"Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη" Μίλαν Κούντερα

Γιώργος Αλεξάτος



gnalexatos@yahoo.gr

Ετιεν Μπαλιμπάρ, Για τη μαρξιστική έννοια του "καταμερισμού της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας" και την πάλη των τάξεων

2014-04-01 15:25
 
  Εκτύπωση
Περιοδικό "Θέσεις", τεύχος 17, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1986

 
Για τη μαρξιστική έννοια του «καταμερισμού της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας» και την πάλη των τάξεων*
του Ετιέν Μπαλιμπάρ
μετάφραση: Χρήστος Θεοχαράς
 

Οι σύγχρονοι αναγνώστες του Μαρξ δεν μπορούν να αγνοούν την κεντρική θέση που κατέχει η έννοια του «καταμερισμού της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας» (στο εξής: καταμερισμός ΧΕ/ΠΕ) στο έργο του, γιατί έχουν στη διάθεση τους ένα κείμενο που οργανώνεται ολόκληρο γύρω από αυτή ακριβώς την έννοια: Τη Γερμανική Ιδεολογία του 1845, που συχνά έγινε δεκτή σαν η «πρώτη» συνολική παρουσίαση του ιστορικού υλισμού. Το κλασσικό αυτό κείμενο οργανώνεται σε τέτοιο σημείο γύρω από την παραπάνω έννοια ώστε η ίδια η λογική της ιστορικής διαδικασίας γίνεται συνολικά αντιληπτή μέσα από αυτούς τους όρους. Ο καταμερισμός ΧΕ/ΠΕ καθοδηγεί τον ορισμό των τάξεων. Αποτελεί το «υλιστικό» ισοδύναμο της φιλοσοφική ιδέας της αλλοτρίωσης την αντικατάσταση της οποίας από την έννοια του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ προτείνει ρητά ο Μαρξ. Επιτρέπει, κατ' αυτό τον τρόπο την ανάπτυξη μιας «υλιστικής» εξήγησης της γένεσης του Κράτους στις ταξικές κοινωνίες και μια; προλεταριακής κριτικής της «πολιτικής» των κυρίαρχων τάξεων. Εξηγεί τέλος την ανάδυση και τη λειτουργία της ιδεολογίας. Δείχνεται έτσι η αναγκαιότητα και φωτίζεται το περιεχόμενο της ιδέας του κομμουνισμού με την έννοια τη; «πραγματικής κίνησης που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων»: Ο κομμουνισμός, είναι η εξάλειψη των ταξικών διαφορών, αλλά όχι και η έκθλιψη ή η εξίσωση των ατομικών διαφορών. Αντίθετα, είναι η «ελεύθερη» ανάπτυξη μιας καθαρά ανθρώπινης ποικιλότητας που θα ξεδιπλωθεί μόνο υπό την προϋπόθεση ότι σε κάθε άτομο, «χειρωνακτική» και «πνευματική» παραγωγικότητα επανασυνδέονται (είναι αυτό που σε κάποιο περίφημο, αλλά απομονωμένο, χωρίο του Κεφαλαίου ο Μαρξ θα ονομάσει ανάδυση του «ολοκληρωτικού ανθρώπου»).

Ωστόσο ή προοπτική ανάγνωσης που υποβάλλει η Γερμανική Ιδεολογία είναι σε μεγάλο βαθμό απατηλή. Ανεξάρτητα, προς το παρόν, από το ποιοι υπήρξαν οι λόγοι της μη ολοκλήρωσης και της μη δημοσίευσης του, το γεγονός είναι ότι το κείμενο αυτό παρέμεινε κρυμμένο επί ένα περίπου αιώνα και το θέμα που αναπτύσσει δεν επανεμφανίστηκε σαν τέτοιο σε κανένα από τα μεταγενέστερα γραπτά. Ας σημειωθεί εδώ ότι αν εξαιρέσουμε κάποιους υπαινιγμούς, το ίδιο περίπου συμβαίνει, με τα χωρία των Grundrisse που επικαλούνται ένα «μετασχηματισμό της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη».. Μου φαίνεται σαφές ότι οι επιλογές αυτές του Μαρξ συνδέονται με βαθύτατες δυσκολίες.

Είναι κατ' αρχή ο κίνδυνος της συγκρότησης γύρω απ' αυτές τις έννοιες μιας νέας «φιλοσοφίας της παγκόσμιας ιστορίας», και μάλιστα υλιστικής, στην οποία η έννοια του κομμουνισμού στην πραγματικότητα δεν θα διακρινόταν καθόλου από τα άλλα κλασικά σχήματα του τέλους της Ιστορίας, ή του απολύτου. Στη συνέχεια, προβάλλει η δυσκολία να χαρακτηρίσουμε (ακόμα και φιλοσοφικά) το νόημα της τάσης προς τον κομμουνισμό σε σχέση με την εργασία, ή αν θέλετε, το περιεχόμενο της απελευθέρωσης προς την οποία προσβλέπει το προλεταριάτο: Από τη μια μεριά, απελευθέρωση σε σχέση με την ίδια την εργασία (όχι μόνο σαν υποκειμενική σε εκμετάλλευση εργασία αλλά σαν φυσικό καταναγκασμό που θα έπρεπε να ελαττωθεί στο ελάχιστο, αφού «το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει οπωσδήποτε εκεί που σταματά η αναγκαιότητα»). Από την άλλη. μετασχηματισμός, μάλλον μετάλλαξη της εργασίας κατά τρόπο ώστε να καταστεί με τη σειρά της «η πρώτη ανάγκη του ανθρώπου» και μ' αυτή την έννοια, όχι η άρνηση της ανθρώπινης επιθυμίας, αλλά η πραγμάτωση της (όχι το αντίθετο, αλλά το ισοδύναμο της αρχής της ευχαρίστησης: ιδέα που έχει υπερασπιστεί ο Φουριέ κατά τρόπο μεγαλοπρεπή και σουρεαλιστικό).

Η δυσκολία αυτή είναι αξεπέραστη ακριβώς λόγω της ταξικής θέσης που επενδύει ο Μαρξ στο συλλογισμό της «πραγματικής κίνησης». Γιατί ήταν εμφανής - και είναι σήμερα περισσότερο εμφανής από ποτέ - μια βαθιά αμφισημία στις στάσεις και το λόγο της εργατικής τάξης απέναντι στην εργασία: Άλλοτε καταξιωμένη, άλλοτε περιφρονημένη, άλλοτε αντικείμενο αποστροφής, άλλοτε μέσο επιβεβαίωσης της ατομικότητας, παρά την εκμετάλλευση και κόντρα σ' αυτή. Ακόμα κι αν, προφανώς, δεν πρόκειται για τις ίδιες όψεις της εργασίας ούτε, κάποτε, για τους ίδιους εργαζόμενους στις δύο περιπτώσεις, η αμφισημία αυτή είναι αρκετή ώστε να μην επιτρέπει σε καμιά από τις δύο τάσεις που αντιφατικά ενώνει, να γενικευτεί με ένα απλό τρόπο.

Τέλος, η δυσκολία συνδέεται με την ίδια τη θέση του «θεωρητικού» δηλ. του διανοούμενου, απέναντι στο εργατικό κίνημα, από τη στιγμή που αυτός βρίσκεται σε θέση να εκστομίσει τους «γενικούς σκοπούς του κινήματος». Η θέση λοιπόν αυτή δεν θα είχε καμιά ιδιαιτερότητα αν ο Μαρξ παρέμενε, όπως άλλοι, ένας ιδεολόγος εξωτερικός προς το εργατικό κίνημα. Το πρόβλημα τίθεται ακριβώς στο μέτρο που μπόρεσε να παίξει εδώ ένα ιστορικό, «οργανικό» ρόλο, και που, από την πλευρά τους εργαζόμενοι και οργανώσεις επαναστατών αγωνιστών εργατών αναγνωρίστηκαν μαζικά στη θεωρία του Μαρξ, και τέλος ενόσω ακόμα ζούσε επένδυσαν ορισμένες από τις έννοιες του στους αγώνες τους. θα έπρεπε λοιπόν να είναι σε θέση να αναλύσει το ζήτημα της σχέσης μεταξύ «θεωρίας» και «πρακτικής» κατά τρόπο κριτικό: υλιστικό και ιστορικό. θα έπρεπε να είναι σε θέση να αντιπαραθέσει τις συχνά οξυμένες αντιφάσεις των σχέσεων αυτών προς τις ιστορικές συνθήκες που κατέστησαν δυνατή, σε μια δεδομένη συγκυρία τη συνάντηση της διανόησης και των εργατικών πρακτικών, χωρίς την οποία προφανώς δεν θα είχε υπάρξει κανένα επαναστατικό κίνημα, ούτε κανένα εργατικό κίνημα, ακόμα και ρεφορμιστικό.

