"Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη" Μίλαν Κούντερα

Γιώργος Αλεξάτος



gnalexatos@yahoo.gr

Η Γιώτα

2017-09-29 06:42

 

 

Ο άντρας της δεν έζησε για πολύ, βγαίνοντας από τη φυλακή. Εξάλλου, η αποφυλάκιση έγινε όταν διαγνώστηκε καρκίνος που αποδείχτηκε καλπάζων. Μεταφέρθηκε στον Άγιο Σάββα και έσβησε μετά από λίγες βδομάδες, χωρίς να μπορέσει να ξαναδεί στο σπίτι του.

Για τη Γιώτα, που είχε από χρόνια συνηθίσει να παλεύει μόνη της, δεν άλλαξε και τίποτα στη ζωή της, πέρα από τη διάψευση της ελπίδας πως ο Χρήστος θα μπορούσε, ίσως, να βάλει τους γιους τους σε μια σειρά. Κι ήταν ακριβώς τα παιδιά της το μεγάλο της πρόβλημα.

Χρόνια τώρα ο μικρός είχε εγκαταλείψει τα γήπεδα και τον χουλιγκανισμό, για να πάρει άλλο δρόμο, ακόμη πιο επικίνδυνο. Δεν έγινε απλώς αναρχικός. Δεν ήταν οι ιδέες του το ζήτημα. Απ’ αυτά που έλεγε, αλλά περισσότερο απ’ αυτά που κρατούσε για τον εαυτό του, η Γιώτα ήταν πεισμένη πως ο Θοδωρής ήταν άσχημα μπλεγμένος. Ακόμη κι όταν έκανε δύο και τρεις μέρες χωρίς να της τηλεφωνήσει ή να σηκώσει το τηλέφωνο όταν τον έπαιρνε αυτή, την έζωναν τα μαύρα φίδια. Κι έτρεμε το φυλλοκάρδι της κάθε που άκουγε στην τηλεόραση για συλλήψεις τρομοκρατών.

Ήταν ακόμη στη φυλακή ο άντρας της, κάνα χρόνο πριν πεθάνει, όταν ένα Σαββατόβραδο, λίγη ώρα αφότου είχε γυρίσει απ’ τη δουλειά και μόλις είχε προλάβει ν’ αλλάξει, χτύπησε το κουδούνι και εμφανίστηκε μπροστά της μια κουστωδία από μπάτσους με τα όπλα προτεταμένα. Μαζί τους ένας αξιωματικός της αστυνομίας κι ένας με πολιτικά, γύρω στα πενήντα με πενήντα πέντε, που της συστήθηκε ως εισαγγελέας και τη ρώτησε αν μένει εδώ ο Θεόδωρος Βρανέας του Χρήστου και της Παναγιώτας, το γένος Αναστασίου.

Το ‘χε ξαναζήσει αυτό το σκηνικό, όταν πιάσανε τον άντρα της με τα λαθραία στο φορτηγό. Αλλά τότε οι μπάτσοι δεν ήρθαν με τα αυτόματα στο χέρι ούτε με μαύρες κουκούλες, που τους έκαναν να μοιάζουν με κατσαρίδες.

Φανερά ταραγμένη, ρώτησε τον εισαγγελέα αν είχε συμβεί κάτι στον γιο της. Τη διαβεβαίωσε πως είναι πολύ καλά στην υγεία του, αλλά είναι κρατούμενος και θα χρειαστεί να γίνει έρευνα στο σπίτι.

Το μεγάλο ξάφνιασμα εισαγγελέα, αξιωματικού και μπάτσων ήταν όταν μετά το δωμάτιο του Θοδωρή πήγαν για έρευνα και στου Κωστή. Ήταν η κρεβατοκάμαρα της που μετατράπηκε σε δωμάτιο του μεγάλου, από τότε που ήταν πια αδύνατη η συνύπαρξη των δύο αδελφών στο παιδικό τους δωμάτιο. Η ίδια, έκτοτε, κοιμόταν στον καναπέ στο σαλόνι. 

Μια αφίσα της Χρυσής Αυγής και μια άλλη των SS στον τοίχο, δεν άφηναν την ελάχιστη αμφιβολία για την ιδεολογική ταυτότητα του ένοικου του δωματίου.

