του σε συζητήσεις, τη θέση για την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, αλλά εξέφραζε και τη διαφωνία του με τη στάση και των δύο αντιμαχόμενων τάσεων του τροτσκιστικού κινήματος απέναντι στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και το ΕΑΜ. Κατά συνέπεια, υποστηρίζοντας την ανάγκη διεξαγωγής εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, τόνιζε ότι το εαμικό κίνημα αποτελούσε την εκδήλωση μιας εργατικής-λαϊκής επανάστασης και ότι ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε σοσιαλιστική επανάσταση.
Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται, «η εμμονή των Ελλήνων τεταρτοδιεθνιστών στην καθαρότητα της ταξικής πάλης ή της επανάστασης και η υποτίμηση του γεγονότος ότι το ζήτημα της εθνικής καταπίεσης από κάποιον ξένο κατακτητή κατείχε πρωτεύουσα θέση στη συνείδηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, έκανε αναπόφευκτη την πολιτική τους απομόνωση» (47).
Σε μια προσπάθεια κατανόησης της στάσης του τροτσκιστικού κινήματος έναντι του ΕΑΜ, ο Λιβιεράτος ανέφερε συχνά ότι ακόμη κι αν οι τροτσκιστές επέλεγαν την ένταξή τους σ’ αυτό, δεν θα γίνονταν δεκτοί. Τονίζοντας ιδιαίτερα την εχθρική αντιμετώπισή τους από το ΚΚΕ, αναφερόταν και στις δολοφονίες τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών και άλλων διαφωνούντων (48), υποστηρίζοντας ότι η ΟΠΛΑ (Οργάνωση Περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνα), η οποία ευθυνόταν για τις περισσότερες απ’ αυτές, είχε εντάξει στις γραμμές της ακόμη και άτομα του υποκόσμου (49).
Ιδιαίτερη σημασία έχει η υπενθύμιση από τον Λιβιεράτο της στάσης που κράτησαν οι τροτσκιστικές οργανώσεις όταν, μετά τα Δεκεμβριανά, αποφασίστηκε από την κυβέρνηση η παροχή συντάξεων στις οικογένειες των θυμάτων της λεγόμενης «κομμουνιστικής εγκληματικής δράσης», που θα κατέθεταν μηνύσεις. Ο σκοπός, βέβαια, της κυβέρνησης ήταν η εξαπόλυση διώξεων κατά των αγωνιστών του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, που κατηγορούνταν για τους θανάτους ταγματασφαλιτών, χιτών, χωροφυλάκων, μαυραγοριτών κ.λπ. Οι τροτσκιστικές οργανώσεις κάλεσαν τις οικογένειες «σε καμιά περίπτωση να μην κάνουν δίκες στα αστικά δικαστήρια». Και είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό και αξιοθαύμαστο το ότι «καμία οικογένεια εκτελεσμένων τροτσκιστών δεν πήγε να ζητήσει σύνταξη στα αστικά δικαστήρια» (50).
Το ΚΔΚΕ τέθηκε εκτός νόμου τον Δεκέμβριο του 1947, με τον διαβόητο Ν. 509, που έθετε εκτός νόμου το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, και συνέχισε τη δράση του στην παρανομία, εκδίδοντας, σχεδόν κάθε μήνα, το δημοσιογραφικό του όργανο, την «Εργατική Πάλη». Μολονότι, όπως ανέφερε ο Λιβιεράτος, υποστήριζε πως θα έπρεπε να αποφευχθεί ο εμφύλιος και το ΚΚΕ θα μπορούσε να επιμείνει σε πολιτικούς χειρισμούς για την αποτροπή του, το ΚΔΚΕ στάθηκε στο πλευρό του ΔΣΕ, ενώ δεκάδες μέλη του, ανάμεσά τους και ο ίδιος, εξορίστηκαν στη Μακρόνησο (51).
1. Δ. Λιβιεράτος, Τα Δεκεμβριανά του 1944, έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/Ρωγμή, Αθήνα 2001, σελ. 16.
2. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης. ΕΚΑ 1910-1916, ΕΕΑΜ 1941, ΕΡΓΑΣ 1945, εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα 2006, σελ. 120.
3. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης […], ό.π., σελ. 131.
4. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης […], ό.π., σ. 128.
5. Δ. Λιβιεράτος, «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», στο Δ. Λιβιεράτος, Γ. Πετρόπουλος, Σ. Μιχαήλ, Αστική και μαρξιστική προσέγγιση της ιστορίας: Η περίπτωση του εμφυλίου πολέμου, έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/Ρωγμή, Αθήνα 2000, σελ. 5.
