"Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη" Μίλαν Κούντερα

Γιώργος Αλεξάτος



gnalexatos@yahoo.gr

Όλη νύχτα εδώ (η μαρτυρία του Γιώργου Αλεξάτου)

2023-11-19 09:42

 

Από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου 

Πλησιάζει η 17 του Νοέμβρη, η πεντηκοστή επέτειος από τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο. Το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει τις μέρες αυτές κείμενα σχετικά με «το Πολυτεχνείο», είτε λογοτεχνικά είτε μαρτυρίες. Για παράδειγμα, πριν από μερικά χρόνια είχαμε δημοσιεύσει τη μαρτυρία του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου, ο οποίος ήταν τότε φοιτητής της σχολής Χημικών Μηχανικών και είχε άμεση συμμετοχή. 

Σήμερα, τελευταία Κυριακή πριν από την επέτειο,  δημοσιεύω ένα επετειακό άρθρο, και επιφυλάσσομαι για ανήμερα.Εδώ και λίγα χρόνια άρχισα να αναδημοσιεύω μαρτυρίες από το βιβλίο «Όλη νύχτα εδώ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε επιμέλεια του ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού και φιλοδοξεί ν’ αποτελέσει, όπως λέει ο υπότιτλος, Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει 80 μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετείχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην εξέγερση (εδώ μπορείτε να δείτε τα ονόματά τους) ενώ προτάσσεται εκτενής εισαγωγή του Χανδρινού.

Από το βιβλίο του Χανδρινού έχουμε δημοσιεύσει το 2019 τη μαρτυρία του Γιώργου Σορολοπίδητο 2020 τη μαρτυρία της Ιωάννας Καρυστιάνητο 2021 τη μαρτυρία του αείμνηστου φίλου Κώστα Βοσταντζόγλου, και πέρυσι τη μαρτυρία  του Γιώργου Παυλάκη.

Σήμερα θα διαβάσουμε τη  μαρτυρία του Γιώργου Αλεξάτου, ο οποίος είναι από τους νεότερους που συμμετέχουν  στο βιβλίο του Χανδρινού, μια και το 1973 ήταν μόλις 17 χρονών  -άλλωστε δεν  ήταν φοιτητής, αλλά οικοδόμος και μαθητής  νυχτερινού γυμνασίου. Έχει επομένως  ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μια και η  μαρτυρία προέρχεται από έναν εργάτη. 

Ο Αλεξάτος αποτελεί εξαιρετική περίπτωση διανοούμενου με εργατική προέλευση. Έχει δώσει αξιόλογα έργα, τόσο για το εργατικό κίνημα όσο και για άλλα θέματα, όπως και ένα ουχρονικό μυθιστόρημα. Παλιότερα είχαμε παρουσιάσει το δικό του Ιστορικό Λεξικό του εργατικού κινήματος. Αν διαβάσετε το σχετικό άρθρο, να έχετε υπόψη σας ότι στο μεταξύ έχει κυκλοφορήσει καινούργια, επαυξημένη και βελτιωμένη, έκδοση. 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΤΟΣ

1956,  Αστακός Αιτωλοακαρνανίας, οικοδόμος, μαθητής νυχτερινού γυμνασίου
Εξάρχεια, 7 Φεβρουαρίου 2013
[01:30:30]