«Η μάχη του Μελιγαλά γίνεται εδώ μέσα», σχολίασε χαμηλόφωνα ο αξιωματικός της αστυνομίας, προκαλώντας το επιτιμητικό βλέμμα του εισαγγελέα.

Δεν της επέτρεψαν να δει τον γιο της, αν και πήγε στη ΓΑΔΑ όπου τον κρατούσαν, όπως δεν επέτρεψαν να τον δει κι ο δικηγόρος, φίλος της Αφροδίτης, που πήγε κι αυτή μέχρι εκεί και έμεινε και στο σπίτι της όλη την Κυριακή για να μην την αφήσει μόνη. Και τότε έμαθε η Αφροδίτη και για τον μεγαλύτερο γιο της Γιώτας και το μπλέξιμό του με τη ναζιστική συμμορία.

Ο μεγάλος, ο Κωστής που, τώρα πια, ήθελε να τον φωνάζουν Κωνσταντίνο κι έτσι τον ήξεραν οι νέες του παρέες, είχε μπλέξει από χρόνια με κυκλώματα της νύχτας. Έχοντας παρατήσει και το σχολείο από τη Δευτέρα Γυμνασίου και τρέχοντας στα γυμναστήρια, παιδί γεροδεμένο, ούτως ή άλλως, δούλευε πόρτα σε μαγαζιά, ενώ κάποιες φορές τον είχαν πάρει και για σωματοφύλακα.

Μια χαρά δουλειά και με καλά φράγκα, αλλά και με τις στραβές της. Όπως τότε που συνόδευε έναν ηλικιωμένο επιχειρηματία, προσφέροντάς του και έξτρα υπηρεσίες. Ο επιχειρηματίας φάνηκε να κολλάει με τον ακούραστο και προσοντούχο πιτσιρικά, κάνοντας πέρα τον μέχρι τότε συνοδό του. Έναν τριανταπεντάρη μπράβο, από τις γνωστές μούρες στον κόσμο της νύχτας, που με την απειλή πως αν δεν αφήσει τον γέρο θα πρέπει ν’ αφήσει την Ελλάδα, ανάγκασε τον Κωστή ν’ αποσυρθεί. Πλήρωνε καλά ο γέρος.

Η Γιώτα έμαθε τυχαία γι’ αυτά, σε μια κουβέντα με τον αδελφό της, τον Φώτη. Που είχε σχετιστεί κι αυτός με τη συμμορία, που εμφανιζόταν σαν κόμμα, αλλά τον έκαναν πέρα. Όχι για διαφωνίες ιδεολογικές και τέτοιες σαχλαμάρες, αλλά γιατί τα χάλασε μ’ ένα στέλεχος σε μια περίεργη δουλειά με προμήθειες σε καράβια που πήγαν ν’ ανοίξουν, χάρη σε κάτι γνωριμίες με εφοπλιστές.

Στον στρατό τον Κωστή τον έβαλαν στις ειδικές δυνάμεις κι εκεί ήταν που συνδέθηκε με μια παρέα φαντάρων και υπαξιωματικών που είχε ιδιαίτερη μεταχείριση από τον λοχαγό. Η σχέση αυτή του επέτρεπε να παίρνει όλο και πιο συχνά και όλο και πιο παρατεταμένες άδειες, ώστε να μπορεί να δουλεύει έκτακτος σε κάποια μαγαζιά και να εξασφαλίζει το χαρτζιλίκι του.

Λίγο καιρό μετά την απόλυσή του απ’ τον στρατό, έμπιστο μέλος πια της συμμορίας που παρίστανε το κόμμα, του δόθηκε η δυνατότητα να βγάλει κάμποσα λεφτά σε μια δουλειά με κοπέλες που έρχονταν παράνομα από την Ουκρανία και τη Μολδαβία, και προωθούνταν σε μπαρ και σε στούντιο στην Αθήνα και σε πόλεις της επαρχίας. Τότε, μάλιστα, έμεινε και κάποιους μήνες στο Ηράκλειο, έχοντας μαζί με δυο-τρεις άλλους την ευθύνη για κάποια απ’ αυτά τα κορίτσια, που δούλευαν σε διάφορα μέρη της Κρήτης. Εκεί του είχαν εξασφαλίσει μόνιμα δωμάτιο σε ξενοδοχείο και εμφανιζόταν σαν τουριστικός πράκτορας. Κι ας μην ήξερε καμιά ξένη γλώσσα, πέρα από κάτι ψευτοαγγλικά της πλάκας.