Ας αρκεστούμε εδώ απλά στην παρατήρηση: Αναμφίβολα ήταν αδύνατο - όχι μόνο «ψυχολογικά», αλλά και ιστορικά - να συνοδεύεται το ξεκίνημα μιας επιστημονικής θεωρίας της πάλης των τάξεων από τη γνώση των ίδιων της των συνθηκών και των ορίων. Ή. με άλλους όρους, ήταν αδύνατο να συνοδεύεται από μια κριτική ανάλυση αυτού του «παράδοξου»: του ότι δηλ. η παρουσίαση μιας (προλεταριακής) ταξικής άποψης θεωρία δεν προέρχεται καθόλου από το στόμα ενός «προλεταριακού υποκειμένου», παρ' όλο ότι (το υποκείμενο αυτό) είναι αχώριστα συνδεδεμένο, με πραγματικούς δεσμού: με την εργατική τάξη.

 

 

Από τη θεωρητική σιγή στη βοή της «πολιτιστικής επανάστασης».

 

Το γεγονός είναι ότι στο μεγαλύτερο μέρος των μαρξιστικών κειμένων, το πρόβλημα του «καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ» είτε μετατοπίζεται, είτε διαγράφεται σαν απλός φιλοσοφικός ορίζοντας και σημείο θεωρητικής φυγής. Ορίζοντας του μέλλοντος: αναφορά στον κομμουνισμό σαν το τέλος του «υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας». Ορίζοντας του παρελθόντος και μάλιστα της προϊστορίας: Τάση συσχέτισης των αρχών της πάλης των τάξεων και του ρόλου που έπαιξε η εργασία στη ανθρωποποίηση (Ένγκελς), σε μια εξελικτιστική προοπτική, παρά την αντίθεση στην παρακαμπτήριο των εννοιών που την ίδια στιγμή επιχειρούσε ο «κοινωνικός δαρβινισμός».

Στο Κεφάλαιο έχουμε να κάνουμε περισσότερο με μια μετατόπιση, στην οποία θα επανέλθουμε: Υποταγμένο στη θεωρία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης το πρόβλημα του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ γίνεται εδώ αντικείμενο συγκεκριμένων και περιορισμένων αναλύσεων. Αποσπάται εκ βάθρων από κάθε φιλοσοφική σκόπευση της παγκόσμιας ιστορίας. Αυτός ο ίδιος ο περιορισμός αποτελεί ωστόσο τον όρο μιας αξιοσημείωτης θεωρητικής γονιμότητας, αφού - όσο και αν φαίνονται συζητήσιμες σ' αυτό ή στο άλλο σημείο - οι αναλύσεις αυτές προκαταλαμβάνουν με διαφορά πολλών δεκαετιών τη συγκρότηση μιας κοινωνιολογίας της βιομηχανικής εργασίας και εμπεριέχουν ακόμα και απέναντι της μια προεξοφλημένη κριτική αξία, της οποίας η σημασία δεν έχει ακόμα πλήρως εξαντληθεί. Κάθε άλλο μάλιστα.

Στην ιστορία όμως του μαρξισμού, και αυτό είναι εκπληκτικό, το πρόβλημα δεν τέθηκε ποτέ μ' ένα περισσότερο συνεχή τρόπο. Και όταν έγινε κάτι τέτοιο, άμεσα ή έμμεσα, έγινε πάντοτε στα πλαίσια μιας κριτικής της «οικονομιστικής» ορθοδοξίας της ΙΙης και της ΙΙΙης Διεθνούς. Έτσι έγινε με τα «αριστερίστικα» και «εργατοσυμβουλιακά» ρεύματα (από την Ρ. Λούξεμπουργκ ως τον Πάννεκοκ) σε σχέση με την ιεραρχική οργάνωση των σοσιαλιστικών κομμάτων. Και κυρίως με τον Λένιν παρά τις «συγκεντρωτικές» πολιτικές τάσεις που άκριτα του προσάπτουν. Αυτό ισχύει ήδη από τις αξιοσημείωτες αναλύσεις του Τι να κάνουμε που διαχωρίζονται από το «καουτσκικό» μοντέλο, υποτάσσοντας σε μια διπλή κριτική τόσο την έννοια του «εργατικού αυθορμητισμού», όσο και αυτή του «αυθορμητισμού των διανοούμενων», μέχρι τις θέσεις της επαναστατικής περιόδου που αρχίζουν από την αναδρομή στη μαρξική έννοια του κομμουνισμού («κι όταν οι μαγείρισσες θα κυβερνήσουν το Κράτος, δεν θα υπάρχει Κράτος με την κυριολεξία του όρου» σαν «ειδικός μηχανισμός» κυριαρχίας, γράφει το Κράτος και Επανάσταση), και που κορυφώνονται στο πρόγραμμα μιας μαζικής «πολιτιστικής επανάστασης» σαν αντίδοτο στη γραφειοκρατικοποίηση του κράτους και στην κρατικοποίηση του επαναστατικού κόμματος.

Ας σημειωθεί ότι αυτή η αποφασιστικής σημασίας ιδέα της «πολιτιστικής επανάστασης» δεν περιορίζεται στο σχέδιο μιας γενίκευσης της στοιχειώδους εκπαίδευσης για όλους (για να βγει η Ρωσία από την «καθυστέρηση» της), αλλά περιλαμβάνει και αυτό μιας μαζικής πρακτικής της πολιτικής και της οικονομικής «διαχείρισης», σχέδιο που έχει μια καθολική αξία. Η ιδέα αυτή της «πολιτιστικής επανάστασης» δεν βρίσκεται λιγότερο παγιδευμένη σε μια θεωρητική αμφισημία παρόμοια με αυτή που είχαμε συναντήσει στον Μαρξ αναφορικά με την εργασία. Γιατί, άλλοτε ο Λένιν υποστηρίζει μια ριζική απλοποίηση των λειτουργιών της κοινωνικής και οικονομική; διαχείρισης (για την οποία - απλοποίηση - πιστεύει μάλιστα ότι θα ήταν το «φυσικό» αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης της παραγωγής, αυτός ο κριτικό; του «αυθορμητισμού»!). Άλλοτε ξαναπιάνει την ιδέα ενός προς συγκρότηση εργατικού «πολυτεχνισμού» ανώτερου από την «ειδίκευση» των αστών διανοουμένων, ιδέα που ο Μαρξ είχε ήδη υπερασπιστεί κατά τις συζητήσεις της Ιης Διεθνούς για την εκπαίδευση. Και πάλι. μπορούμε να συνδέσουμε αυτή την ταλάντευση με αποκλίνουσες τάσεις που είναι ταυτόχρονα παρούσες στη λαϊκή διεκδίκηση μιας δημοκρατία; πιο πραγματικής από τον κοινοβουλευτισμό και στη «μεταβίβαση της εξουσίας» που βασιλεύει μέσα στο αστικό κράτος: Το εξισωτικό αίτημα απομυστικοποίησης των γραφειοκρατικών ιεραρχιών, του διοικητικού «απόρρητου» ή των απόρρητων της εξουσίας, ταυτόχρονα με το αίτημα της κατάκτησης της διανόησης και της τεχνικής. Εάν το κράτος καταστεί απλό, και μάλιστα διαφανές, ακόμα και οι μαγείρισσες θα μπορούν να το κυβερνούν. Αλλά το κράτος καθίσταται απλό μόνο εφ' όσον οι μαγείρισσες γίνουν «ειδήμονες» και διαφανές μόνο εφ' όσον οι εργαζόμενοι μπορούν οι ίδιοι να οργανωθούν για να επιβάλλουν την δημόσια επικοινωνία των γραναζιών του.

Αυτή ακριβώς η αμφισημία παραπέμπει σε μια μείζονα ιδεολογική αντίφαση. Αυτή που αντιπαραθέτει την ιδέα μιας νέας «προλεταριακής» κουλτούρα:, που αναπτύσσουν οι εργαζόμενοι με βάση το ιδιαίτερο ιστορικό τους περιεχόμενο και τους αγώνες τους, στην ιδέα μιας κατάκτησης της υπάρχουσας κουλτούρα;· (επομένως, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, της αστικής «κληρονομιάς») από το προλεταριάτο.

