"Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη" Μίλαν Κούντερα

Γιώργος Αλεξάτος



gnalexatos@yahoo.gr

Εισαγωγή στην ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα

2016-04-13 11:02

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΤΟΣ

 

 

 

 

 

EIΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΘΗΝΑ 2015

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιεχόμενα

 

 

Εισαγωγή. Α. Για τη μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας

Β. Ζητήματα νεοελληνικής ιστορίας

1. Από την Επανάσταση του 1821 στο κίνημα του 1909

2. Αστικός εκσυγχρονισμός και εδαφικός επεκτατισμός (1909-22)

3. Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου (1922-40)

4. Η Μεγάλη Δεκαετία του 1940

5. Η μετεμφυλιακή περίοδος και η δικτατορία (1950-74)

6. Η πρώτη μεταπολιτευτική περίοδος (1974-89)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εισαγωγή. Α. Για τη μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας

 

Τι είναι ιστορία, πώς και γιατί τη μελετάμε; Ερώτημα που τέθηκε ήδη από την ελληνική αρχαιότητα, όταν, χάρη στον Ηρόδοτο και κυρίως τον Θουκυδίδη, άρχισε η καταγραφή των πολιτικών και πολεμικών συμβάντων, χωρίς την παρεμβολή μύθων και εξωπραγματικών αναφορών, που χαρακτήριζαν τη μέχρι τότε αφήγηση γεγονότων του παρελθόντος, όπως γινόταν, π.χ., στα ομηρικά έπη.

Κυρίαρχη επί αιώνες ήταν η αντίληψη ότι η ιστορία αφορά στην καταγραφή σημαντικών γεγονότων, που θεωρούνταν αποτέλεσμα της δραστηριότητας αξιόλογων προσωπικοτήτων. Κατά συνέπεια,  η ιστορική μελέτη είχε ως αφετηρία την καταγραφή της ζωής και δράσης τους, αποσκοπώντας στη διατήρηση της μνήμης τους, αλλά και στη διδαχή: την εξαγωγή συμπερασμάτων που θα βοηθούσαν στην αποφυγή λαθών, ανάλογων μ' αυτά στα οποία είχαν υποπέσει, και στον παραδειγματισμό από τις επιτυχίες τους.

Χαρακτηριστικό των ιστορικών έργων ήταν η μελέτη των γεγονότων σε αποσύνδεση από τη σχέση που θα μπορούσαν να έχουν με παράγοντες ανεξάρτητους από τη θέληση των πρωταγωνιστών τους. Το ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό πλαίσιο εκλαμβανόταν -στην καλύτερη περίπτωση- σαν το φόντο στο οποίο δρούσαν οι ιστορικές προσωπικότητες, από τη θέληση και τη δράση των οποίων καθοριζόταν η ιστορική διαδικασία.

Η προσωποκεντρική αντίληψη της ιστορίας, που αντικατέστησε τη θεοκεντρική-μυθολογική, άρχισε να υποκαθίσταται κατά τους νεότερους χρόνους από μια αντίληψη που έπαιρνε υπόψη της την κίνηση των μαζών, ως συνέπεια της εισβολής τους στο ιστορικό προσκήνιο, ιδιαίτερα με τις αστικές επαναστάσεις. Εντούτοις, θεωρούνταν πως κινητήρια δύναμη της δράσης τους ήταν οι ιδεολογικές τους αντιλήψεις. Τόσο η θεοκεντρική και η προσωποκεντρική αντίληψη για την ιστορία όσο και η ιδεοκεντρική εντάσσονται σαφώς στην ιδεαλιστική κοσμοαντίληψη. Στη φιλοσοφική άποψη ότι καθοριστική της κοινωνικής ζωής είναι η αντίληψη που έχουν γι' αυτήν οι άνθρωποι.