Η δουλειά χάλασε για λόγους που ο ίδιος ουδέποτε έμαθε επακριβώς και επιστρέφοντας στην Αθήνα έπεσε πάνω στις εκλογές που έβαλαν το κόμμα του στη Βουλή.  

Τότε έμαθε κι η Γιώτα για το κόμμα και για τις σχέσεις του γιου της μ’ αυτό, και η πρώτη της αντίδραση ήταν να τον αποπάρει. Αν και ποτέ δεν είχε δει με καλό μάτι τις σχέσεις του μικρότερου με τα Εξάρχεια, πήρε το μέρος του στον πρώτο τους καβγά, όταν ο μεγάλος κρέμασε στον τοίχο στο δωμάτιό του εκείνη τη γερμανική αφίσα των SS που την κατέβασε οργισμένη η ίδια.

Λίγο καιρό μετά ο Θοδωρής σταμάτησε να ‘ρχεται στο σπίτι, προτιμώντας να μένει με την Ελένη στου Γκύζη. Μια κοπέλα που η Γιώτα δεν είχε συμπαθήσει στις δύο όλες κι όλες φορές που έτυχε να τη συναντήσει. Δεν της άρεσε η ατημέλητη εμφάνισή της, δεν της άρεσε η δουλειά της, δεν της άρεσε ούτε εκείνη η κουβέντα για το πώς είχαν οργανώσει τη ζωή τους εκεί που έμεναν.

«Εγώ είμαι με τις ώρες στο Μοναστηράκι, στο τραπεζάκι με τα κοσμήματα. Συνήθως από τις έντεκα το πρωί μέχρι τις έντεκα το βράδυ, δωδεκάωρο ολόκληρο. Ο Θοδωρής τρέχει με το μηχανάκι τις ώρες που δουλεύει φουλ το σουβλατζίδικο. Απ’ τις εφτά το βράδυ μέχρι τα μεσάνυχτα. Τι πιο φυσιολογικό τις δουλειές στο σπίτι να τις κάνει αυτός που δουλεύει μόνο ένα πεντάωρο».

Αντίθετα, είχε συμπαθήσει εκείνη την κοπελίτσα που είχε φέρει κάποιες φορές στο σπίτι ο Κωστής. Κι ας τον έλεγε κι αυτή Κωνσταντίνο, που όταν το άκουγε της έσπαγαν τα νεύρα.

Κόρη αστυνομικού, με εμφάνιση φροντισμένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, η Φανή είχε τελειώσει μια σχολή αισθητικής και μαζί με μια φίλη της είχαν ανοίξει ένα νυχάδικο. Με τα πολλά, λίγο στ’ αστεία, λίγο στα σοβαρά, έπεισε και τη Γιώτα να πάει για να της περιποιηθεί τα νύχια.

Και ο τρόπος που έβλεπε τη σχέση της με τον γιο της άρεσε στη Γιώτα, που χρόνια τώρα ήταν ξεκάθαρη: Καλά τα δικαιώματα και η ισότητα, αλλά ο άντρας είναι άντρας και η γυναίκα γυναίκα. Και είχε χαρεί εκεί στο νυχάδικο, όταν τη σύστησε στη φίλη και συνεταίρο της, κι αυτή της είπε πως «ο Κωνσταντίνος είναι απ’ αυτούς που ξέρουν να κρατάνε τη θέση τους σαν άντρες. Είναι τυχερή η Φανή που ‘ναι μαζί του».

Μ’ ετούτα και με τ’ άλλα, η Γιώτα άρχισε να ρίχνει νερό στο κρασί της. Ακόμη κι όταν ο μεγάλος κρέμασε και πάλι την αφίσα των SS στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας, το μόνο που του είπε ήταν πως δεν θα ‘θελε κάτι τέτοιο μέσα στο σπίτι, αλλά αφού αυτός επιμένει, δεν θα του ξαναπεί τίποτα.