Τα πρώτα χρόνια της Ρώσικης Επανάστασης, πριν αυτή στραγγαλιστεί κάτω από το τριπλό βάρος της «υπανάπτυξης», της καπιταλιστικής περικύκλωσης και της σταλινικής πολιτικής, το πρόβλημα της «υπέρβασης» του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ υπήρξε αντικείμενο ενός μαζικού διαλόγου και ποικίλων πειραματικών προσπαθειών, που διέσχιζαν τον εκπαιδευτικό μηχανισμό, το κόμμα, τις πολιτιστικέ: οργανώσεις, τα συνδικάτα και τον παραγωγικό μηχανισμό. Ο διάλογος αυτός είχε μια άμεσα πολιτική, σημασία κατ1 αρχή, γιατί οι αντιμαχόμενες για την εξουσία τάσεις πήραν μέρος και έριξαν όλο τους το βάρος σ' αυτόν (όπως έγινε με την Προλετκουλτ και τον Εργατικό Έλεγχο), αλλά κυρίως γιατί ο διάλογος αυτός άγγιζε το ζήτημα της ίδιας της φύσης του κρατικού μηχανισμού. Παρ' ότι σύντομη, και παρά την τραγική της κατάληξη, η ιστορική αυτή εμπειρία «σε πραγματικό μέγεθος» είναι γεμάτη από διδάγματα. Δείχνει με συγκεκριμένο τρόπο την επέκταση του πεδίου της «πάλης των τάξεων» έξω από την «οικονομική» και «πολιτική» σφαίρα όπου την περιχαράκωναν η ιδεολογία και η πρακτική των μαρξιστικών κομμάτων (πριν την φυλακίσουν εκεί εκ νέου στη διάρκεια της ΙΙΙης Διεθνούς, παρά την απόπειρα του Γκράμσι) εξ αιτίας της στενά νομικής και τεχνικιστικής τους αντίληψης της εκμετάλλευσης και της εξουσίας.

Παραδόξως, αυτή η ιστορική εμπειρία δεν είχε κανένα αντίκτυπο στη θεωρία. Απλά και μόνο, ενεργοποίησε στην ΕΣΣΔ και γύρω απ' αυτή μια πλειάδα από προϋπάρχοντα ιδεολογικά ρεύματα. Τα μεν. κυριαρχούμενα από ένα επιστημονισμό, προεξέτειναν τις ιδέες τη; φιλοσοφίας του Διαφωτισμού και ταύτιζαν τη σοσιαλιστική επανάσταση με μια χειραφέτηση μέσω του εκδημοκρατισμού της γνώσης, του σχολείου. Τα δε. κυριαρχούμενα από ένα φιλελευθερισμό, εκούσια ή ακούσια επέστρεφαν στα θέματα του επαναστατικού «εργατιστικού» συνδικαλισμού και του αναρχισμού, αποκηρύσσοντας σ' όλους τους τόνους τη μονοπώληση της εξουσίας από τους κατόχου; της «γνώσης», τους οποίους ταύτιζαν ανάλογα με την περίσταση είτε με μια «επιβίωση» της αστική; τάξης, είτε με μια «νέα τάξη» εν δυνάμει εκμεταλλευτών.

Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η λανθάνουσα επιμονή και των πιο αντιδιαμετρικών τάσεων σε μια νατουραλιστική και εξελικτιστική αντίληψη της γνώσης, της επιστήμης και των τεχνικών που πραγματικά απαγορεύει δια παντός τη θεωρητική ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων «παραγωγής της γνώσης». Καταλαβαίνουμε έτσι γιατί τελικά «τερματίστηκε» - με όλες τις έννοιες του όρου* - όλος αυτός ο διάλογος όταν επιβλήθηκε μια κρατική ιδεολογία (ο σταλινικός μαρξισμός) στους κόλπους της οποίας η «ανθρωπιστική» ομολογία πίστεως («ο Άνθρωπος το πολυτιμότερο Κεφάλαιο») συμπλέκεται την ίδια στιγμή με την αστική οικονομική θέση: «τα στελέχη αποφασίζουν για τα πάντα».

Στην ιστορία των σοσιαλιστικών χωρών, αυτών στις οποίες έγινε μια άμεση «εξαγωγή» του σοβιετικού μοντέλου, είτε αυτών στις οποίες έγινε, περισσότερο η λιγότερο «εισαγωγή» του ίδιου μοντέλου μετά από μια αύτοχθον επανάσταση, δεν νομίζω ότι έχουν ξεπεραστεί πραγματικά αυτές οι αντινομίες - με την επιφύλαξη μιας καλύτερης γνώσης της εσωτερικής τους ιστορίας και των διαφορών τους, που είναι ένα από τα μεγάλα τυφλά καθήκοντα της ιστοριογραφίας μας. θα ήταν σίγουρα πολύ διαφωτιστικό να εξετάσουμε, για παράδειγμα, τη σχέση ανάμεσα στις προσπάθειες ανάπτυξης ενός «πολυτεχνισμού» στην Α. Γερμανία (προσπάθειες που προσεγγίζουν παραδόξως την ιδεολογική ριζοσπατικότητα του νεαρού Μαρξ δια μέσου κάποιου αυταρχικού υπερτεχνισμού) και στη εμφάνιση στη χώρα αυτή μιας από τα μέσα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όπως την εκφράζει ο Ρ. Μπάρο στην Αλτερνατίβα: βιβλίο εξ ίσου αντιφατικό με τον συγγραφέα του που συνδυάζει ανεκτίμητες αναλύσεις των μορφών οργάνωσης της εργασίας και των ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων που αναδύθηκαν από την «οικοδόμηση του σοσιαλισμού» με μεσσιανικές απόψεις εμπνευσμένες από το γερμανικό ιδεαλισμό και το χριστιανισμό των Ευαγγελίων...

Τελικά, το μεγάλο πολιτικοθεωρητικό γεγονός που θα επαναφέρει το ζήτημα του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ στο κέντρο της μαρξιστικής προβληματικής ανατρέποντας την ορθοδοξία και αποδιαρθώνοντας τελείως τις βασικές της έννοιες, υπήρξε ακριβώς η Κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση. Όχι μόνο λόγω της εσωτερικής της ιστορίας, αλλά και λόγω της κρίσιμης παγκόσμιας συγκυρίας μέσα στην οποία παρήχθη, συγκυρίας που «συμπύκνωνε» μια εκπληκτική πλειάδα αντιθέσεων, που άγγιζε μάζες από όλες τις χώρες πολύ πέρα των οργανώσεων από τις οποίες εξαρτώνταν οι «θεωρητικοί»:

- Ένα δεύτερο κύμα εθνικών, αντιιμιπεριαλιστικών επαναστάσεων στις «υπανάπτυκτες» χώρες του «τρίτου κόσμου» που, αυτή τη φορά δεν σκόπευαν μόνο στο τέλος της αποικιοκρατίας και την πολιτική ανεξαρτησία, αλλά στην οικονομική και πολιτιστική απελευθέρωση. Μ' αυτό τον τρόπο το καπιταλιστικό «μοντέλο ανάπτυξης» των ίδιων των παραγωγικών δυνάμεων τέθηκε σε αμφισβήτηση, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου εκπαίδευσης των «τεχνικών» των «διανοουμένων» και των «στελεχών». Το ζήτημα θα παραμείνει ανοικτό σ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '60 και στις αρχές της δεκαετίας του '70. Δεν είναι σίγουρο ότι σήμερα έχει σβήσει τελείως.

- Μια γενική, αλλά οξυμένη κρίση στα κέντρα του χρηματιστικού και βιομηχανικού καπιταλισμού των μορφών οργάνωσης της εργασίας και των μορφών παραγωγής, μορφών που σφραγίστηκαν από αυτό που ονομάσθηκε «ταιυλορισμός» και «φορντισμός» και την επέκταση της εργασίας των O.S.*. Όλο το σύστημα των ειδικεύσεων, των επαγγελματικών ιεραρχιών, των εργατικών και εργοδοτικών ιδεολογιών, των εκπαιδευτικών πολιτικών, των πολιτικών επαγγελματικής κατάρτισης εισέρχονταν έτσι σε κρίση πολύ πριν από την κρίση των χρηματιστικών ή των νομισματικών συστημάτων.

- Οι «μαζικές ιδεολογικές εξεγέρσεις» της εκπαιδευόμενης και διανοούμενης νεολαίας (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Αλτουσέρ), των οποίων η σχεδόν ταυτόχρονη σύμπτωση και η διεθνής τους επέκταση θέτει ένα πρόβλημα αλλά που ωστόσο, σίγουρα δεν μπορούν να αναχθούν σε μηχανικό αποτέλεσμα της κρίσης του «καθεστώτος της καπιταλιστικής συσσώρευσης». Φαινόμενο «παγκοσμιοποίησης» των ιδεολογικών αντιθέσεων που έκανε να αντηχήσουν μαζί (ακόμα και με το κόστος πελώριων παρεξηγήσεων) η γενιά των κινέζων «κοκκινοφρουρών» και η γενιά του Μάη του '68, ξεσηκωμένες ενάντια στην «αστική εκπαίδευση».

- Τέλος, η ανοικτή εκδήλωση της εσωτερικής πολιτικής κρίσης του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» και του «υπαρκτού σοσιαλισμού» μετά το 1956.