6. Δ. Λιβιεράτος, Αφήγηση, στο Πάνος Θωμαΐδης, Ημερολόγια εργασίας-Συνδικαλισμός, 2011. https://www.youtube.com/watch?v=iadsqvYyJGU.
7. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης [...], ό.π., σελ. 123.
8. Δ. Λιβιεράτος, Αφήγηση, στο Πάνος Θωμαΐδης, ό.π.
9. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης […], ό.π., σ. 130.
10. Δ. Λιβιεράτος, Τα Δεκεμβριανά του 1944, ό.π., σελ. 16.
11. Δ. Λιβιεράτος, «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», ό.π., σελ. 6.
12. Δ. Λιβιεράτος, «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», ό.π., σελ. 7.
13. Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 31-3-1945.
14. Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 4-4-1945.
15. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης [...], ό.π., σελ. 148-149. Επίσης, Δ. Λιβιεράτος, «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», ό.π., σελ. 7.
16. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης [...], ό.π., σελ. 147.
17. Δ. Λιβιεράτος, Αφήγηση, στο Πάνος Θωμαΐδης, ό.π.
18. Δ. Λιβιεράτος, Αφήγηση, στο Πάνος Θωμαΐδης, ό.π.
19. Δ. Λιβιεράτος, «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, ό.π., σελ. 8.
20. Δ. Λιβιεράτος, Αφήγηση, στο Πάνος Θωμαΐδης, ό.π.
21. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης […], ό.π., σελ. 151. Στο κείμενό του, «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», ό.π., σελ. 8., αναφέρει ότι στη συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς συμμετείχαν 50.000 εργαζόμενοι.
22. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης […], ό.π., σελ. 152-155.
23. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης […], ό.π., σελ. 157. Επίσης, Δ. Λιβιεράτος, 90 Χρόνια ΓΣΕΕ, έκδοση του ΑΡΙΣΤΟΣ-ΓΣΕΕ, Αθήνα 2009, σελ. 101-103.
24. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης […], ό.π., σελ. 165.
25. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης […], ό.π., σελ. 55
26. Δ. Λιβιεράτος, «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», ό.π., σελ. 16-17.
27. Δ. Λιβιεράτος, Μερικά οικονομικά της Κατοχής 1941-1944. Κατοχή-πείνα και υπεύθυνοι, Αθήνα 2012, σελ. 12 (αδημοσίευτο φυλλάδιο). Επίσης, Δ. Λιβιεράτος, «Τα συσσίτια της Κατοχής», περιοδικό Ανοιχτή Πόλη, Μάρτιος-Απρίλιος 2012.
28. Δ. Λιβιεράτος, «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», ό.π., σελ. 5.
29. «Ο Δημήτρης Λιβιεράτος μιλάει για τον Άρη Βελουχιώτη», εφ. Εργατική Αλληλεγγύη, 3-6-2015.
30. Δ. Λιβιεράτος, Τα Δεκεμβριανά του 1944, έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/Ρωγμή, Αθήνα 2001, σελ.
31. Δ. Λιβιεράτος, Τα Δεκεμβριανά του 1944, ό.π., σελ. 16.
32. Αναφέρεται στο Γ. Φαράκος (επιμέλεια), Δεκέμβρης του ’44. Νεότερη έρευνα-νέες προσεγγίσεις, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 1996, σελ. 148-149.
33. Δ. Λιβιεράτος, «Τα Δεκεμβριανά». Προσωπικό αρχείο Δ. Κατσορίδα, σελ. 3.
34. Γ. Φαράκος (επιμ.), Δεκέμβρης του ’44. Νεότερη έρευνα-νέες προσεγγίσεις, ό.π., σελ. 85.4
35. Αναφέρεται στο Γ. Φαράκος (επιμ.), Δεκέμβρης του ’44. Νεότερη έρευνα-νέες προσεγγίσεις, ό.π., σελ. 149.
36. Δ. Λιβιεράτος, «Τα Δεκεμβριανά», σελ. 2. Προσωπικό αρχείο Δ. Κατσορίδα.
37. Δ. Λιβιεράτος, «Τα Δεκεμβριανά», σελ. 5. Προσωπικό αρχείο Δ. Κατσορίδα.
38. Δ. Λιβιεράτος, Τα Δεκεμβριανά του 1944, έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου, ό.π., σελ. 21.