Ο μαρξισμός συνιστά τομή στην αντίληψή μας για την ιστορία, καθώς βασική του θέση αποτελεί η αναγνώριση της πάλης των τάξεων ως κινητήριας δύναμης της ιστορικής διαδικασίας. Θέτοντας τα θεμέλια της επιστήμης του ιστορικού υλισμού, ο Μαρξ, ήδη από τη δεκαετία του 1840, υποστήριξε ότι δεν είναι η κοινωνική συνείδηση που καθορίζει το κοινωνικό Είναι, αλλά το κοινωνικό Είναι καθορίζει την κοινωνική συνείδηση. Κατά συνέπεια, δεν είναι οι ιδέες και η θέληση ετούτου ή του άλλου ιστορικού προσώπου που δημιουργεί ιστορικά γεγονότα, αλλά είναι οι ιστορικοκοινωνικές συνθήκες, στο πλαίσιο των οποίων δρουν οι άνθρωποι, που καθορίζουν τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα, μέσα στην οποία δρουν, άρα και τους στόχους που θέτουν.

Μελετώντας τους όρους που διαμορφώνουν αυτή την πραγματικότητα, ο Μαρξ αναφέρθηκε στην κοινωνία ως μια δομή αποτελούμενη από τρία στοιχεία που αλληλοδιαπλέκονται μεταξύ τους: το οικονομικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό. Καθοριστικό ανάμεσά τους είναι το οικονομικό, όλες, δηλαδή, εκείνες οι σχέσεις που αναπτύσσονται κατά τη δραστηριότητα που εξασφαλίζει στην κοινωνία τα μέσα επιβίωσής της. Εντούτοις, το οικονομικό στοιχείο επικαθορίζεται από τα άλλα δύο στοιχεία (το πολιτικό και το ιδεολογικό), έτσι ώστε να μπορούμε να πούμε ότι είναι καθοριστικό στο σύνολο της κοινωνικής δομής, αλλά μόνο σε τελευταία ανάλυση.

Η οργάνωση της οικονομικής ζωής δεν συντελείται αυθαίρετα, αλλά υπόκειται στις σχέσεις που διαμορφώνονται κατά τη διαδικασία της παραγωγής των οικονομικών αγαθών. Πρόκειται για τις παραγωγικές σχέσεις, τις σχέσεις, δηλαδή, που αναπτύσσονται μεταξύ αυτών που συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία είτε ως άμεσοι παραγωγοί είτε ως ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, οργανωτές της παραγωγικής διαδικασίας, εμπορευόμενοι κ.λπ. Μιλάμε, κατά συνέπεια, για σχέσεις που πηγάζουν από τη διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις κυριαρχούμενες και κυρίαρχες, με βάση τη θέση που κατέχουν στη διαδικασία της παραγωγής και κυκλοφορίας των οικονομικών αγαθών.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των κοινωνικών τάξεων (η ταξική πάλη) βρίσκεται στη βάση της ιστορικής διαδικασίας, ακριβώς γιατί σε όλη την ιστορία των ταξικά διαχωρισμένων κοινωνιών η ταξική αντιπαράθεση είναι αυτή που μετασχηματίζει τα τρία επίπεδα της κοινωνικής δομής: ανατρέπει τις παραγωγικές σχέσεις, μετασχηματίζει τις ιδέες των ανθρώπων, αλλάζει τις μορφές πολιτικής οργάνωσης.

Ο Μαρξ υποστήριξε, επίσης, πως οι εκάστοτε ταξικές παραγωγικές σχέσεις αντιστοιχούν σε συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων: των μέσων παραγωγής (των εργαλείων) και της εργασίας. Εντούτοις, η περαιτέρω ανάπτυξή τους παρεμποδίζεται από τον ίδιο τον τρόπο παραγωγής που την επέτρεπαν έως ένα σημείο, έτσι ώστε η συνέχισή της δεν μπορεί να συντελεστεί παρά με την ανατροπή των κυρίαρχων παραγωγικών σχέσεων και το πέρασμα, κατά συνέπεια, σε μια νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης, στην οποία θα αντιστοιχούν νέες παραγωγικές σχέσεις, νέες ιδέες και νέο πολιτικό σύστημα, υπό την κυριαρχία μιας νέας άρχουσας τάξης.