Το ζήτημα της αστικής ιδεολογίας, της ταξικής συνείδησης, του καταμερισμού της εργασίας, η πολικότητα εργάτες/διανοούμενοι σχημάτιζαν λοιπόν τους «κοινούς τόπους» αυτής της συγκυρίας, τουλάχιστον όπως αυτή αντανακλόνταν πάνω στο «δυτικό» καπιταλιστικό κόσμο. Την ίδια στιγμή που ξεσπούσε ήδη η κρίση του μαρξισμού, ήμασταν μάρτυρες στο συγκεκριμένο αυτό σημείο ενός πραγματικού «νέου ξεκινήματος» για το οποίο νομίζω ότι κάποτε θα γίνει αντιληπτό ότι. ακόμα και αν δεν παρήγαγε μια νέα και ενοποιημένη θεωρία ωστόσο τροποποίησε ριζικά την ίδια τη χρήση ορισμένων εννοιών και την αντίστοιχη σημασία των παλιών προβλημάτων. Στο νέο αυτό ξεκίνημα συνεισέφεραν εξ ίσου οι διάφορες κριτικές «νέες αναγνώσεις» του Κεφαλαίου και η ανακάλυψη αναλύσεων όπως αυτή του Bravermann, ή η πρόκληση κάποιων «αστικών» κοινωνιολογικών αναλύσεων που εφάρμοζαν την προβληματική της πολιτιστικής ανθρωπολογίας στην εμπειρική μελέτη των κοινωνικών ανισοτήτων (Βourdieu και Passerron).

 

 

Η ανθρωπολογία της εργασίας
 

Μπορούμε να επιχειρήσουμε - θα επανέλθω εδώ αμέσως πιο κάτω - έναν απολογισμό της εργασίας αυτής που συνθέτουν οι τόσοι συγγραφείς. Προηγουμένως όμως πρέπει να ανατρέξουμε εν συντομία στο ιδεολογικό βάθρο των μαρξιστικών θέσεων για την εργασία και τον «καταμερισμό ΧΕ/ΠΕ».

Θα λέγαμε λοιπόν ότι το βάθρο αυτό αποκρυσταλλώνεται γύρω από δύο καίρια θέματα. Το πρώτο είναι άμεσα πολιτικό: είναι η ιδέα των πρωτείων της παραγωγής (της «Βιομηχανίας» όπως έλεγαν οι Σαιν-Σιμονικοί), που ανάγει τη «σφαίρα της παραγωγής» στον πυρήνα της πραγματικότητας ολόκληρης της κοινωνικής ζωής, πυρήνα στον οποίο έρχονται να υποταχθούν, άμεσα ή έμμεσα, όλες οι άλλες πρακτικές. Η ιδέα αυτή αναδεικνύει κυριολεκτικά τη μορφή του «παραγωγού» σε «μονάδα μέτρησης» κάθε πρακτικής και επομένως σε «υποκείμενο» της ιστορίας. Το δεύτερο θέμα είναι φιλοσοφικής προέλευσης. Είναι η ιδέα της υλικότητας της εργασίας, με την έννοια μιας «ανταλλαγής μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης» που αντιστοιχεί σε μια δαπάνη «δύναμης» ή ενέργειας, που επενδύεται πάνω στην ύλη.

Τα θέματα αυτά συγκροτούν την πιθανή αφετηρία μιας πολιτικοφιλοσοφικής ανθρωπολογίας οι μακρινές ρίζες της οποίας θα μας οδηγούσαν, αν τις ακολουθούσαμε, στους φυσιοκράτες ή ακόμα και στον Αριστοτέλη. Η ανθρωπολογία όμως αυτή είχε, ήδη πριν από τον Μαρξ σε κάθε λεπτομέρεια αποσαφηνιστεί από τους «ουτοπικούς» σοσιαλιστές. Το υπόβαθρο αυτό δεν θα αλλάξει ουσιαστικά όταν ο μαρξισμός για να αναπτυχθεί και να γίνει ευρύτερα αποδεκτός κατέφευγε στα επιχειρήματα του δαρβινικού νατουραλισμού. Αντιστοιχεί προφανώς στις συγκεκριμένες συνθήκες ζωής και εργασίας που δημιούργησε η «βιομηχανική επανάσταση» του ΧΙΧου αιώνα: γενίκευση του χάσματος μεταξύ διεύθυνσης και εκτέλεσης των καθηκόντων, και ιδιαίτερα αποσύνθεση αυτού που αποτελούσε μέχρι τότε η «χειρωνακτική εργασία», δηλ. η χωρίς άλλο προσδιορισμό εργασία (αφού, σε καμιά προκαπιταλιστική κοινωνία δεν θεωρήθηκε η καθαρά διανοητική δραστηριότητα σαν μια ειδική. «εργασία» συγκρίσιμη και προσθέσιμη στη χειρωνακτική εργασία - πολύ σημαντικό σημείο το οποίο θα συναντήσουμε επίσης παρακάτω). Με τη βιομηχανική επανάσταση αρχίζει μια διαδικασία που αποστερεί τη χειρωνακτική εργασία από τις «διανοητικές» της λειτουργίες αλλά συγχρόνως τον αποστερεί από τις καθαρά χειρωνακτικές της ικανότητες (επιδεξιότητα του τεχνίτη, «πιάσιμο του χεριού», κλπ.). Το αποτέλεσμα είναι ότι, εξωτερικά, δεν μένει τίποτα από την αρχική χειρωνακτική εργασία, αφού ο εργαζόμενος καθίσταται παράρτημα της μηχανής ή του συστήματος μηχανών (εν αναμονή του συστήματος των ηλεκτρονικών). Το ιδεολογικό υπόβαθρο του ουτοπικού σοσιαλισμού αποτελεί συγχρόνως μια έκφραση και μια αντίδραση κατά της διαδικασίας αυτής, εφαρμόζοντας στο νέο πεδίο των ταξικών αγώνων τον εξισωτισμό που προέρχονταν από τη Γαλλική Επανάσταση. Από εδώ μπορεί προφανώς να γεννηθεί η υποψία ότι όλη αυτή η πολιτική ανθρωπολογία της εργασίας αποδεικνύεται εντελώς ξεπερασμένη, από τη στιγμή που μεταγενέστερες φάσεις της ιστορίας των συγχρόνων κοινωνιών ανέδειξαν αυτό που μοιάζει σαν κάποια μαζική διανοητικότητα, είτε με την προοδευτική άνοδο του επιπέδου «ειδίκευσης» της βιομηχανικής εργασίας, είτε με τον πολλαπλασιασμό των «μη χειρωνακτικών» καθηκόντων στην παραγωγή, τη διοίκηση, τις κοινωνικές υπηρεσίες κλπ (τα άσπρα κολάρα του «τριτογενούς»...).

Είναι άξιο προσοχής το ότι η κριτική που κατηύθυνε ο Μαρξ στο ιδεολογικό υπόβαθρο του «ουτοπικού σοσιαλισμού, κριτική που επέμενε στην αναγκαιότητα μιας επιστημονικής θεωρίας της εκμετάλλευσης (εξ ου και η προσφυγή σ' ορισμένες κατάλληλα μετασχηματισμένες έννοιες της πολιτικής οικονομίας) παράγει τελικά η ίδια ένα πολύ επαμφοτερίζον αποτέλεσμα. Από τη μια πλευρά, απομακρυνόμενη όλο και περισσότερο από τις διατυπώσεις της Γερμανικής Ιδεολογίας απορρίπτει την έννοια του «καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ» σαν έσχατο θεμέλιο των ταξικών ανταγωνισμών και την αντικαθιστά με αυτή, του τρόπου παραγωγής και των σχέσεων παραγωγής. Από την άλλη όμως προσδίδει μια «επιστημονική θεμελίωση» στην ιδέα ότι οι «θανάσιμες» αντιθέσεις του καπιταλισμού συνδέονται με την διαιώνιση του «καταμερισμού εργασίας στη μανουφακτούρα» στα νέα πλαίσια της μεγάλης βιομηχανίας, σε σύγκρουση με τον «πολυτεχνισμό» που απαιτεί η ανάπτυξη της τεχνολογίας. Αυτές οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις θα συνδέονται λοιπόν επίσης με τη διαιώνιση των προνομίων της μόρφωσης για την αστική τάξη. Με την ευκαιρία αυτή ο Μαρξ ξαναβρίσκει αναφορικά με την «αταξική κοινωνία» τις ίδιες τις θέσεις του ουτοπικού σοσιαλισμού, κάνοντας τες όμως να έπονται μιας «επιστημονικής απόδειξης» της αναγκαιότητας τους.