Πήγα στο νυχτερινό το 1972, στα 15 μου χρόνια. Στα Πετράλωνα. Και την ίδια χρονιά έγινα και μάστορας – ήμουνα χτίστης. Τότε παίρναμε τετρακόσιες δραχμές (το μεροκάματο στο εργοστάσιο ήταν εκατό δραχμές) και εφτά ώρες τη μέρα. Και έξι ώρες το Σάββατο. Όλα στην οικογένεια πήγαιναν, βέβαια. Νυχτερινό λοιπόν από τη μία και οικο­δομή από την άλλη. Για μένα ήταν ευτυχής συγκυρία. Γιατί υπήρχε όλο αυτό το κλίμα που σε προσανατόλιζε σαφέστατα. Στην οικοδο­μή η πλειονότητα είχε συμμετάσχει στο κίνημα πριν από τη Δικτατο­ρία. Ήταν αριστεροί. Όσοι έμπαιναν γίνονταν πάρα πολύ γρήγορα αριστεροί. Στην οικοδομή υπάρχει ελευθερία έκφρασης. Το γεγονός ότι ήταν μικρά τα συνεργεία και πήγαινες εύκολα σε άλλο εργολάβο δεν δημιουργούσε σχέσεις εξάρτησης. Δεύτερον, συζητούσαμε ελεύ­θερα. Κι όταν λέω ελεύθερα, το εννοώ. Βρίζαν τη Χούντα. Δεν τρα­γουδάγανε Θεοδωράκη, αλλά τραγουδάγανε Καζαντζίδη – τα «τα­ξικά» τραγούδια: «Ο φτωχός, μάνα, καλύτερα να μη γεννιέται» και «Οι­κοδόμοι παλικάρια, με περήφανη ψυχή». Τι να τους κάνει ο μπάτσος; Νόμιμος ήταν ο Καζαντζίδης. Θα μου πεις, δεν υπήρχε φόβος; Όχι. Ποιος θα τολμούσε να πάει να καρφώσει; Σε ποιον να καρφώσει; Ή­ξερε ότι δεν θα ξαναπάταγε σε πιάτσα οικοδόμων. Δεν θα ξανάπιανε δουλειά στην οικοδομή. Όσοι ήτανε δεξιοί ή φιλοχουντικοί, απλώς σωπαίνανε οι άνθρωποι, τους δούλευαν οι άλλοι -περισσότερο κα­ζούρα. Υπήρχε περισσότερο δικτατορία του προλεταριάτου, απελευ­θερωμένα εδάφη! «Φίλε μου, εδώ έχουμε εμείς εξουσία». Η Χούντα είχε αποπειραθεί να χτυπήσει τις πιάτσες με το που έγινε το πραξικό­πημα. Οι πιάτσες ήταν στην Ομόνοια και την Κοτζιά. Στην Ομόνοια ήταν χτίστες και σοβατζήδες, στην Κοτζιά ήτανε κυρίως καλουπα­τζήδες, μπετατζήδες και μπογιατζήδες. Αλλά δεν πέρασε.

Αυτό ήταν το κλίμα στην οικοδομή. Οι πιτσιρικάδες υποψιάζονταν πάρα πολύ γρήγορα. Η μεγάλη πλειονότητα ήταν σχετικά νέος κό­σμος. Οι μαστόροι ήτανε από 25 μέχρι 45 ετών. Η δουλειά ήταν εξαι­ρετικά σκληρή. Εγώ πρόλαβα τους καλουπατζήδες να σπάνε με φτυά­ρια το χαρμάνι και ν’ ανεβαίνουν με τον ντενεκέ στον πέμπτο όροφο. Τότε τέλειωνε αυτό· άρχισαν να παίρνουν μπετονιέρες, αναβατόρια και τέτοια. Όταν πρωτοδούλεψα ως βοηθός σε χτίστες, τα τούβλα τα κουβάλαγε ο άλλος (γιατί εγώ ήμουνα πιτσιρίκος) με τη «γαϊδάρα», μια ξύλινη κατασκευή όπου έβαζες τα τούβλα επάνω κι ανέβαινες. Μετά άρχισαν τα γερανάκια. Οι βοηθοί ήταν μικρών ηλικιών, ακόμα και 13-14 χρόνων. Ήταν εξαιρετικά σκληρή δουλειά· κατά συνέπεια, ήταν πολύ λίγοι μεγάλης ηλικίας. Υπήρχαν και γεροντάκια -πενη­ντάρηδες και εξηντάρηδες-, είχε κατακτήσει κι ο κλάδος τη σύνταξη στα 60 πριν από τη Δικτατορία (το λέγανε «τζάμπα κατάκτηση, γιατί κανείς δεν φτάνει στα 60»), Δεν χρειάζονται πολλά για να γίνεις κομ­μουνιστής. Ειδικά όταν φορτώνεις τούβλα μέχρι τις δυόμισι η ώρα.