Η θέση αυτή του Μαρξ συνδέθηκε, από τους θεωρητικούς της Β΄ Σοσιαλιστικής Διεθνούς (1889-1914), με μια συνολικότερη αντίληψη γραμμικής εξέλιξης της ιστορίας: κατά την άποψή τους, η ιστορία αποτελεί μια διαδικασία εξελικτικής διαδοχής τρόπων παραγωγής (πρωτόγονου κομμουνισμού, δουλοκτησίας, φεουδαρχίας, καπιταλισμού, σοσιαλισμού-κομμουνισμού), που καθορίζεται από το εκάστοτε επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η ταξική πάλη, σύμφωνα με την άποψη αυτή, είναι συνέπεια των εξελίξεων στο οικονομικό επίπεδο -τη βάση (υποδομή) της κοινωνικής δομής- ενώ η πολιτική και η ιδεολογία -το εποικοδόμημα- καθορίζονται απ' αυτό με τρόπο, λίγο-πολύ, απόλυτο. Η κυριαρχία του δευτεροδιεθνιστικού μαρξισμού και στο κομμουνιστικό κίνημα (που συγκροτήθηκε μετά τη Ρωσική Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917) συνέβαλε καθοριστικά στην αντιμετώπιση του μαρξισμού σαν μιας οικονομιστικής και εξελικτικιστικής αντίληψης για την ιστορία.

Στον αντίποδα αυτής της αντίληψης (που βρίσκεται στον πυρήνα της σκέψης του Στάλιν, αλλά και του Τρότσκι, καθώς και της πλειονότητας των κομμουνιστών που αντιτάχθηκαν μετά το 1956 στον «σταλινισμό») το  θεωρητικό έργο μαρξιστών ηγετών, όπως οι Λένιν, Γκράμσι και Μάο Τσε-τούνγκ, αναδείκνυε τον καθοριστικό ρόλο της ταξικής πάλης στην ιστορική διαδικασία, ερχόμενο σε ρήξη με τον οικονομισμό και τον εξελικτικισμό.

Σύμφωνα μ' αυτή την ανάγνωση του μαρξικού έργου, μπορεί η ταξική αντιπαράθεση στο οικονομικό πεδίο να αποτελεί τη βασική κοινωνική αντίθεση, εντούτοις, δεν εκδηλώνεται πάντα ως κύρια αντίθεση, ενώ ο επικαθορισμός του οικονομικού στοιχείου από το πολιτικό και το ιδεολογικό υποχρεώνει στην κάθε φορά «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης» (Λένιν).

Κάθε κοινωνικός σχηματισμός (κοινωνία συγκροτημένη σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, υπό ιδιαίτερη κρατική εξουσία) διαμορφώνεται υπό την κυριαρχία ενός τρόπου παραγωγής, που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις. Εντούτοις, σε έναν κοινωνικό σχηματισμό  συναρθρώνονται διάφοροι τρόποι παραγωγής, στους οποίους αντιστοιχούν κοινωνικές τάξεις, εκτός από τις δύο βασικές που ανταγωνίζονται στο πλαίσιο του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής. Έτσι, σε έναν καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό -όπου κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, στο πλαίσιο του οποίου ανταγωνίζεται η αστική με την εργατική τάξη- μπορούν να συνυπάρχουν μορφές φεουδαρχικών σχέσεων, απλής εμπορευματικής παραγωγής, κρατικού καπιταλισμού κ.λπ.