Πραγματικά, πρέπει να είναι σαφές ότι το ζήτημα της «χειρωνακτικής» και «πνευματικής» εργασίας δεν μπορεί ποτέ να αναλυθεί στα πλαίσια μιας απατηλής επιστημονικής καθαρότητας, έξω από κάθε φιλοσοφική ανθρωπολογία. Όπως και κάποιες άλλες ανάλογες διϊστορικές «μεγάλες διαιρέσεις» (φύση/κουλτούρα, άντρες/γυναίκες, πόλεις/ύπαιθρος, κλπ.), έτσι κι αυτή, είναι συστατική κάθε ανθρωπολογίας, δηλ. κάθε απόπειρας ορισμού μιας έννοιας του «ανθρώπου» ή της ανθρώπινης ιστορίας: Αυτό δεν ισχύει μόνο για τον περίγυρο του ΧVΙΙΙου και του ΧΙΧου αιώνα αλλά και για το δικό μας εξ ίσου, όπως μπορούμε να το διαπιστώσουμε για παράδειγμα στο αξιοσημείωτο έργο του Leroi-Gourhan, που είναι στο σύνολο του μια επανεκτίμηση της παραδοσιακής προσέγγισης των σχέσεων μεταξύ «homo faber» και «homo sapiens». Αντίστροφα, αν αληθεύει ότι κάθε ιστορική (επιστημονική) ανάλυση των σύγχρονων μορφών του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ και των τάσεων τους, συνδέεται αναγκαστικά με μια θέση στην πάλη των τάξεων, και επομένως με μια τοποθέτηση σ' ένα πεδίο εν εξελίξει ιδεολογικών συγκρούσεων, με παρεμβάσεις που θα προλαβαίνουν την επίλυση των συγκρούσεων αυτών, μπορούμε να φανταστούμε ότι, απλά και καθαρά, ξεπερνά τις ανθρωπολογικές έννοιες.

Να προσβλέπουμε λοιπόν στη διόρθωση των κλασικών διακηρύξεων του μαρξισμού, στην προσαρμογή τους στην εξέλιξη του σημερινού καπιταλισμού και σοσιαλισμού, όχι μέσα σ' ένα απατηλό ιδεολογικό κενό, αλλά έχοντας καθαρά αναγνωρίσει τα πολιτικά επίδικα αντικείμενα του ανθρωπολογικού λόγου.

 

 

Ένας διπλός καταμερισμός: «Εργοστάσιο» και «Σχολείο»
 

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν, για να ολοκληρώσουμε, να σκιαγραφήσουμε αυτό που θα μπορούσε να είναι μια συνολική μαρξιστική προβληματική του «καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ», όχι με όρους «αποτελεσμάτων» ή θέσεων, αλλά με όρους ζητημάτων ανοιχτών στην έρευνα, λαμβάνοντας συγχρόνως υπ' όψη μας όσα η συλλογική εργασία των 10 ή 15 τελευταίων χρόνων επέτρεψε να αποσαφηνιστούν.

Όπως είδαμε και παραπάνω, η μαρξιστική θεωρία κατά τη συγκρότηση της βρέθηκε μπλεγμένη σ' ένα δίλημμα αναφορικά με τις σχέσεις μεταξύ «καταμερισμού της εργασίας» και «ταξικής διαίρεσης», δίλημμα το οποίο δεν μπόρεσε να προσπελάσει παρά μόνο παρακάμπτοντας εν μέρει το πρόβλημα που είχε αρχικά τεθεί. Και αυτό γιατί αποδεικνυόταν εξ ίσου αδύνατο να διαχωρίζεις την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής από τον καταμερισμό ΧΕ/ΠΕ και να τα ταυτίζεις (κατά μείζονα λόγο να ανάγεις την εκμετάλλευση στον καταμερισμό ΧΕ/ΠΕ).

Ας παρατηρηθεί κατ' αρχή ότι οι ίδιες οι έννοιες της «χειρωνακτικής εργασίας» και της «πνευματικής εργασίας» δεν μπορούν να έχουν σταθερό ή «φυσικό» περιεχόμενο. Μια απλή ένδειξη για το παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι ο όρος «πνευματική εργασία» (αδιανόητος για ένα αρχαίο Έλληνα ή Ρωμαίο, αν όχι και για ένα κληρικό ή μοναχό του Μεσαίωνα) δεν στάθηκε δυνατό να γενικευτεί πριν τον καπιταλισμό. Πραγματικά, η χρήση του όρου αυτού δεν έχει σαν αφετηρία της κάποια ανάλυση της εργασίας ως κοινωνικής διαδικασίας ή ως ατομικής δραστηριότητας: Αρκείται στην εκ των υστέρων καταγραφή - θα δούμε στη συνέχεια το γιατί - μιας εφαρμογής της αφηρημένης κατηγορίας «εργασία» στη δραστηριότητα των «διανοουμένων». Το πιο σημαντικό είναι ότι κάθε ορισμός μιας φυσικής «όασης» για τις χειρωνακτικές και τις πνευματικές δραστηριότητες (για παράδειγμα μια διάκριση μεταξύ δαπάνης ενέργειας και επεξεργασίας πληροφοριών με σκοπό την πρόβλεψη και τον έλεγχο) οδηγεί αναγκαστικά στη θέση ότι η εργασία εν γένει σαν κοινωνική, συλλογική δραστηριότητα, είναι ταυτόχρονα «χειρωνακτική» και «πνευματική» μ' αυτή την έννοια (συμπεριλαμβάνοντας στο «χειρωνακτική» κάθε δαπάνη ανθρώπινης ενέργειας). Με την αυστηρή έννοια του όρου, δεν υπάρχει εργασία χωρίς γνώση του αντικειμένου της και των συνθηκών της γνώσης που μπορεί να παίρνει διαφορετικές ιδιαίτερες μορφές, άμεσες ή έμμεσες. Η επιστημονική γνώση είναι απλά μια από αυτές.

Ακόμα, δεν υπάρχει ποτέ αυστηρά «ατομική» εργασία (αντίθετα με τον μύθο του Ροβινσώνα). Αντίστροφα, από τη στιγμή που η κοινωνική εργασία αποτελεί το αντικείμενο ενός καταμερισμού εργασίας που μετασχηματίζεται ιστορικά, εμφανίζεται μεν μια διάκριση μεταξύ των ιδιαίτερων δραστηριοτήτων, που όμως δεν μπορεί να καταστεί απόλυτη (αντίθετα με κάποιον άλλο μύθο που μας έρχεται από την αρχαιότητα: τον μύθο των ανθρώπων μηχανών «εμψύχων οργάνων», σε αντιδιαστολή με τους ανθρώπους σκέψη). Στην αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχε ούτε μετασχηματισμός της ύλης, ούτε ενδεχόμενη οργάνωση της εργασίας στο χρόνο και στο χώρο. Ακόμα και οι περισσότερο απειδικευμένες, οι περισσότερο «αποβλακωτικές» εργασίες μεταξύ αυτών που δημιούργησε η αστική βιομηχανική επανάσταση εμπεριέχουν λοιπόν πάντα μια απαραίτητη «διανοητική» όψη. Το κεφάλαιο ενώ αξιώνει και τείνει σταθερά να πραγματοποιεί το αντίστροφο (βλέπε τις περίφημες δηλώσεις του Ταίηλορ και της παρέας του για τον «άνθρωπο βόδι» των καταναγκαστικών έργων), στην πραγματικότητα δεν βγαίνει ποτέ από την ανάγκη να λαβαίνει υπ" όψη του, με αντιφατικό τρόπο, αυτό ακριβώς το γεγονός.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ταξικές κοινωνίες δεν οδήγησαν σ' ένα, ολοένα και οξύτερο ανταγωνισμό μεταξύ των δύο αυτών πλευρών της κοινωνικής εργασίας. Σημαίνει όμως ότι ο αντίστοιχος τομέας τους μετασχηματίζεται αδιάκοπα και μπορεί να οριστεί μόνο αναδρομικά.