Έριχνε και καμιά ματιά στην εφημερίδα που ο Κωστής άφηνε επίτηδες πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Δεν της άρεσαν πολλά απ’ αυτά που διάβαζε και πιο πολύ αυτός ο αντικομμουνισμός που την ενοχλούσε ιδιαίτερα. Εντάξει! Δεν ήταν και άγιοι οι κομμουνιστές τότε στην Κατοχή και στα Δεκεμβριανά και στον Εμφύλιο. Πήραν κι αυτοί στον λαιμό τους κόσμο αθώο, που δεν έφταιγε σε τίποτα. Αλλά όχι να βγούνε και ήρωες οι ταγματασφαλίτες!

Όμως, έλεγε και κάποια σωστά. Να, όπως για τους πολιτικούς που είναι η μεγάλη πληγή του τόπου, για τους λαθρομετανάστες που τους κουβάλησαν εδώ τα μεγάλα συμφέροντα και παίρνουν τις δουλειές του κοσμάκη, για την ανεργία, την ακρίβεια, για όλ’ αυτά που έκαναν αφόρητη της ζωή του φτωχόκοσμου. Και που οι αριστεροί, αντί να τα δουν αυτά και να φωνάξουν, κάνουν απεργίες για να μην απολυθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Άλλη πληγή κι αυτό το δημοσιοϋπαλληλίκι! Και για τους ανώμαλους, καλά τα γράφει. Γέμισε ο τόπος αδερφές κι έχουν πιάσει και τις καλύτερες θέσεις.

Άλλαξαν όλα από τη μέρα που σκοτώθηκε εκείνο το παιδί στη γειτονιά τους, στο Κερατσίνι, που τη δολοφονία του ακολούθησαν τόσες και τόσες αποκαλύψεις για τραμπουκισμούς και εγκλήματα. Τελικά, δίκιο είχε ο Θοδωρής που τα ‘λεγε καιρό τώρα. Οι δικαιολογίες του Κωστή δεν την έπειθαν. Σκεφτόταν, μάλιστα, με τρόμο, πως μπορεί κι αυτός να ‘χε πάρει μέρος σε τέτοιες εγκληματικές ενέργειες.

Από καιρό την είχε ανησυχήσει εκείνο το κλομπ και κάτι άλλα σύνεργα που έκρυβε στη ντουλάπα του και που τα ‘χε δει σε ταινίες στην τηλεόραση να τα χρησιμοποιούν αστυνομικοί και γκάνγκστερ. Της είχε πει πως του ‘χαν μείνει από τότε που πήγαινε σε μια σχολή πολεμικών τεχνών. Όμως, την προβλημάτισε πολύ κι εκείνο το κλεισμένο με λουκέτο μικρό δερμάτινο κουτί που είχε ανακαλύψει μαζί με όλ’ αυτά, και που το βάρος του έδειχνε πως μέσα υπήρχε κάτι μεταλλικό. Όταν τον ρώτησε και γι’ αυτό, της είχε πει πως πρόκειται για παλιά στρατιωτικά κιάλια ενός φίλου του που πρέπει, μάλιστα, να του τα επιστρέψει. Και έκτοτε το κουτί εξαφανίστηκε. Τώρα ήταν απολύτως βέβαιη πως εκεί μέσα υπήρχε πιστόλι.

Και με τη Φανή ήταν πολύ άσχημη η εξέλιξη.

Ξαφνικά ο Κωστής ανακοίνωσε στη μάνα του πως χωρίσανε, χωρίς να της λέει και τους λόγους. «Κάτι δικά μας. Δεν έχουν σημασία. Σε παρακαλώ, μην ασχολείσαι εσύ», της είπε, όταν τον πίεσε να της εξηγήσει τι είχε συμβεί. Και μετά από μερικές μέρες νέα ανακοίνωση, πως θα έφευγε για λίγο καιρό από την Αθήνα, για δουλειές. Χωρίς να της λέει και πού ακριβώς θα πήγαινε.

«Θα μένω λίγο Γιάννενα, λίγο Αγρίνιο, λίγο Πάτρα, σίγουρα κι αλλού. Δεν ξέρω ακόμη πού θα με στέλνουν», της είπε για να σταματήσει να τον ρωτάει.

Της είχε απαγορεύσει να βρει την κοπέλα και να μάθει απ’ αυτήν τι συνέβη και χωρίσανε. Αλλά και γιατί έφυγε έτσι ξαφνικά και χωρίς να λέει και πού πάει. Η διαίσθησή της της έλεγε πως αυτά τα δύο σχετίζονταν μεταξύ τους. Κι έτσι ήταν.