Κατά συνέπεια, στην ταξική -οικονομική, πολιτική και ιδεολογική- αντιπαράθεση συμμετέχουν, εκτός από την αστική και την εργατική, και άλλες τάξεις, όπως  γαιοκτήμονες, δουλοπάροικοι, ανεξάρτητοι μικροϊδιοκτήτες, μισθωτοί που δεν ταυτίζονται με την εργατική τάξη κ.λπ. Αυτό σημαίνει πως στην ταξική τους αντιπαράθεση, τόσο η αστική όσο και η εργατική τάξη (ως οι βασικές τάξεις ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού) επιδιώκουν τη διαμόρφωση ευρύτερων κοινωνικών συμμαχιών. Η μεν αστική τάξη επιδιώκει την εξασφάλιση τάξεων-στηριγμάτων της εξουσίας της, η δε εργατική τη συγκρότηση κοινωνικού συνασπισμού των κυριαρχούμενων τάξεων για την κατάκτηση της εξουσίας.

Μελετώντας την ιστορία ενός κοινωνικού σχηματισμού, αυτό που πρωταρχικά μας ενδιαφέρει είναι η αναζήτηση των όρων διεξαγωγής της ταξικής πάλης στο πλαίσιό του. Η αναζήτηση αυτή αποσκοπεί στον εντοπισμό του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής και των τρόπων παραγωγής που συναρθρώνονται μ' αυτόν, άρα και των κοινωνικών δυνάμεων που εμπλέκονται στην ταξική πάλη.

Η μελέτη της ιστορίας με τη μέθοδο αυτή είναι ριζικά διαφορετική από την παραδοσιακή  ιδεαλιστική αντίληψη της ιστορικής διαδικασίας. Ταυτόχρονα, βρίσκεται στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που υποδεικνύει ο παραδοσιακός οικονομιστικός και εξελικτικιστικός μαρξισμός, κατά τον οποίο είναι η «αντικειμενική» εξέλιξη του οικονομικού επιπέδου που διαμορφώνει τους όρους της πάλης των τάξεων.

Αν το οικονομικό στοιχείο είναι καθοριστικό μόνο σε τελευταία ανάλυση και επικαθορίζεται από το πολιτικό και το ιδεολογικό, ενώ η εκάστοτε κύρια αντίθεση δεν ταυτίζεται με τη βασική, η μελέτη της ιστορίας ενός κοινωνικού σχηματισμού συνιστά τη μελέτη της ιστορικής διαδικασίας της ταξικής πάλης στο πλαίσιό του, τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο.

Προφανώς, κανένας κοινωνικός σχηματισμός δεν είναι απομονωμένος από τον διεθνή περίγυρο. Διαμορφώνεται και υπάρχει μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεθνών σχέσεων, που τον επηρεάζουν και σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό επηρεάζονται απ' αυτόν. Καθώς η ιστορική διαδικασία στο σύνολο των κοινωνικών σχηματισμών καθορίζεται από την ταξική πάλη, αυτή βρίσκεται στη βάση και των διεθνών σχέσεων, ακόμα και στις περιπτώσεις ανταγωνισμού ανάμεσα σε ταυτόσημες κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις: ο ανταγωνισμός, π.χ., των αστικών τάξεων διαφορετικών χωρών διεξάγεται υπό την πίεση των ταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό καθεμιάς απ' αυτές.

Μεταξύ των μαρξιστών που αναγνωρίζουν την ταξική πάλη ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας (σε αντίθεση με αυτούς που αναγνωρίζουν προτεραιότητα στις «αντικειμενικές» οικονομικές εξελίξεις) υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις βασικών εννοιών που σχετίζονται με αποκλίνουσες αντιλήψεις για την ίδια την ταξική πάλη και την ιστορία. Με μεγάλο κίνδυνο σχηματοποίησης, μπορούμε να πούμε πως, σε γενικές γραμμές, οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις αναφέρονται, κυρίως, στο αν η ταξική πάλη διεξάγεται από κοινωνικές τάξεις - υποκείμενα που έχουν συνείδηση της ταξικής πρακτικής τους ή αποτελεί μια αντικειμενική διαδικασία, ανεξάρτητη από τη βούληση όλων όσοι εμπλέκονται σ' αυτήν.