Έτσι λοιπόν είδαμε κατ' αρχή τον καπιταλισμό να κατατείνει στη μέγιστη «μηχανοποίηση» της «χειρωνακτικής» εργασίας που κληροδότησε η χειροτεχνία. Η τάση αυτή φυσικά, δεν έχει παύσει σήμερα να λειτουργεί συμπεριλαμβάνοντας και τα καινούργια «επαγγέλματα» που προήλθαν από την εκβιομηχάνιση. Η μηχανοποίηση προκάλεσε', σαν αντίκτυπο, την εμφάνιση «γενικών λειτουργιών» προγραμματισμού, συντονισμού και ελέγχου που ασκήθηκαν από τους άμεσους εκπροσώπους του κεφαλαίου. Στις συνθήκες όμως του καπιταλισμού, η επέκταση αυτού του καταμερισμού προκάλεσε την ανάδυση, σε μια δεύτερη φάση, μιας νέας τάσης, φαινομενικά αντίστροφης προς την προηγούμενη: μιας τάσης κατάτμησης και στη συνέχεια μηχανοποίησης (μέσω της πληροφορικής) της ίδιας της «διανοητικής εργασίας» (εξ ου και η πιθανότητα εν δυνάμει περάσματος ενός μεγάλου μέρους δραστηριοτήτων που κάποτε υπήρξαν αδιαχώριστες από την οργάνωση της εκμετάλλευσης, στην πλευρά της «υποκείμενης σε εκμετάλλευση εργασίας»). Αυτή ακριβώς η τάση όταν επεκτείνεται έξω από την καθεαυτή «παραγωγική» σφαίρα τροφοδοτεί τις αντιθετικές αναπαραστάσεις της διανοητικοποίησης της εργασίας και της μηχανοποίησης της διανοητικότητας. Το όριο μεταξύ των εν δυνάμει εναλλάξιμων εργαζομένων και των «εξατομικευμένων» και «επαγγελματοποιημένων» λειτουργιών μετατοπίζεται ριζικά. Με τον όρο λοιπόν «καταμερισμός ΧΕ/ΠΕ» πρέπει αυστηρά να εννοήσουμε αυτή την (δια αντιφατική κίνηση.

Εν πάσει περιπτώσει η παρατήρηση αυτή είναι ανεπαρκής για να διαφωτίσει τη σχέση του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ και της πάλης των τάξεων αν δεν διευκρινιστεί ότι επιβάλλεται η θεώρηση ενός διπλού καταμερισμού του οποίου η καταγωγή και τα ιστορικά αποτελέσματα είναι ριζικά διαφορετικά.

1) Υπάρχει κατ' αρχή μια διάκριση της οποίας η καταγωγή είναι προκαπιταλιστική, και μάλιστα ανάγεται σε εποχές που προηγήθηκαν κατά πολύ του καπιταλισμού. Η διαίρεση αυτή δεν διαπερνά τις ίδιες τις παραγωγικές εργασίες αλλά οριοθετεί την παραγωγή και τις μη παραγωγικές δραστηριότητες που εν δυνάμει συγκεντρώνονται στον κρατικό μηχανισμό και στους ειδικευμένους «ιδεολογικούς μηχανισμούς» που ανέπτυξαν οι διαδοχικές κυρίαρχες τάξεις. Αυτή ακριβώς η διάκριση δημιουργεί αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε «επαγγελματίες ιδεολόγους»: Ιερείς, δικαστές, καθηγητές, διανοούμενους, καλλιτέχνες...

Είναι γνωστό ότι στην ιστορία κάθε νέα κυρίαρχη τάξη τείνει να τροποποιήσει τη μορφή των δραστηριοτήτων αυτών δημιουργώντας τους δικούς της «οργανικούς» (Γκράμσι) διανοούμενους, τους οποίους αντλεί συγχρόνως από τις δικές της δυνάμεις και από τις δυνάμεις των εκμεταλλευόμενων τάξεων (γι' αυτό ακριβώς θα έπρεπε να λεχθεί ότι συγκροτείται σαν κυρίαρχη τάξη με τις διαστρωματώσεις της, τις εσωτερικές της ιεραρχίες, αναπτύσσοντας μια νέα διαμόρφωση της «διανοούμενης» δραστηριότητας ταυτόχρονα με την ανακατανομή των μέσων παραγωγής).

Βασικότερης όμως σημασίας είναι το γεγονός ότι παρ' όλους τους μετασχηματισμούς κάθε νέα κυρίαρχη τάξη. «κληρονομεί» τη γενική μορφή του καταμερισμού και την διατηρεί. Απ' αυτή την άποψη, δεν υπάρχει ποτέ απόλυτη ρήξη, όπως εξ ίσου δεν υπάρχει απόλυτη ρήξη στην ιστορία του εν γένει κρατικού μηχανισμού. Αντίθετα έχουμε μια υλική σύζευξη συνεχείας/μετασχηματισμού που αναδεικνύει το κράτος σ' ένα «μοναδικό» ιστορικό αντικείμενο - σε αντίθεση με τους τρόπους παραγωγής - όχι διιστορικό, ωστόσο αλληλένδετο με την ιστορία περισσότερων από ένα τρόπων παραγωγής.

Στη Γέννηση της κλινικής (το διαφωτιστικότερο ίσως για το θέμα μας βιβλίο του) ο Μισέλ Φουκώ παρακολούθησε την ιστορία των πολιτικών και ιδεολογικών αγώνων που επέτρεψαν, στην εποχή της Γαλλικής επανάστασης τόσο την «καταστροφή» του παλαιού ιατρικού μηχανισμού του παλαιού καθεστώτος όσο και την ανασυγκρότηση ενός ιεραρχημένου «ιατρικού σώματος». Στην Εθνική Γαλλική γλώσσα (Hachette Litterature, 1974) οι Renee Balibar και Dominique Laporte έδειξαν πως η «γραμματικοποίηση» της εκπαίδευσης, απαραίτητη για τη συγκρότηση του αστικού σχολικού μηχανισμού πραγματοποιήθηκε με τη σύνδεση των παιδαγωγικών προτύπων του παλαιού καθεστώτος με μια μαζική πρακτική της γλώσσας πού προήλθε από την ίδια την πολιτική επανάσταση. Οι περιγραφές αυτές έρχονται να υπενθυμίσουν το, γνωστό εξάλλου, «αμάλγαμα» που πραγματοποίησαν οι Carnot και Bonaparte με τους στρατιωτικούς τεχνικούς της απόλυτης μοναρχίας και τους νεοσύλλεκτους του επαναστατικού ξεσηκωμού, θα μπορούσε να λεχθεί ότι το αμάλγαμα είναι η γενική μορφή συνέχειας/ μετασχηματισμού του κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ξεχνούμε ότι αυτό το αμάλγαμα παριστά συγκεκριμένα μια διαδοχή σκληρών ταξικών αγώνων μεταξύ παλιάς και νέας κυρίαρχης τάξης όπως και μεταξύ της τελευταίας αυτής και των εκμεταλλευόμενων τάξεων που έχει στον έλεγχο της.

Μήπως λοιπόν η διάκριση ΧΕ/ΠΕ αναπαράγεται γιατί το κράτος συνεχίζεται μέσα από τις ίδιες της αναδομήσεις του; Για να είμαστε ακριβείς θα έπρεπε να το πούμε αντίστροφα: Το κράτος δεν θα μπορούσε ούτε να συνεχίζεται ούτε να αναδομείται αν κατά βάση, δεν αναπαράγονταν ο καταμερισμός ΧΕ/ΠΕ. Γιατί ο ίδιος ο σχηματισμός μιας «κυρίαρχης» τάξης δεν είναι ποτέ μια άμεση συνέπεια της ανάπτυξης ενός νέου τρόπου παραγωγής. Είναι πάντοτε ένα ιστορικό πρόβλημα «προς επίλυση» μέσα στην πάλη των τάξεων και τις διαδικασίες μαζικής κοινωνικοποίησης. Εξ ου και η βασική σημασία των ιδεολογικών σχέσεων και της ιδιαίτερης ταξικής πάλης που εκτυλίσσεται εκεί.

Ο Μαρξ είχε τουλάχιστον παραγνωρίσει την ιδιαιτερότητα αυτών των κοινωνικών σχέσεων (ακόμα και αν δεν τις είχε αγνοήσει στην πρακτική) εξ αιτίας ακριβώς της περιοριστικής φιλοσοφικής του αντίληψης για την «υλικότητα», αντίληψης που τον οδηγούσε συνεχώς να ταυτίζει το ιδεολογικό με κάποιες μορφές «συνείδησης» που απλά αντανακλούν το «κοινωνικό είναι» χωρίς όμως να το συνιστούν. Εδώ ακριβώς φαίνεται όλη η ανακρίβεια της περίφημης - πλην βαριάς σε συνέπειες στην ιστορία των εργατικών κομμάτων - διατύπωσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου σύμφωνα με την οποία όταν τίθεται σε κρίση η αστική κυριαρχία οι διανοούμενοι «που υψώνονται σε σημείο κατανόησης της ιστορικής διαδικασίας» προσχωρούν στο στρατόπεδο της εργατικής τάξης... Στην πραγματικότητα, η προσχώρηση αυτή είναι πάντοτε ένα πρόβλημα. Αποτελεί ακόμα εντονότερο πρόβλημα στην περίπτωση μιας σοσιαλιστικής επανάστασης όπου προϋποτίθενται όχι μόνο κάποιες ιδιαίτερες ιδεολογικές μορφές αγώνα (που δεν μπορούν ούτε να ψηφιστούν ούτε να νοθευτούν...) αλλά μια πραγματική αναστροφή τάσης στις σχέσεις της χειρωνακτικής και της πνευματικής εργασίας, τουλάχιστον, εάν το ταξικό κράτος οφείλει να παραχωρήσει τη θέση του σε μορφές «δημοκρατίας των μαζών» και «κυβέρνησης των παραγωγών».