Στα νυχτερινά υπήρχε διαφορά ηλικιακή σε σχέση με τα ημερή­σια. Γιατί ήτανε πάρα πολλά τα παιδιά τα οποία αποφάσιζαν να πά­νε γυμνάσιο στα 15 και στα 16. Και είχαν πιάσει ήδη δουλειά. Σε ένα μεγάλο ποσοστό πήγαιναν σε τεχνικές σχολές για κάτι πιο χειροπια­στό. Εκεί που πήγαινα, στην τάξη μου, εγώ και μια άλλη κοπέλα ή­μασταν κανονικά σε ηλικία σχολική. Ο επόμενος ήταν 18, η πλειονό­τητα ήταν 18-25, υπήρχε ένας τριαντάρης κι ένας τριανταπεντάρης. Στα νυχτερινά, επειδή δούλευε ο κόσμος (κι οι καθηγητές παίρναν υπόψη τους ότι τα παιδιά ήταν τσακισμένα από τη δουλειά), γινότανε χαβαλές και πολιτικές συζητήσεις. Βέβαια, κανένας δεν έλεγε -δεν μπορούσε κιόλας- ΚΚΕ, Ρωσία, Κίνα ή Μάο. Ξέρω ’γω, κάτι γινόταν στη Βραζιλία, σχολίαζες, κατήγγειλες γενικά τις δικτατορίες κι άνοι­γε η κουβέντα. Ήταν χαρακτηριστικό ότι εντάθηκαν οι κουβέντες και γίνανε πιο συγκεκριμένες μετά τα γεγονότα της Νομικής (καλά, στις οικοδομές ήταν κατακτημένο). Εγώ στη Νομική είχα πιαστεί μαλακωδώς. Περνούσα από την πίσω μεριά, από τη Σίνα, κι από πάνω ρίχνανε προκηρύξεις της Αντι-ΕΦΕΕ, λέω ας πάρω μερικές να τις ρί­ξω στα Πετράλωνα (καμία σχέση με Αντι-ΕΦΕΕ εγώ, μάλιστα δεν ή­ξερα τότε – νόμιζα ότι είναι πραγματική Αντι-ΕΦΕΕ, έχουνε φτιάξει οι φοιτητές μια αντιδικτατορική). Τις παίρνω, πέσαν οι ασφαλίτες (ό­λοι, μα όλοι όσοι ήταν γύρω μου ήταν ασφαλίτες!) πάνω μου και με τσακίσανε. Και πήγα ύστερα από δυο μέρες σχολείο. Πηγαίνοντας, η κουβέντα ήταν ακριβώς αυτή: Τι έγινε στη Νομική. Αυτό ήταν το κλίμα. Δεν τοποθετούνταν κανένας υπέρ της Δικτατορίας. Ούτε τα παιδιά, ούτε οι καθηγητές. Αυτό που λέγανε είναι πως ο κόσμος εί­ναι μοιρασμένος στα δύο: από τη μία, η Ρωσία, κι απ’ την άλλη, η Αμε­ρική. Το να πολεμάς τη Δικτατορία στην Ελλάδα είναι σαν να ζητάς να διαλυθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Αδιανόητο. Ο­πότε «όλα αυτά δεν οδηγούν πουθενά, τζάμπα φωνάζουνε… Δεν έχει νόημα τίποτα».