Τα έμαθε όλα από τη φίλη της Φανής, τη συνεταίρο της στο νυχάδικο. Τη συνάντησε εντελώς τυχαία μια Κυριακή μεσημέρι. Καθόταν ακριβώς απέναντί της μέσα  στον ηλεκτρικό και πιάνοντας την κουβέντα, κατέβηκαν στη Βικτώρια και τη συνέχισαν, πίνοντας καφέ σε μια καφετέρια της πλατείας.

«Ο Κωνσταντίνος τα ‘κανε θάλασσα, κυρία Γιώτα», της είπε η κοπέλα. Και της αφηγήθηκε αυτά που είχαν γίνει, λέγοντάς της ξανά και ξανά, «μητέρα του είστε, με συγχωρείτε που σας τα λέω, αλλά μιας και με ρωτάτε…».

Όλα άρχισαν όταν η Φανή ανακάλυψε πως ο Κωστής είχε πολλά πάρε-δώσε με μια Ρουμάνα, που δούλευε σ’ ένα από τα μαγαζιά όπου δούλευε κι αυτός. Απ’ αυτά, δηλαδή, που προστάτευαν αυτοί που τον πλήρωναν. Κάτι μηνύματα στο κινητό του που τα διέγραφε αμέσως, κάτι τηλεφωνήματα στα οποία απαντούσε με ένα «θα σε πάρω μετά», την έβαλαν σε υποψίες.

Της είχε πει πως κάποιες φορές, όταν βρίσκεται σ’ εκείνο το μαγαζί, πάει με τ’ αμάξι και μια Ρουμάνα στο σπίτι της, που τυχαίνει να ‘ναι στον δρόμο για το δικό του. Της εξήγησε, μάλιστα, πως της το λέει για να μην το μάθει από οποιονδήποτε άλλον και σκεφτεί πως κάτι της κρύβει.

Να, όμως, που στη γιορτή ενός φίλου του, που ‘χαν πάει μαζί με τη μικρή, εμφανίστηκε και η Ρουμάνα. Ο Κωστής ήταν φανερό πως αναστατώθηκε όταν τη είδε. Πολύ θα ήθελε να μην είχε εμφανιστεί.

Πριν ακόμη πει οτιδήποτε, ο φίλος του σύστησε την κοπέλα στη Φανή, λέγοντάς της πως είναι από τη Ρουμανία και δουλεύει σε ένα από τα μαγαζιά όπου δουλεύει κι ο Κωνσταντίνος.

«Πέρασα να πω χρόνια πολλά και να φύγκω ντουλειά», είπε αυτή με σπασμένα ελληνικά. «Μην πει ντεν πέρασα. Στη ντιπλανή πολυκατοικία μένω. Εμένα τα με πείραζε να έχω γιορτή ντίπλα και να μην έρτει να πει χρόνια πολλά». Και γυρίζοντας στον άλλον: «Κωνσταντίνος, τα περάσει να με πάρει όταν τελειώσει ντουλειά;».

Ποια διαδρομή και ποιος δρόμος του; Στο Παγκράτι έμενε η Ρουμάνα, το μπαρ ήταν στην Καλλιθέα και το σπίτι του στο Κερατσίνι, στην άλλη άκρη του κόσμου.

Η Φανή σηκώθηκε, μάζεψε τα πράγματά της, είπε «χρόνια πολλά» στον εορτάζοντα και χωρίς να κοιτάξει καν τον Κωστή πήγε προς την πόρτα. Αυτός την πρόλαβε και πιάνοντας την από το μπράτσο απαίτησε να ξανακάτσει και να φύγουν σε λίγο μαζί.

Όλοι γύρισαν και τους κοιτούσαν ξαφνιασμένοι. Για να την ακούσουν να του φωνάζει, «έχεις παρέα για να κάτσει μαζί σου, ρε μαλάκα!» και να τον δουν να της ρίχνει απανωτά χαστούκια, φωνάζοντάς την «πουτάνα» και «καργιόλα».

Έτρεξαν να τον συγκρατήσουν και όταν η Φανή άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον διάδρομο του ορόφου, με τα αίματα να τρέχουν στο πρόσωπό της, αυτός τους ξέφυγε και συνέχισε να τη χτυπάει με κλοτσιές, ρίχνοντάς την στο πάτωμα.