2) Παρ' όλα αυτά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εισήγαγε επίσης μια δεύτερη μορφή καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ ριζικά διαφορετική, που αντεπιδρά άμεσα πάνω στην προηγούμενη: ένα καταμερισμό ΧΕ/ΠΕ μέσα στην παραγωγή ενυπάρχουσα στις σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής. Ο καταμερισμός αυτός δεν έχει κανένα πραγματικό ιστορικό προηγούμενο (ακόμα κι αν, για παράδειγμα η δουλεία είχε κάποτε επιμερίσει τη διεύθυνση και την εκτέλεση σε τεράστια κλίμακα, μεταξύ διαφορετικών τύπων ανθρώπων, απ' όπου και οι συχνές αναφορές του Μαρξ στη «μισθωτή δουλεία») γιατί ακριβώς βασίζεται στην ανάπτυξη της τεχνολογίας.

Εδώ θα ήθελα να υπογραμμίσω μόνο ορισμένα σημεία ευρέως αποδεκτά από όλους εκείνους τους μαρξιστές αναλυτές της διαδικασίας της εργασίας που δεν ανάγουν την έννοια των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής ούτε στην απλή νομική «ατομική» ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ούτε στο απλό υπολογίσιμο αποτέλεσμα της αξιοποίησης του κεφαλαίου, αλλά την ορίζουν λαμβάνοντας υπ' όψη το σύνολο των μορφών της ταξικής πάλης στην παραγωγή ή το σύνολο των μορφών οργάνωσης της υπερεργασίας.

Ας υπενθυμίσουμε αρχικά ότι δεν υπάρχει «τεχνολογία» με την κυριολεξία του όρου πριν τον καπιταλισμό και ότι οι μορφές μιας μη καπιταλιστικής τεχνολογίας είναι ακόμα, κάτι περισσότερο από προβληματικές... Η ανάπτυξη της τεχνολογίας στον καπιταλισμό δεν είναι εξωτερική προς την ιστορία της κοινωνικής σχέσης παραγωγής. Η ειδικά καπιταλιστική μορφή εκμετάλλευσης της εργασίας είναι αυτό που ο Μαρξ ονομάζει παραγωγή «σχετικής υπεραξίας». Η προσαρμογή της εργασιακής δύναμης στις τεχνικές εκείνες που βασίζονται στην εφαρμογή των φυσικών επιστημών παράγει κεφαλαιοποιήσιμη υπερεργασία μόνον εφ' όσον τείνει ταυτόχρονα στην άνοδο της κοινωνικής παραγωγικότητας της εργασίας και την ατομική της εντατικοποίηση. Το γεγονός ακριβώς αυτό απονέμει, παρά τις περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένες εργατικές αντιστάσεις, μια ιδιαίτερη «ποιότητα» στην εργασιακή δύναμη και προσανατολίζει σε συνάρτηση προς την εκμετάλλευση την ίδια τη σχεδίαση των μηχανών και των τεχνολογικών συστημάτων (αφού κάθε τεχνολογικό σύστημα είναι ένα «σύστημα ανθρώπων μηχανών» εξαρτώμενο όχι μόνο από κάποια επιστημονική θεωρία αλλά, και από τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης τους).

Ωστόσο η ίδια η «ποιότητα» της εργασιακής δύναμης δεν εξελίσσεται με κάποιο ομοιόμορφο τρόπο στην πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης (αντίθετα με ότι πίστευε ο Μαρξ που υπέθετε μια αυξανόμενη «απλοποίηση» και «ομογενοποίηση» επιφυλάσσοντας τις σύνθετες τεχνικές λειτουργίες της παραγωγής για μια μικρή μειοψηφία τοποθετημένη εκτάκτου προλεταριάτου). Η «ποιότητα» της εργασιακής δύναμης χαρακτηρίζεται μάλλον από αυτό που πρόσφατα ο Michle Freyssenet μπόρεσε να ονομάσει διπλή κίνηση «απειδίκενσης/υπερειδίκευσης της εργασιακής δύναμης» (βλ. Μ. Freyssenet, Ο καπιταλιστικός καταμερισμός εργασίας, Παρίσι, Savelli, 1977). Η κίνηση αυτή πρέπει να νοηθεί βεβαίως, όχι σε σχέση με κάποια φανταστική «φυσική» νόρμα, αλλά σε σχέση με τις υπάρχουσες ιστορικές μορφές, σε μια δεδομένη στιγμή, σε μια δεδομένη διαδικασία.

Η εμπειρία δείχνει, νομίζω καθαρά, ότι η υπερειδίκευση δεν είναι λιγότερο αλλοτριωτική με τον τρόπο της, ακόμα κι αν συνοδεύεται από προφανώς πιο πλεονεκτικέ; συνθήκες ζωής και εργασίας. Το σημαντικό όμως εδώ είναι να μετρηθούν σ1 όλη τους την έκταση τα φαινόμενα ανταγωνισμού που η υπερειδίκευση αυτή συνεπάγεται και που θα συνεπάγονταν πάντοτε, από τη στιγμή, που καθορίζονταν σαν πολιτικός στόχος η εισαγωγή μορφών αυτοδιαχείρησης στην παραγωγή, θα ήταν μια καθαρή χίμαιρα το να φανταστούμε ότι η υπερειδίκευση αυτή δε θα προσέκρουε ολοκληρωτικά σε αντιστάσεις και προστριβές μεταξύ των «παραγωγών» ριζωμένες όχι μόνο στις μισθολογικές ιεραρχίες αλλά και στην υλικότητα των παραγωγικών σχέσεων που στην περίστάση αυτή παίρνουν την μορφή «τεχνικών» εμποδίων. Και πάλι ο επαναστατικός μετασχηματισμός είναι αδιανόητος χωρίς το τίμημα μιας πραγματικής αναστροφής τη: τάσης της οποίας οι μορφές είναι προς αναζήτηση στη διάρκεια ενός μακρόχρονου συλλογικού πειραματισμού κάτω από ευνοϊκές πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες.

Τελικά, η ειδικά καπιταλιστική μορφή καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ υλοποιείται λοιπόν στο ρόλο που προσάπτει ο καπιταλισμό; στα ίδια τα μέσα παραγωγής. Ο Μαρξ είχε ήδη υπογραμμίσει αυτά τα «πρωτεία των μέσων παραγωγής» (και της χαρακτηριστικής στον ιστορικό ρόλο του καπιταλισμού «παραγωγής των μέσων παραγωγής»). Πρέπει να προσθέσουμε ότι η ουσιαστική μορφή με την οποία εμφανίζεται η «διανοητική εργασία» σε μια δεδομένη εργασιακή διαδικασία είναι αυτή των εργαλείων, μηχανών και οργάνων, που βέβαια έχουν παραχθεί στη διάρκεια μιας άλλης εργασιακής διαδικασίας και που μ' αυτό τον τρόπο παρουσιάζονται συγχρόνως σαν μέσα «άντλησης» υπερεργασίας και σαν «αποκρυσταλλωμένη διανοητική εργασία» (επιστημονικές και τεχνολογικές γνώσεις ενσωματωμένες στο μέσο παραγωγής).

Ας σημειωθεί εξ άλλου ότι ανατρέχοντας την αλυσίδα της παραγωγής δεν θα φθάσουμε ωστόσο ποτέ σε μια «καθαρά διανοητική» διαδικασία γιατί ακόμα και τα εργαστήρια μελετών και επιστημονικής έρευνας είναι τόποι καταμερισμού της εργασίας, που προϋποθέτουν ένα ολόκληρο σύνολο από υλικά μέσα που προμηθεύονται απ' έξω. Πρόκειται λοιπόν περισσότερο για ένα μόνιμο κύκλο. Αυτό όμως σημαίνει ότι ο καπιταλιστικός χωρισμός του εργαζομένου από τα μέσα παραγωγής σε κάθε εργασιακή διαδικασία παίρνει άμεσα τη μορφή μιας σχεδόν πλήρους έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ των εργαζομένων που χρησιμοποιούν τις μηχανές και αυτών που, τις παράγουν ή τις μετασχηματίζουν, παρά τις όποιες πρόχειρες λύσεις στις οποίες αναγκάζονται να καταφύγουν μηχανικοί, ερευνητές και γραφεία μελετών για να καταγράψουν την πρακτική εμπειρία της παραγωγής.