Μεσολαβεί το καλοκαίρι, τα γεγονότα με το Ναυτικό, το δημοψή­φισμα, και το Σεπτέμβρη, που ξαναπάμε σχολείο, βράζει από πολιτι­κές συζητήσεις. Είναι και η φιλελευθεροποίηση στη μέση. «Πάμε για εκλογές» και συζητήσεις, αλλά καμιά αντίληψη ότι η Χούντα θα πέ­σει. Η Χούντα απλώς θα φιλελευθεροποιηθεί. Πλησιάζοντας στο Πο­λυτεχνείο, γίνεται το μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου. 4 Νοέμ­βρη. Έχω πάει στο νεκροταφείο μ’ ένα ξαδερφάκι που δούλευε κι αυ­τό στην οικοδομή, μικρότερο από εμένα. Κόσμος και φωνάζει συν­θήματα κατά των εκλογών, κατά της φιλελευθεροποίησης. Όπως βγαί­νουμε, κάτι το συγκλονιστικό, απ’ αυτά που λίγες φορές στη ζωή σου μπορούν να παρουσιαστούν. Κατεβαίνουμε την Αναστάσεως και κό­σμος σε πάρα πολλά μπαλκόνια έχει βγάλει σημαίες ελληνικές (ήταν υποχρεωτικό, για τις εθνικές εορτές). Είναι Δικτατορία κι εσύ μένεις εκεί. Σε επισημαίνουν! Και τραγουδάμε τον «Εθνικό Ύμνο» προσθέτο­ντας μια ακόμα στροφή -όπως και στο Πολυτεχνείο: «Κι άργειε νά ‘ρθει εκείνη η μέρα / κι ήταν όλα σιωπηλά / γιατί τα ‘σκιαζε η φοβέρα / και τα πλάκωνε η σκλαβιά». Αυτό ήτανε σταθερό. «Κάτω η Χούντα των μαύ­ρων συνταγματαρχών», «Έξω οι Αμερικάνοι», «Δεν σε θέλει ο λαός, πάρ’ τον πίθηκο και μπρος» και τα λοιπά. Βγαίνοντας κάτω, γίνεται μακελειό. Πυροβόλησαν. Εγώ ρίχνω μια πέτρα και βρίσκει τον οδη­γό του περιπολικού, οπότε κατεβαίνουν αυτοί και με κυνηγάνε. Φο­ρούσα καλό παντελόνι γιατί την προηγουμένη είχα πάει σε κάτι βα­φτίσια, και πιάνεται στα κλαριά στον μεγάλο αρχαιολογικό χώρο όπου είναι οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός και σκίζεται – τώρα έχει κά­γκελα. Τελειώνουν τα επεισόδια αργά τ’ απόγευμα, πώς να πάω στο σπίτι μου στο Νέο Φάληρο με σκισμένο παντελόνι; Οπότε το κόβω από τις συνοικίες, μέσα από τις Τζιτζιφιές. Και μου συμβαίνει, μά­γκα, το εξής: Έχει φτάσει απογευματάκι -τρεις, τέσσερις η ώρα-, εί­μαι έξω από ένα σπίτι με αυλίτσα στον Νέο Κόσμο και πίνουνε καφέ κάτι γυναίκες. Η μία, είδα, κάτι έραβε… Και πάω και λέω: «Συγγνώ­μη, επειδή σκίστηκε το παντελόνι, μου δίνετε την κλωστή να το πιάσω λίγο;» «Παιδί μου, θα σ’ το πιάσω εγώ». Εγώ ντρεπόμουνα τώρα, 25 χρόνων αυτή (κι ωραία γυναίκα), εγώ πιτσιρικάς -ήταν κι άλλοι καιροί τότε. Όπως το ράβει, λέει σε μια στιγμή: «Γίνονται φασαρίες ε;» Λέω: «Ναι». Κι απευθύνεται στις άλλες: «Έχει κι ο Πέτρος υπη­ρεσία σήμερα» (γέλια). Μεγαλειώδες!

Είχε πάρει πια το δρόμο του. Κουβέντιαζε ο κόσμος… Γίναν συλ­λήψεις αυτών που πιαστήκανε στο μνημόσυνο, υπήρχε αντίδραση… Εγώ έμαθα απ’ την αδερφή μου ότι έχει γίνει κατάληψη στο Πολυτε­χνείο. Γύρισα απ’ τη δουλειά, με πήρε τηλέφωνο και μου λέει:

«Έχουνε μπει οι φοιτητές στο Πολυτεχνείο».

Εγώ τότε συνδεόμουνα με μια ομάδα. Δεν λειτουργούσε ως ορ­γάνωση, δεν είχε καν τίτλο. Ήταν η μετέπειτα «Νέα Αριστερά», προ­ερχόταν από την «ΠΑΝ.ΔΗ.Κ. Σωτήρης Πέτρουλας». Γραμμή ενά­ντια στην κατάληψη. Θεωρούσαν ότι ήταν ανώριμες οι συνθήκες, γραμμή αντίστοιχη με ΚΚΕ και ΚΚΕ Εσωτερικού. Αλλά εμένα τώρα δεν μου λέγανε τίποτα. Σου λέει, μην τον χάσουμε τον πιτσιρικά (γέ­λια). Απλώς «να προσέχεις, καλύτερα άσε να τα κάνουν οι φοιτητές αυτά, εσύ θα αγωνιστείς στις οικοδομές» και τέτοια. Αλλά σιγά μην περιμένω εγώ πότε θα γίνει αγώνας στις οικοδομές. Κατέβηκα κάτω, δεν ήταν κι εύκολη η σύνδεση – γινόταν με τηλέφωνα και δεν έπιασε αμέσως. Όταν, με τα πολλά, καταλάβανε ότι συμμετέχω, προσπάθη­σαν να με πλευρίσουν καλύτερα. Να μου δώσουν οδηγίες, τι πρέπει να κάνω. Αξιοπρεπέστατη στάση, πολύ συντροφική. Σου λέει, ολο­μόναχος είναι. Και εκεί πέρα ερχόμαστε στο κλίμα της Νομικής και μετά που κατέβηκα στο Πολυτεχνείο, την Τετάρτη, πήγα στο σχο­λείο. Και να βράζει το σχολείο. Μέρα με τη μέρα αλλάζει το κλίμα των απέξω. Την Τετάρτη είναι γεμάτος ο χώρος μπροστά από το Πο­λυτεχνείο, περνάνε τα λεωφορεία, γράφουνε συνθήματα, πετάνε χει­ρόγραφες προκηρύξεις, τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ μεταδίδουν τα συνθήματα σε όλη την Αθήνα.