Αναφερόμενοι στη διάκριση που έκανε ο Μαρξ μεταξύ τάξης που υπάρχει αντικειμενικά (τάξη καθεαυτή) και τάξης για τον εαυτό της (που έχει συνείδηση της ύπαρξής της ως τάξης και αγωνίζεται συνειδητά ως τέτοια), οι υποστηρικτές της πρώτης άποψης -με κυριότερο θεωρητικό εκπρόσωπο τον Γκεόργκ Λούκατς- θεωρούν πως η ταξική πάλη διεξάγεται από ιστορικά υποκείμενα (κοινωνικές τάξεις) που θέτουν στόχους και αγωνίζονται για την επίτευξή τους. Πιστεύουν, κατά συνέπεια, πως για την είσοδο της εργατικής τάξης στον στίβο της ταξικής πάλης προϋποτίθεται η ανεξάρτητη ιδεολογική και πολιτική της συγκρότηση.

Σε αντίθεση με την άποψη αυτή, διαμορφώθηκε κατά τη δεκαετία του 1960 ο λεγόμενος «δομικός μαρξισμός», με πρωταγωνιστική τη συμβολή του Λουί Αλτουσέρ, σύμφωνα με τον οποίο η πάλη των τάξεων -ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας- διεξάγεται ούτως ή άλλως, ανεξάρτητα από την ιδεολογική και πολιτική συγκρότηση των τάξεων που εμπλέκονται σ' αυτήν. Αν συνέβαινε το αντίθετο, θα έπρεπε να δεχτούμε πως κινητήρια δύναμη της ιστορίας δεν είναι η ταξική πάλη, αλλά η συνείδηση των ανθρώπων. Άρα, θα έπρεπε να αποδεχτούμε ιδεαλιστικές αντιλήψεις, για την προτεραιότητα της συνείδησης έναντι του κοινωνικού Είναι.

Κατά τον Αλτουσέρ, «η ιστορία είναι μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο και χωρίς σκοπό». Δεν είναι οι κοινωνικές τάξεις (τα υποκείμενα) που συνειδητά κινούν την ιστορική διαδικασία, αποσκοπώντας στην υλοποίηση κάποιου στόχου, ούτε η ιστορία η ίδια θέτει στόχους, ως άλλος «Θεός», που αντί του επουράνιου παραδείσου προετοιμάζει τον επίγειο παράδεισο του κομμουνισμού. Δεν υπάρχουν τάξεις ανεξάρτητα από τη μεταξύ τους αντιπαράθεση (την ταξική πάλη), καθώς και οι ίδιες οι τάξεις συγκροτούνται και στο οικονομικό επίπεδο μέσα από όρους της πάλης των τάξεων.

Με δεδομένη την ταυτόχρονη αντικειμενική ύπαρξη κοινωνικών τάξεων και ταξικής πάλης -που διεξάγεται, ούτως ή άλλως, αυθόρμητα- είναι η συγκροτημένη ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση του κομμουνιστικού κινήματος που μετασχηματίζει το αυθόρμητο σε συνειδητό. Καθώς η τάξη δεν αποτελεί συνειδητό υποκείμενο -άρα δεν θέτει ως τέτοια πολιτικούς στόχους- η συνειδητή και συγκροτημένη στόχευση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού με ορίζοντα τον κομμουνισμό αποτελεί έργο των πολιτικών φορέων έκφρασής της, ως πεδίων συνάντησης της επαναστατικής επιστημονικής θεωρίας του μαρξισμού με το εργατικό κίνημα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Β. Ζητήματα ιστορίας του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού

 

Η ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830, ως αποτέλεσμα της Επανάστασης του 1821, έγινε σε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη και σε άλλες περιοχές του πλανήτη -κυρίως στην αμερικανική ήπειρο- έπνεαν ισχυροί οι άνεμοι των εθνικών αυτοπροσδιορισμών και των αγώνων για συγκρότηση ανεξάρτητων κρατών, θεμελιωμένων στη βάση της εθνικής ταυτότητας.