Αλλά με το χωρισμό αυτό συσχετίζεται ένας άλλος, εξ ίσου βαθύς, ο σχολικός χωρισμός, που αναπτύχθηκε ταυτόχρονα με την γενίκευση της σχολικής εκπαίδευσης: Χωρισμός μεταξύ της στιγμής της «αναπαραγωγής» ή της επαγγελματικής εκπαίδευσης της εργασιακής δύναμης (παρ' όλες τις απόπειρες «μόνιμης επαγγελματικής εκπαίδευσης») και της στιγμής της χρήσης της. Χωρισμός μεταξύ του γενικού ή επαγγελματικού σχολείου και της παραγωγής (παρά τα «τετράμηνα άσκησης» στο εργοστάσιο). Χωρισμός τέλος στο ίδιο το εσωτερικό του σχολείου μεταξύ των «καναλιών» ή «δικτύων» που αναπαράγουν και υποβιβάζουν τον καταμερισμό ΧΕ/ΠΕ λόγω του ότι η ιεραρχία τους γίνεται πάντοτε αντιληπτή σαν μια ιεραρχία αυξανόμενης διανοητικότητας (βλ. τις εργασίες των Baudelot και Establet).

Σημαίνει όμως επίσης ότι κάθε σχέση συνεργασίας μεταξύ των ίδιων των «χειρωνακτών» που χρησιμοποιούν μηχανές (στην πραγματικότητα, που χρησιμοποιούνται απ' αυτές) πραγματοποιείται με τη διαμεσολάβηση του μέσου παραγωγής που ενσωματώνει τη «διανοητική εργασία». Το μέσο παραγωγής καθίσταται έτσι μόνιμο μέσο ελέγχου ασκούμενου πάνω στη «χειρωνακτική» εργασία. Έτσι εξηγείται επίσης γιατί το ζήτημα του ιδεολογικού ελέγχου της ίδιας αυτής της διανοητικής εργασίας αποτελεί πάντα ένα βασικό πολιτικό στοίχημα για την κυρίαρχη τάξη.

Το σύνολο των σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής αποτελεί μια σύνθετη ταξική δομή, που προκειμένου να την κάνουμε να κλυδωνιστεί και να αρχίσουμε να την μετασχηματίζουμε, στη βάση των ίδιων της των εσωτερικών αντιθέσεων, θα πρέπει να την προσβάλλουμε και από τις δύο πλευρές ταυτόχρονα: Αμφισβητώντας στην πράξη τη διάκριση τον σχολείου, τον τρόπο της επαγγελματικής επιμόρφωσης (και «ειδίκευσης») της εργασιακής δύναμης όχι μόνο με την επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και της μόνιμης επαγγελματικής επιμόρφωσης, αλλά με μια επανάσταση στην ίδια τη σχολική μορφή. Και αμφισβητώντας από την άλλη πλευρά την καπιταλιστική χρήση των μέσων παραγωγής, ιδίως με τη δημιουργία της δυνατότητας χρήσης τους από μέρους των εργαζομένων για σκοπούς που ο καπιταλισμός αποκλείει σαν «μη παραγωγικούς» γι' αυτόν, δηλ. μη κερδοφόρους, μη παραγωγούς αξίας και υπεραξίας. Είναι αυτό που για ένα σύντομο διάστημα, είχε αποπειραθεί η κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, καταλήγοντας στην ιδέα μιας νέας Βιομηχανικής επανάστασης με το μετασχηματισμό του εργοστάσιου σε χώρο ταυτόχρονα επιστημονικού πειραματισμού, τεχνολογικής τελειοποίησης και επαγγελματικής επιμόρφωσης των ίδιων των εργαζομένων (βλ. ιδιαίτερα την «έρευνα» για το εργοστάσιο εργαλειομηχανών της Σαγκάης που παραμένει ένα από τα πλουσιότερα ντοκουμέντα της πολιτιστικής επανάστασης και απόδειξη του βαθιά προοδευτικού της περιεχόμενου, πέρα από τις υπερβολές του «μαοϊσμού»).

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού βρίσκεται στο ότι συνδυάζει σε μια ενιαία κοινωνική δομή τις δύο αυτές μορφές καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ τελείως διαφορετικής ιστορικής προέλευσης. Η γενίκευση της σχολικής εκπαίδευσης που υλοποιείται στον ΧΙΧο και τον ΧΧο αιώνα, είναι ακριβώς ο παράγοντας εκείνος που προκάλεσε τη συγχώνευση της μιας και της άλλης στο επίπεδο της αναπαραγωγής.

Ακριβώς γι' αυτό, το ζήτημα των «διανοουμένου» όταν τίθεται αυτόνομα, είτε από μια κοινωνιολογική, είτε από μια ηθική σκοπιά, είναι παραπλανητικό. Οι «διανοούμενοι» (που ο καπιταλισμός κατανέμει σ' ένα ολοένα και περισσότερο πολύπλοκο και άνισο σύστημα «επαγγελμάτων» με τις ιδιαίτερες τους «ειδικότητες») δεν είναι ούτε τα θύματα ούτε οι υπεύθυνοι της εκμετάλλευσης και του κρατισμού. Μέσα στην ποικιλότητα τους αποτελούν βέβαια μια εν δυνάμει ενότητα. Όμως η μορφή του διανοούμενου δεν είναι, αντίθετα με ό,τι νόμιζαν οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού και οι θετικιστές, ο σκοπός ή το ιδανικό στο οποίο θα πρέπει να στοχεύει η σχολική εκπαίδευση και η πολιτιστική ζωή. Αντίθετα, είναι το αποτέλεσμα της διπλής αυτής λειτουργίας που επιτελεί η σχολική εκπαίδευση και μετασχηματίζεται ενόσω αυτή εξελίσσεται σαν κοινωνική διαδικασία μαζών, ακόμα και αν το αποτέλεσμα της σχολικής εκπαίδευσης δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, ουσιαστικά η ανάδειξη «διανοουμένων». Επιφορτισμένοι εξ αρχής με τη λειτουργία του «τσιμέντου» της ταξικής κυριαρχίας μέσα στην παραγωγή και έξω απ' αυτή, βρίσκονται επίσης τοποθετημένοι στο νευραλγικό σημείο της μεταφοράς των αντιθέσεων και των κρίσεων έξω από τα «όρια» του τρόπου παραγωγής, από τη στιγμή που οι κρίσεις αυτές εξελίσσονται σε «κρίσεις της κοινωνίας» (ή, όπως έλεγε ο Γκράμσι, κρίσεις ηγεμονίας).

θέτοντας σε μια τέτοια βάση το ζήτημα του καταμερισμού ΧΕ/ΠΕ, νομίζω ότι περιπλέκουμε την προβληματική που σκιαγράφησε ο Μαρξ αλλά και ταυτόχρονα την διορθώνουμε, ενσωματώνοντας της κάποιες ιδεολογικές και πολιτικές διαστάσεις που σ' ένα μεγάλο μέρος είχε αγνοήσει. Ακόμα, κατά κάποιο τρόπο παρουσιάζουμε την εικόνα μιας σοσιαλιστικής μετάβασης πιο δύσκολης, πιο μακρόχρονης και πιο ανταγωνιστικής αποποιούμενοι οριστικά το μύθο μιας ουσιαστικά ήδη πραγματοποιημένης από τον καπιταλισμό κοινωνικοποίησης, αρνούμενοι ότι το μόνο πού μένει είναι η απελευθέρωση του καπιταλισμού από τα εμπόδια του, ή η «γέννηση» με την κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής που θα φέρει το «κυνήγι των εργοδοτών» ή η εφαρμογή «κριτηρίων σοσιαλιστικής διαχείρισης». Ταυτόχρονα όμως ρίχνουμε φως σε μερικές από τις βαθύτερες αιτίες των οπισθοχωρήσεων και των αποκλίσεων που έχει να επιδείξει η ιστορία των σοσιαλιστικών επαναστάσεων και επομένως συμβάλλουμε στην αντιμετώπιση τους. Και τελικά, θεμελιώνουμε τους επαναστατικούς αγώνες σε μια κοινωνική κίνηση πολύ πιο πραγματική.

 

* Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στη συλλογή με τίτλο: Jean Belkhir el autres: L'intellectuel: L'intelligentsia et les manuels, που εκδόθηκε το 1983 από τις Editions Anthropos.

* Ο όρος liquider στη γαλλική γλώσσα έχει και τις έννοιες της εκκαθάρισης, της απαλλαγής από κάποιον ενοχλητικό, και της φυσικής εξόντωσης (σ.τ.μ.).

* Οι O.S. (ouvriers spesialises) είναι οι βιομηχανικοί εργάτες με το χαμηλότερο βάθρο εξειδίκευσης, των οποίων οι τεχνικές γνώσεις περιορίζονται αυστηρά στο αντικείμενο της δουλειάς τους (σ.τ.μ.).