«Ποια νόμισες πως είσαι, μωρή καργιόλα, που θα με ξευτιλίσεις μπροστά στους φίλους μου; Αυτό δεν μου το ‘χει καμιά πουτάνα, μωρή γαμιόλα!», φώναζε και δώσ’ του κλοτσιές, μέχρι που κατάφεραν να τον τραβήξουν μέσα στο διαμέρισμα, ενώ είχαν βγει στις πόρτες τους οι ένοικοι της πολυκατοικίας και άρχισαν να φωνάζουν για αστυνομίες και τέτοια.

Η Φανή, που δεν δέχτηκε καμιά βοήθεια από κανέναν, με το που κατέβηκε στον δρόμο πήρε ταξί και έτσι όπως ήταν με τα αίματα στο πρόσωπο και στα πόδια και με μισοσκισμένη τη μπλούζα της πήρε ταξί και έφυγε για το σπίτι της.

Τον Κωστή φρόντισαν να τον απομακρύνουν από την Αθήνα οι δικοί του, από τη συμμορία. «Μέσα στα τόσα που γίνονται, άντε να μας κυνηγάνε τώρα γιατί έδειρες ένα τσουλί», του είπαν. «Ρε μαλάκα, φαντάζεσαι τι θα γίνει αν το μάθει ο πατέρας της; Σηκώνουν χέρι σε κόρη μπάτσου, ρε μαλάκα;»

Ευτυχώς που η Φανή και η μαμά της, που ήταν στο σπίτι όταν πήγε και την είδε να μπαίνει στο μαύρο χάλι, συμφώνησαν να μην του πουν τίποτα απολύτως. Γνωρίζοντάς τον πολύ καλά, ήξεραν πως δεν το ‘χε και σε τίποτα να πάρει το πιστόλι και να τον ξεπαστρέψει, χαραμίζοντας τη ζωή του στη φυλακή.

Ο Κωστής γύρισε στην Αθήνα μετά από μήνες κι αφού βεβαιώθηκε πως ο μπάτσος δεν είχε μάθει για το περιστατικό. Και συνέχισε τη ζωή του όπως πριν, αποφεύγοντας να περάσει ακόμη και από διπλανές συνοικίες από κει που έμενε η Φανή. Εξάλλου, εκτός από τις αρπαχτές με τα κορίτσια της νύχτας, γεμάτος είν’ ο τόπος κι από μικρές και μεγάλες που τους πάνε τους αρσενικούς τους παντελονάτους. Κι ας κάνουν τις έκπληκτες όταν τρώνε και καμιά μπούφλα.

«Μήπως κι η καργιόλα, που τάχα χαλάστηκε για δυο σφαλιάρες και τρεις κλοτσιές, μ’ έναν τύπο που το παίζει σκληρός άντρας, δεν τραβιέται τελευταία; Αλλά να σου πω τι τρέχει; Αυτός έχει δικό του γυμναστήριο και λεφτά. Και να τη σακατέψει στο ξύλο, θα κάνει την κότα, η παλιοπατσαβούρα. Όλες καργιόλες, ρε φίλε!».

Τρεις-τέσσερις μέρες μετά τη σύλληψή του και την έρευνα στο σπίτι ο Θοδωρής αφέθηκε ελεύθερος. Δεν προέκυψαν επιβαρυντικά στοιχεία κι όπως είπε η Αφροδίτη σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι διαμαρτυρίες που ξεσήκωσε η σύλληψη και του ίδιου και των άλλων τριών φίλων του, που αφέθηκαν κι αυτοί ελεύθεροι. Αν και όλοι τους με φανερά τα σημάδια της κακομεταχείρισης στη ΓΑΔΑ. Μάτια μελανιασμένα, χείλη σκισμένα, σπασμένο το χέρι του ενός.

Ήταν μέσα από αυτή την περιπέτεια που η Γιώτα άλλαξε γνώμη για την Ελένη, που ήταν εκεί, έξω από τη ΓΑΔΑ όταν πήγε με την Αφροδίτη και τον δικηγόρο τη μέρα της σύλληψής του, μετά από την έρευνα στο σπίτι. Είχε φέρει μάλιστα και άλλον δικηγόρο γνωστό της, που είχε φύγει άπραγος κι αυτός. Αυτή ήταν που πρωτοστάτησε για να ξεσηκωθεί όλο αυτό το κύμα διαμαρτυριών για τις συλλήψεις.