Όπως σε όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, έτσι και στο ελληνικό, που άρχισε να διαμορφώνεται από τα τέλη του 18ου αιώνα με καθοριστική τη συμβολή των διανοουμένων του ελληνικού διαφωτισμού (Ρήγας Φεραίος, Αδαμάντιος Κοραής κ.ά.), η αναζήτηση εθνικής ταυτότητας συνδέθηκε με την εμφάνιση αστικής τάξης που ενδιαφερόταν για τη συγκρότηση κοινωνικού σχηματισμού υπό την κυριαρχία της. Η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούσε τη διαμόρφωση συνείδησης κοινής ταυτότητας με ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις και κυρίως με τους μαζικότατους, εκείνη την εποχή, αγροτικούς πληθυσμούς.

Η αυτοαναγνώριση αστικών και λαϊκών στρωμάτων ως εντασσόμενων σε ένα ενιαίο σύνολο γίνεται μέσα από την ανάδειξη εκείνων των στοιχείων που αντικειμενικά ήταν κοινά, αν και δεν υπήρξαν στο σύνολό τους απαραίτητα σε κάθε περίπτωση. Ο γεωγραφικός χώρος, η γλώσσα (με εξαιρέσεις, όπως η Ελβετία), η θρησκεία (με εξαιρέσεις, όπως η Γερμανία) και τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, αποτέλεσαν τη βάση για τη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης: της πεποίθησης πως το σύνολο όσων μετέχουν σ' αυτά αποτελούν ένα ιδιαίτερο έθνος. Η διαμόρφωση εθνικής συνείδησης συντελείται, κυρίως, με όρους πλασματικούς: με τη συγκρότηση μιας φαντασιακής αναφοράς στο ιστορικό παρελθόν, όπου εντάσσονται στοιχεία αληθινά και ψευδή, σε μια προσπάθεια να αναπτυχθεί συνείδηση κοινής καταγωγής και ιστορικής διαδρομής στους πληθυσμούς που αυτοαναγνωρίζονται στην ίδια εθνική ταυτότητα.

Ως Έλληνες κλήθηκαν να αυτοαναγνωριστούν οι ορθόδοξοι χριστιανικοί πληθυσμοί της νότιας Βαλκανικής, της Μικράς Ασίας, των νησιών του Ιονίου και του Αιγαίου, και της Κύπρου, στη βάση της θρησκείας που τους διαφοροποιούσε από τους κυρίαρχους μουσουλμανικούς οθωμανικούς πληθυσμούς, και με αναφορά στην κοινή καταγωγή από τους Αρχαίους Έλληνες και την τρισχιλιετή κοινή ιστορική διαδρομή. Η ελληνική γλώσσα -την οποία χρησιμοποιούσε η Ορθόδοξη Εκκλησία, που αποτελούσε πολιτικό θεσμό, εκπροσωπώντας το σύνολο αυτών των ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών- αναγνωριζόταν ως κυρίαρχη μεταξύ τους, χωρίς η γνώση και η χρήση της να αποτελεί προϋπόθεση για την εθνική ταυτότητα. Έτσι, κατά τον 19ο αιώνα, μέχρι και τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού, το νεοελληνικό έθνος συγκροτείται, εκτός από τους ελληνόφωνους (μεταξύ των οποίων και οι καθολικοί των Κυκλάδων), και από τους Αρβανίτες (που διαφοροποιούνται από τους μουσουλμάνους Αλβανούς, λόγω της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης τους), την πλειονότητα των ρουμανόφωνων Βλάχων της Ηπείρου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας, μέρος των σλαβόφωνων της Μακεδονίας και τους τουρκόφωνους χριστιανούς του Πόντου και της Καππαδοκίας.