Ο κόσμος είναι σε μεγάλο ποσοστό πιτσιρικάδες από τα φροντι­στήρια που τότε ήτανε μαζεμένα στην Κάνιγγος και τη Σόλωνος. Φαινόταν δηλαδή, είχανε τα βιβλία στα χέρια. «Γίνεται φασαρία, πά­με…» Κοιτάζανε, γελάγανε και κυριαρχούσανε τα εμπαικτικά, τα σαρ­καστικά, τα κοροϊδευτικά, τα «δούλα-δούλα-Σπυριδούλα» και τέτοια. Γίνεται μια προσπάθεια από τους άλλους να μπουν πιο πολιτικά, αλ­λά δεν πιάνει. Πέμπτη, δεύτερη μέρα. Έχει πήξει. Από Ομόνοια μέ­χρι το Μουσείο. Εκεί πλέον, το λέω με βεβαιότητα, η πλειονότητα εί­ναι νέοι εργάτες. Φαινόταν, δηλαδή. Και το συγκλονιστικό είναι ό­ταν έρχονται οικοδόμοι. Εγώ δεν είχα ενημερωθεί -γιατί ποιος να με ενημερώσει;- και κατέβηκα με μια ομάδα απ’ το σχολείο. Είχαμε δώ­σει ραντεβού από την προηγουμένη ότι θα κατέβουμε Πολυτεχνείο αύριο. Χαρακτηριστικά, ήταν οι μικρότεροι – κι από άλλες τάξεις. Μέ­χρι 22 ετών, οι άλλοι δεν κατέβηκαν. Αλλά στο σχολείο τάσσονταν κι αυτοί υπέρ: «Καλά κάνουν, να τους γαμήσουμε, να κάνουμε…» Αυ­τό με τους οικοδόμους το οργάνωσε το ΚΚΕ, αν και υπάρχουν αμφι­σβητήσεις, ότι το οργάνωσαν οι τροτσκιστές και γενικά οι οργανώ­σεις της Ακρας Αριστεράς. Αλλά το έχω κουβεντιάσει με ανθρώ­πους που γνώρισα στη συνέχεια και στα συνδικάτα, είμαι πεισμένος ότι ήταν του ΚΚΕ το οποίο είχε και ανθρώπους, είχε και μηχανισμό παράνομο στους οικοδόμους, αρκετά ισχυρό. Το πανό τους έγραφε: «Οικοδόμοι». Κι αυτό αρκεί για σύνθημα. Εμφανίζονται από Ομό­νοια κι όλος ο όγκος του κόσμου να φωνάζει: «Οι οικοδόμοι έρχο­νται». Συμβολικό. Ότι, δηλαδή, κινήθηκε η εργατική τάξη. Αυτό την Πέμπτη.

Την Παρασκευή αποκτήσαμε σύνδεση. Είχε γίνει μια προσπάθεια απ’ τον Σεπτέμβρη, μια προσπάθεια να ανασυσταθεί ο ΣΕΜΜΕ (Σύλ­λογος Εργαζομένων Μαθητών Μέσης Εκπαίδευσης). Πάρθηκαν δύο ταυτόχρονες πρωτοβουλίες. Τη μία την είχε πάρει η ΚΝΕ (Γράψας, Καυκιάς) και την άλλη την είχε πάρει η ΟΜΛΕ. Ταυτόχρονα. Εγώ εί­χα ενημερωθεί κι είχα συμμετάσχει σε μια κουβέντα, με τη μόνη δια­φορά ότι εγώ δεν ήξερα αν είναι Κνίτες ή ΟΜΛΕ. Και συμμετείχα και σε μια άλλη κουβέντα με άλλα πρόσωπα. Οπότε μέσα από αυτή την ιστορία είχαμε αποκτήσει προσβάσεις σε κάποιες κινήσεις, και υπάρ­χει ένας ψιλοσυντονισμός στον οποίο συμμετέχω και εγώ. Όταν εί­σαι απ’ έξω απ’ όλα αυτά, πέφτουν όλοι επάνω σου. Σου λέει, να τον κερδίσουμε. Σε συνθήκες παρανομίας, δεν γίνεται να βγεις και να πεις τι είσαι. Με θεωρούσαν ανένταχτο, και στην πραγματικότητα ανένταχτος ήμουνα. Δεν έπαιζα κανέναν ρόλο.