39. «Ο ιστορικός Δημήτρης Λιβιεράτος για τον ελληνικό τροτσκισμό», https://www. dailymotion.com/video/xi2nlh
40. Δ. Λιβιεράτος, «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», ό.π., σελ. 16-17.
41. Δ. Λιβιεράτος, «Πρόλογος», στο Κ. Γιαμπάνης, ΩΔΗ στο Δημήτρη Τατάκη, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 2002, σελ. 9.
42. Δ. Λιβιεράτος, «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», ό.π., σελ. 13.
43. «Ο Δ. Λιβιεράτος μιλάει για τον Δεκέμβρη του ’44», εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη, 30-12-2014.
44. Δ. Λιβιεράτος, Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης […], ό.π., σελ. 148.
45. Για περισσότερα βλ. «Από την ιστορία του ΚΔΚΕ». Εισήγηση, του Δ. Λιβιεράτου, στο Συνέδριο του Ινστιτούτου Πολιτικών και Κοινωνικών Ερευνών «Παντελής Πουλιόπουλος», με γενικό τίτλο: «Διαδρομές του επαναστατικού μαρξισμού στην Ελλάδα», Μάιος 2016. https://www.youtube.com/watch?v=sOR5HTAk7DI
46. «Ο ιστορικός Δημήτρης Λιβιεράτος για τον ελληνικό τροτσκισμό», https://www. dailymotion.com/video/xi2nlh
47. Δ. Κατσορίδας- Δ. Λιβιεράτος- Κ. Παλούκης, Ο ελληνικός τροτσκισμός. Ένα χρονικό 1923-1946, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2003, σελ. 87.
48. Υπολογίζεται ότι υπήρξαν 49 τροτσκιστές και αρχειομαρξιστές δολοφονημένοι. Για περισσότερα βλ. το Πόρισμα της Επιτροπής Πρωτοβουλίας για την αποκατάσταση της μνήμης των αγωνιστών της Αριστεράς που συκοφαντήθηκαν και εκτελέστηκαν από τμήμα της ηγεσίας της (17 Μαΐου 1988).
49. «Ο ιστορικός Δημήτρης Λιβιεράτος για τον ελληνικό τροτσκισμό», ό.π. Επίσης, Δ. Λιβιεράτος, «Από την ιστορία του ΚΔΚΕ», ό.π.
50. Βλ. στο Δ. Λιβιεράτος, «Από την ιστορία του ΚΔΚΕ», ό.π., καθώς επίσης, «Ο ιστορικός Δημήτρης Λιβιεράτος για τον ελληνικό τροτσκισμό», ό.π.
51. Βλ. Δ. Λιβιεράτος, «Από την ιστορία του ΚΔΚΕ», ό.π. Επίσης, «Ο ιστορικός Δημήτρης Λιβιεράτος για τον ελληνικό τροτσκισμό», ό.π., καθώς και στο «Δημήτρης Λιβιεράτος: Αναμνήσεις από το κολαστήριο της Μακρονήσου», συνέντευξη στον Δ. Κατσορίδα, 26-10-1949. https://www.youtube.com/watch?v=dNvSpQJTANc
Βιβλιογραφία
Αλεξάτος Γιώργος, Ιστορικό λεξικό του ελληνικού εργατικού κινήματος, δ΄ έκδ. Κύμα 2017.
- «Το ΕΕΑΜ και η εργατική τάξη στην Αντίσταση (1941-1944)», kommon.gr, 16-17/7/2021.
- Η εργατική τάξη στην Ελλάδα. Κοινωνική συγκρότηση και ταξικοί αγώνες στα 1940-1990, εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2024.
Εμμανουηλίδης Μάριος, Αιρετικές διαδρομές. Ο ελληνικός τροτσκισμός και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2002.
Ιδεολογική πάλη ανάμεσα στο ΚΚΕ και στις παραφυάδες του ελληνικού τροτσκισμού 1946-1947, έκδοση Κομμουνιστικής Επιθεώρησης, Αθήνα 1947.
Κουκουλές Γιώργος, «Η συμβολή του Εθνικού Εργατικού Απελευθερωτικού Μετώπου στον αγώνα για την επιβίωση», περιοδικό Αρχειοτάξιο, τεύχος 3, 2001.
Λαμπάτος Γαβριήλ, «Δεκέμβρης και αριστερή διαφωνία», στο Γ. Φαράκος (επιμέλεια), Δεκέμβρης του ’44. Νεότερη έρευνα-νέες προσεγγίσεις, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 1996.