Ο μύθος της κοινής ελληνικής καταγωγής συμπληρώθηκε με τη θεωρία της κοινής ιστορικής διαδρομής, ενιαίας και συνεχούς από τη δεύτερη π.Χ. χιλιετία. Έτσι, στην αδιάσπαστη αυτή ελληνική ιστορία εντάχθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα και η χιλιόχρονη ιστορία του Βυζαντίου, παρά το ότι το ίδιο αυτοαναγνωριζόταν ως Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έχοντας πολυεθνική σύνθεση, ενώ και το σύνολο σχεδόν των αυτοκρατόρων του προερχόταν από λαούς ξένους προς τον ελληνικό. Ο «εξελληνισμός» του περιοριζόταν στη χρήση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης, παράλληλα με τη λατινική από τον 8ο αιώνα περίπου και ως αποκλειστικής στην περίοδο της παρακμής του.

Στο Βυζάντιο ο όρος «Έλληνας» χρησιμοποιούνταν επικριτικά, για τον χαρακτηρισμό των ειδωλολατρών. Εντούτοις, μετά την κατάκτηση από τους δυτικούς Σταυροφόρους, τον 13ο και 14ο αιώνα, ο όρος αναφέρεται στους ελληνόφωνους ορθόδοξους πληθυσμούς, για τη διαφοροποίησή τους από τους δυτικούς καθολικούς κατακτητές. Πάντως, οι ίδιοι οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν για τον αυτοπροσδιορισμό τους τον όρο «Ρωμιός», με σαφή αναφορά στη Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία.

Εκτός από τη φαντασιακή αναφορά στην ιστορία, η επίσημη ιδεολογία του νεοελληνικού κράτους παραγνωρίζει πλήρως τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και τις ταξικές αντιθέσεις, εμφανίζοντας το έθνος να βαδίζει ανά τους αιώνες ενωμένο και αραγές, με την ενότητά του να διαταράσσεται λόγω ανταγωνιστικών φιλοδοξιών ιστορικών προσωπικοτήτων ή το πολύ-πολύ από τοπικιστικές αντιθέσεις.

Η μαρξιστική ιστοριογραφία βρέθηκε εξαρχής αντιμέτωπη με την επίσημη κρατική ιστοριογραφία, πάνω στην οποία στηριζόταν η ιδεολογία της «εθνικής ενότητας», σε αντιπαράθεση  με τον ταξικό ανταγωνισμό που πρόβαλε το εργατικό κίνημα. Χάρη στο έργο μαρξιστών μελετητών -με σημαντικότερη τη συνεισφορά του Γιάννη Κορδάτου- αποκαλύφθηκαν οι αστικές ταξικές σκοπιμότητες και φωτίστηκαν σημαντικές πλευρές της ελληνικής ιστορίας. Πρώτα και κύρια, αμφισβητήθηκε η θεωρία της τρισχιλιετούς ιστορικής συνέχειας, ενώ αναδείχτηκαν οι ταξικές αντιθέσεις και η ταξική πάλη, ως καθοριστικά όλης της ιστορικής διαδρομής, ήδη από την αρχαιότητα.

Εντούτοις, η ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία παρέμεινε εγκλωβισμένη στην κυρίαρχη οικονομιστική και εξελικτικιστική αντίληψη της Β΄ και της Γ' Διεθνούς, που αποτελούσε και την εκδοχή της μαρξιστικής θεωρίας που αποδεχόταν το ΚΚΕ, ήδη από την ίδρυσή του ως Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας το 1918. Ταυτόχρονα, και ιδιαίτερα μετά το 1934, η κυρίαρχη στην ελληνική Αριστερά αντίληψη για τη νεοελληνική ιστορία καθορίστηκε από την εκτίμηση ότι στην Επανάσταση του 1821 επήλθε συμβιβασμός μεταξύ της αστικής τάξης και των φεουδαρχών (τσιφλικάδων), με συνέπεια να μην ολοκληρωθεί η αστικοδημοκρατική επανάσταση. Έτσι, ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός θεωρούνταν πως βρισκόταν υπό την κυριαρχία του «αστικοτσιφλικάδικου» συνασπισμού, με συνέπεια την καθυστέρηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Παράλληλα, η Ελλάδα, ως χώρα καθυστερημένη (για την ακρίβεια, με μέσο επίπεδο ανάπτυξης), θεωρούνταν   οικονομικά και πολιτικά εξαρτημένη από τις δυτικές ιμπεριαλιστικές χώρες και κυρίως από τη Μεγάλη Βρετανία.