Είχαμε δώσει ραντεβού στο σταθμό των Πετραλώνων, στον Ηλε­κτρικό. Είχαμε μαζευτεί καμιά εικοσαριά, κι έχουν έρθει κι απ’ το νυ­χτερινό της Καλλιθέας. Φτάνουμε Ομόνοια την ώρα που έχει φτάσει η πορεία στην Κλαυθμώνος. Εκεί χτυπήθηκε. Με το που βγαίνουμε από το σταθμό, έχουν αρχίσει να πέφτουν τα δακρυγόνα. Γίνεται χα­μός. Κόλαση. Εγώ τα ’χα ξαναμυρίσει στις 4 του Νοέμβρη, άλλος κό­σμος δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένος. Πήρα μια συμμαθήτριά μου από το μπράτσο -ήταν και ψηλότερη από εμένα-, και περάσαμε την τζαμαρία του καφενείου «Νέον» στην Ομόνοια. Μπήκα μπροστά, έ­σπασα την τζαμαρία με το σώμα μου και περάσαμε από την άλλη πλευρά. Γινόταν κόλαση γύρω… Αυτό το αναφέρω γιατί τέτοιες ώ­ρες επιστρατεύεις τα πάντα. Δεν είναι ότι τα χάνεις… Είσαι σε εγρή­γορση. Σε άλλες συνθήκες, δεν θα το ’κάνες. Και με επιτυχία. Περά­σαμε την τζαμαρία χωρίς να πληγωθούμε.

Οι οδομαχίες… Από την άποψη της συμμετοχής -και εκ των υ­στέρων, που συζητάγαμε-, η ηρωική στάση δεν αφορούσε τον ένα ή τον άλλο χώρο. Όλοι συμπεριφέρθηκαν ως ήρωες. Από τα στελέχη και τα μέλη των νεολαιών των δύο ΚΚΕ. Παρά τη διαφωνία τους, μεί­νανε και συγκρουστήκανε και πλήρωσαν το τίμημα, με κίνδυνο της ζωής τους: Όταν συγκρούεσαι, δεν ξέρεις αν θα είσαι εσύ ο νεκρός ή αν, με την καταστολή, θα σε εκτελέσουνε. Εκ των υστέρων ξέρουμε ότι δεν γίναν αυτά και ότι έπεσε η Χούντα. Τότε δεν ήξερες την επό­μενη μέρα τι γίνεται. Το συζητούσα με τον πατέρα μου, παλιό αρι­στερό, το άλλο πρωί και μου λέει: «Τώρα θα γίνει Ισπανία. Θα μεί­νουνε σαράντα χρόνια, όσο ο Φράνκο». Κι αυτό κυκλοφορούσε, υ­πήρχε κατήφεια στον κόσμο. Ότι τέλειωσε, αυτό ήτανε.

Η αίσθηση που έχω είναι ότι, όσος κόσμος ήτανε νωρίς το βράδυ εκεί, με το που άρχισαν τα επεισόδια, έμεινε. Οι συγκρούσεις ήταν τε­ράστιες. Επεκτάθηκαν από το «Χίλτον» μέχρι κάτω στην Πειραιώς, Αλεξάνδρας, Εξάρχεια, μέχρι το Μοναστηράκι. Και όπου γινότανε σύγκρουση με τους μπάτσους, ήτανε πάρα πολύς κόσμος. Οι συ­γκρούσεις γίναν ταυτόχρονα σε πάρα πολλά σημεία. Στήθηκαν οδο­φράγματα, πετάχτηκαν πέτρες… Και ήτανε το σύνθημα που εμείς ε­κεί πέρα, οι πιο «συγκροτημένοι» αριστεροί (θα μου πεις, εσύ ήσου­να συγκροτημένος; Εντάξει, είχα μπει στο κόλπο, καταλάβαινα), προ­σπαθούσαμε να πείσουμε τον κόσμο να μην το λέει: «Λαέ, λαέ, ή τώρα ή ποτέ». Δεν το θέλαμε γιατί θα λειτουργήσει ηττοπαθώς. Βλέπα­με ότι καταστέλλεται η εξέγερση. Το να φωνάξεις: «ή τώρα ή ποτέ» σημαίνει ότι αύριο ο κόσμος θα σκεφτεί ότι, αφού δεν έγινε τώρα, δεν θα γίνει ποτέ. Και φωνάζαμε: «Έξι χρόνια αρκετά, δεν θα γίνουνε εφτά». Το συγκλονιστικό είναι οι σφαίρες που αντιμετωπίζεις. Μπορεί να πεθάνεις. Και χωρίς να επιτίθεσαι στους μπάτσους, αυτοί πυ­ροβολούν. Δεν το φανταζόμουνα ποτέ ότι είναι δυνατόν να συμβαί­νει. Υπήρχαν, δηλαδή, καταδιώξεις μπάτσων, που οι μπάτσοι πυρο­βολούσανε. Αλλά τους έπαιρνες εύκολα. Μόνο με τα δακρυγόνα και τα πιστόλια μπορούσαν να σε αντιμετωπίσουνε. Κι επίσης υπήρχε κάτι που είχε παίξει μεγάλο ρόλο και στις κινητοποιήσεις των οικο­δόμων πριν από τη Δικτατορία. Το κέντρο ήταν γεμάτο γιαπιά. Κι εί­χε καδρόνια, τούβλα…