Λιβιεράτος Δημήτρης, «Ελ Ντάμπα. 33 χρόνια», περιοδικό Ενότητα, Απρίλιος 1978.
- «Ο ρόλος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», στο Δ. Λιβιεράτος, Γ. Πετρόπουλος, Σ. Μιχαήλ, Αστική και μαρξιστική προσέγγιση της ιστορίας: Η περίπτωση του εμφυλίου πολέμου, έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/Ρωγμή, Αθήνα 2000.
- Τα Δεκεμβριανά του 1944, έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών/Ρωγμή, Αθήνα 2001.
- Πρόλογος, στο Κ. Γιαμπάνης, ΩΔΗ στο Δημήτρη Τατάκη, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 2002.
- Ο ελληνικός τροτσκισμός. Ένα χρονικό 1923-1946, εκδόσεις ΦιλίστωρΑθήνα 2003 (μαζί με τους Δ. Κατσορίδα-Κ. Παλούκη).
- Ομιλία στις «Συζητήσεις της ΟΣΕ το 1995. Για την Αντίσταση και τον Άρη Βελουχιώτη», έκδοση του περιοδικού Ενότητα, Αθήνα 2004.
- Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης: ΕΚΑ 1910-1916, ΕΕΑΜ 1941, ΕΡΓΑΣ 1945, εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα 2006.
- 90 Χρόνια ΓΣΕΕ, έκδοση ΑΡΙΣΤΟΣ-ΓΣΕΕ, Αθήνα 2009.
- Τα Πετράλωνα κάποτε. Τα Πετράλωνα που ζήσαμε, εκδόσεις Αμόνι, Αθήνα 2009.
- «Όταν κυβερνούσε ο κόσμος της Αντίστασης», εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη, 14-12-2011.
- Αφήγηση, στο Πάνος Θωμαΐδης, «Ημερολόγια εργασίας-Συνδικαλισμός», 2011. https://www.youtube.com/watch?v=iadsqvYyJGU
- Η Λαϊκή Αυτοδιοίκηση στην Ελεύθερη Ελλάδα 1941-1944, Αθήνα 2011.
- «Τα συσσίτια της Κατοχής», περιοδικό Ανοιχτή Πόλη, Μάρτιος-Απρίλιος 2012.
- Μερικά οικονομικά της Κατοχής 1941-1944. Κατοχή-πείνα και υπεύθυνοι, Αθήνα 2012.
- «Ο Δ. Λιβιεράτος μιλάει για τον Δεκέμβρη του ’44», εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη, 30-12-2014.
- «Ο Δημήτρης Λιβιεράτος μιλάει για τον Άρη Βελουχιώτη», εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη, 3-6-2015.
- «Από την ιστορία του ΚΔΚΕ». Εισήγηση, του Δ. Λιβιεράτου, στο Συνέδριο του Ινστιτούτου Πολιτικών και Κοινωνικών Ερευνών «Παντελής Πουλιόπουλος», με γενικό τίτλο: «Διαδρομές του επαναστατικού μαρξισμού στην Ελλάδα», Μάιος 2016. https://www.youtube.com/ watch?v=sOR5HTAk7DI
- «Τα Δεκεμβριανά». Προσωπικό Αρχείο Δ. Κατσορίδα.
- «Ο ιστορικός Δημήτρης Λιβιεράτος για τον ελληνικό τροτσκισμό», https://www.dailymotion.com/video/xi2nlh
- «Αναμνήσεις από το κολαστήριο της Μακρονήσου», συνέντευξη στον Δ. Κατσορίδα, 26-10-2017, https://www.youtube.com/ watch?v=dNvSpQJTANc
Πόρισμα της Επιτροπής Πρωτοβουλίας για την αποκατάσταση της μνήμης των αγωνιστών της Αριστεράς που συκοφαντήθηκαν και εκτελέστηκαν από τμήμα της ηγεσίας της (17 Μαΐου 1988).
Φαράκος Γρηγόρης (επιμέλεια), Δεκέμβρης του ’44. Νεότερη έρευνα-νέες προσεγγίσεις, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 1996.
Χατζής Θανάσης, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, τρεις τόμοι, εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα 1977-1979.
*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο "Δημήτρης Λιβιεράτος. Άνθρωπος της δράσης, λόγιος της εργατικής τάξης", εκδ. ΙΝΕ/ΓΣΕΕ