Μερικές μέρες μετά την απελευθέρωση του Θοδωρή, η Γιώτα τους κάλεσε και τους δύο στο σπίτι. Φυσικά, ο μικρός θα έλειπε. Άλλωστε, είχε προηγηθεί και άγριος καβγάς μαζί του, όταν η Γιώτα αλαφιασμένη του είχε πει για τη σύλληψη του αδελφού του και για την έρευνα στο σπίτι, για να τον ακούσει να λέει, «μπα; Άρχισαν να κυνηγάνε και πραγματικούς εγκληματίες τώρα;».

Εκεί που κάθονταν και έπιναν καφέ, γιατί ο Θοδωρής είχε πει στη μάνα του να μη μαγειρέψει τίποτα απολύτως, δίνοντάς της να καταλάβει πως δεν ήθελε να φάνε από λεφτά που έφερνε στο σπίτι ο άλλος, η Γιώτα έμαθε πως η Ελένη δεν θα μπορούσε πια να στήνει το τραπεζάκι της και να πουλάει τα ψευτοκοσμήματά της ούτε στο Μοναστηράκι ούτε και πουθενά αλλού. Είχε γίνει πολύ γνωστή στην αστυνομία και φυσικά ούτε συζήτηση για το ενδεχόμενο να έβγαζε άδεια μικροπωλήτριας.

Θα έπρεπε μετά από τόσα χρόνια που έκανε αυτή τη δουλειά και τα ψιλοβόλευε, έστω κι αν στηνόταν εκεί δωδεκάωρα σχεδόν πάντα επί εφτά μέρες τη βδομάδα, βγάζοντας καθαρά πότε δέκα, πότε δεκαπέντε και σπάνια είκοσι ή είκοσι πέντε ευρώ τη μέρα, να ψάξει για μια άλλη δουλειά. Και πού θα βρισκόταν αυτή η άλλη δουλειά;

Μέσα σε όλα αυτά ήρθε και η απόλυση της Γιώτας από το σούπερ μάρκετ. Έπρεπε, λέει, να γίνει μείωση προσωπικού και ανάμεσα στους πρώτους που απολύθηκαν ήταν όσοι πλησίαζαν στη σύνταξη.

Εναπόθεσε κι αυτή τις ελπίδες της στις εκλογές εκείνου του Γενάρη, αν και χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό. «Όταν σ’ έχουν πουλήσει μια και δυο και τρεις φορές, το πιο πιθανό είναι να σε πουλήσουν και πάλι», είχε πει στον Στέλιο και την Αφροδίτη. «Αλλά μακάρι να βγω ψεύτρα. Θα τους ψηφίσω και βλέπουμε».

Ο Στέλιος την είχε δει και τελευταία, όταν πέρασε από το σπίτι της για να της πει για ένα φίλο του που ‘χει στήσει μια δουλειά με καθαρισμούς γραφείων. Του ‘χε μιλήσει γι’ αυτήν και παρά τους δισταγμούς του λόγω της ηλικίας της, του είπε πως θα την έπαιρνε στη δουλειά για χάρη του.

Σ’ αυτή του την επίσκεψη έμαθε πως η Γιώτα αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με τη μέση της, από τότε κιόλας που δούλευε. Δεν ήθελε να το κάνει θέμα. «Αν το μάθαιναν θα μ’ είχαν απολύει από καιρό», του είπε. Πάντως, της ήταν αδύνατο να δουλέψει σαν καθαρίστρια.

«Κατάντησα, Στέλιο, να ζω με βρώμικα λεφτά. Νομίζεις ότι δεν ξέρω πώς τα βγάζει τα λεφτά που μου δίνει για τα έξοδα του σπιτιού ο Κωστής;», του είπε και τα δάκρυα αυλάκωναν το κουρασμένο και τόσο πρόωρα γερασμένο πρόσωπό της.

«Θα μου πεις, εντάξει! Αφού το ξέρεις, γιατί δεν ψάχνεις να βρεις άλλη λύση; Και ξέρεις, Στέλιο, ποια είναι η μόνη άλλη λύση; Συσσίτιο από τον δήμο ή από την εκκλησία. Κι όπως φαίνεται, αυτή θα ‘ναι η κατάληξη. Πώς καταντήσαμε έτσι;».