Αυτή η πορεία στην Κλαυθμώνος τι ήταν; Δεν λέγεται γιατί όλοι κρατάνε τις αποστάσεις τους, είναι μια ιστορία κομμένη και ραμμέ­νη. Λοιπόν, έγινε ακριβώς επειδή οι κουκουέδες είχαν επαφές με κομμάτια της εργατικής τάξης. Ήτανε πρωτοβουλία των οικοδόμων του ΚΚΕ αυτή η πορεία προς το Σύνταγμα. Σου λέει, έτσι θα τραβή­ξουμε τον κόσμο, θα απεμπλακεί από το Πολυτεχνείο και θα λήξει η ιστορία, πριν κατασταλεί. Αλλά πέσαν έξω. Και γι’ αυτό οι αριστερι­στές δεν θέλουν να το πούνε, για να μη φανεί ότι οι κουκουέδες δώσαν τη μάχη. Οι κουκουέδες πήραν την πρωτοβουλία, αλλά τη μάχη όλος ο κόσμος την έδωσε. Ήταν νέοι εργάτες αυτή η διαδήλωση. Οι φοιτητές -η τεράστια πλειονότητα- ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο, γί­νονταν ζυμώσεις, συνελεύσεις, δραστηριότητες διάφορες. Το άλλο που αφορά τη συμμετοχή εργατών είναι η εργατική συνέλευση που -αυτό είναι προσωπική γνώμη- δεν ήταν αντιπροσωπευτική. Την πρωτοβουλία την πήρανε οι αριστερίστικες οργανώσεις της εποχής, το ΚΔΚΕ, η ΕΔΕ, τροτσκιστές και τροτσκογενείς. Διακηρύξαν τη σοσια­λιστική επανάσταση και τέτοια, απόσταση απ’ την πραγματικότητα. Σε σημείο που ξέσπασαν οι συγκρούσεις και στο Πολυτεχνείο υπήρ­χε κόσμος που ακόμα συνεδρίαζε. Καλά, αυτό δεν μειώνει τη διάθε­ση και τον ηρωισμό αυτών των ανθρώπων [αλλά] υπήρχε και μια δό­ση τρέλας «λογική». Δηλαδή, αναμενόμενη.

Μπήκα για λίγο στο Πολυτεχνείο, παρακολούθησα μαθητική συ­νέλευση. Γινότανε αυστηρός έλεγχος γιατί έβραζε ο τόπος από το ασφαλιταριό. Λογικό είναι. Δεν είναι όπως τώρα που έχεις μια εμπει­ρία, και στις πορείες επισημαίνεις ποιος είναι ξένο στοιχείο. Τότε πού να ξέραμε! Αφού δεν ξέρεις και κανέναν, εκτός απ’ την παρέα. Υπήρ­χε ο φόβος της οποιασδήποτε προβοκάτσιας, αλλά δεν παρεμπόδι­ζαν κόσμο. Ρωτούσαν μόνο αν έχεις κάποιον γνωστό. «Έχεις κάποιον γνωστό;» «Ναι, έχω τον τάδε από την Ιατρική…» Θα πήγαινε κάποιος να τον βρει για να διαπιστωθεί ότι τον ξέρεις, σε παραλάμβανε… Δεν ήταν τόσο προσπάθεια να ελεγχθεί η κατάσταση, είναι μια αυτοάμυ­να. Ένα άλλο που λέγεται πάρα πολύ εδώ και χρόνια, αλλά δεν αντι­στοιχεί στην ιστορική πραγματικότητα: Η συμμετοχή του αναρχικού χώρου δεν υπήρχε. Ήτανε μια ομάδα γύρω από τη «Διεθνή Βιβλιο­θήκη», ο Κωνσταντινίδης, η Σύλβια, ο Μπαλής, άντε να ’τανε δεκα­πέντε άτομα. Αυτό ήταν όλο κι όλο. Δεν υπήρχε αντιεξουσιαστικός χώρος με τα χαρακτηριστικά που ξέρουμε, αυτά που ξέρουμε δεν υ­πήρχαν.

Μπροστά στην Καλών Τεχνών, από τη μεριά της Πατησίων που έχει το γρασίδι, την Πέμπτη το βράδυ είναι μια παρέα που τραγου­δάνε το «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ». Κάθονται κάτω. Κι είναι μια κοπέλα ανάμεσά τους -δεν ήταν η μοναδική, αλλά την ξεχώρισα- που τραγουδούσε κι έκλαιγε. Είναι κάτι το οποίο σήμερα δεν μπορεί να καταλάβει κάποιος τι σημαίνει να τραγουδάς «μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου». Πολύ δύσκολο να το καταλάβεις, ότι ζητάς τη συμπαράσταση όλου του δημοκρατικού κόσμου, να μη σε ξεχάσουν στον αγώνα που κάνεις. Την άλλη μέρα την είδα να πέφτει α­πό σφαίρα… Μπροστά στα μάτια μου. Δεν ξέρω τι απέγινε. Το τρα­γούδι αυτό έκανα να τ’ ακούσω είκοσι χρόνια. Και τώρα δυσκολεύ­ομαι. Έφευγα από εκδηλώσεις όποτε ακουγότανε. Μέχρι παρεξήγη­σης, με νομίζανε φασίστα. Ε, ναι… Και επίσης αυτό το πράγμα, πώς καθημερινοί άνθρωποι μετατρέπονται σε ήρωες. Κοριτσάκια 16 και 17 χρονώ να μην καταλαβαίνουνε Χριστό. Το άλλο ήταν ότι οι μπάτσοι ήτανε μπάτσοι. Εγκληματίες. Φασίστες. Δεν χαριζότανε με τί­ποτα. Κι αυτό ήταν αναμενόμενο, βέβαια. Και επίσης ανάλογη στά­ση είχανε οι στρατιωτικοί. Κατεβάσανε επίλεκτους, οι οποίοι ήταν κι αυτοί καθοίκια […].

Ξημερώματα γύρισα στο Φάληρο. Έμεινα έξω μέχρι τις 04:00, μπορεί και 05:00. Βρέθηκα τέρμα Θεού. Όταν έφυγα, οι συγκρούσεις συνεχίζονταν κι είχα βρεθεί πάλι με μια συμμαθήτριά μου κοντά στο Σύνταγμα. Είχαμε αποκοπεί απ’ όλο τον κόσμο. Και ήτανε αρκετά παράτολμο να γυρίσουμε πίσω γιατί σκοτώνανε. Ρίχνανε. Όταν έγινε η εκκένωση, δεν υπήρχε κόσμος μπροστά από το Πολυτεχνείο, δεν μπορούσες να πλησιάσεις στο κέντρο. Βγάζαν τα κουμπούρια και βαράγανε. Την επόμενη μέρα πήγα για δουλειά. Σκόπιμα. Ο κόσμος κατέβαινε Αθήνα. Και την Κυριακή το πρωί πήγα Πετράλωνα κι εκεί σωριάστηκα. Ψυχολογικά κατέρρευσα. Και με μάζεψε ένας μαρμα­ράς γέροντας που δεν τον ήξερα κιόλας κι έτυχε να είναι κουκουές. Κατάλαβε γιατί έκλαιγα. Αυτά δεν είναι πράγματα που αντέχονται. Αν ήμουνα 25 χρόνων, ίσως ήταν διαφορετικά. Ή ο άλλος που πήγε στον ΕΛΑΣ και συνήθισε σιγά σιγά σ’ ένα κλίμα. Εκεί ήταν ξαφνικό. Να βλέπεις να σκοτώνουν ανθρώπους.