Συνέπεια αυτής της αντίληψης για τη νεοελληνική ιστορική πραγματικότητα ήταν και η εγκατάλειψη από το ΚΚΕ της στρατηγικής της σοσιαλιστικής επανάστασης, που αντικαταστάθηκε από τη στρατηγική των σταδίων μετάβασης στον σοσιαλισμό, βάση της οποίας αποτελούσε ο οικονομισμός και ο εξελικτικισμός.

Η αντίληψη της ιστορίας ως διαδικασίας εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων και διαδοχής τρόπων παραγωγής που ανταποκρίνονται στο εκάστοτε επίπεδο ανάπτυξής τους, οδηγεί στην άποψη ότι η πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης προϋποθέτει την ύπαρξη υψηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, άρα μπορεί να αποτελέσει στόχο του εργατικού κινήματος μόνο σε χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Κάτι, φυσικά, που βρίσκεται στον αντίποδα της λενινιστικής θεωρίας για τη σοσιαλιστική επανάσταση, σύμφωνα με την οποία προϋπόθεσή της είναι η πολιτική παρέμβαση σε μια συγκυρία κρίσης της κυρίαρχης εξουσίας, κατά την οποία ένας συνασπισμός κοινωνικών δυνάμεων υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης μπορεί να επιδιώξει την ανατροπή της. Η άνοδος της εργατικής τάξης (επικεφαλής του λαϊκού αντικαπιταλιστικού συνασπισμού) στην εξουσία ανοίγει τον δρόμο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Η αντίληψη του Λένιν για την επανάσταση εντάσσεται στη συνολικότερη άποψή του για την ταξική πάλη στις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Καθώς η διεθνοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων συντελείται υπό την κυριαρχία των καπιταλιστικά αναπτυγμένων ιμπεριαλιστικών χωρών, ο Λένιν περιέγραφε τη διεθνή πραγματικότητα με τη μορφή μιας αλυσίδας αλληλοεξαρτώμενων κρίκων. Η επανάσταση και η κατάκτηση της εξουσίας σε οποιονδήποτε απ' αυτούς τους κρίκους συνεπάγεται το σπάσιμο της αλυσίδας. Αδύνατος κρίκος, κατάλληλος για το σπάσιμο της αλυσίδας, είναι κάθε φορά εκείνος όπου εκδηλώνεται κρίση της αστικής κυριαρχίας, ανεξάρτητα από το επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο λενινισμός συνιστά, έτσι, ρήξη με τον οικονομισμό και τον εξελικτικισμό, καθώς στην κλασική αντίληψη της οικονομικού στοιχείου, ως καθοριστικού της ιστορικής διαδικασίας, αντιπαραθέτει την έννοια της πολιτικής συγκυρίας, που μόνο σε τελευταία ανάλυση καθορίζεται από οικονομικά αίτια, άρα αυτά δεν είναι πάντα κυρίαρχα.

Στην κυρίαρχη στην ελληνική αριστερή ιστοριογραφία αντίληψη, αντιπαρατίθεται η άποψη ότι η Επανάσταση του 1821 είχε αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα και ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός συγκροτήθηκε ήδη από το 1830 ως καπιταλιστικός, υπό την κυριαρχία, δηλαδή, της αστικής τάξης. Επιπλέον, ο οθωμανικός κοινωνικός σχηματισμός, στη ρήξη με τον οποίο συγκροτήθηκε ο ελληνικός, δεν κυριαρχούνταν από τον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής. Επρόκειτο -όπως και ο βυζαντινός- για κοινωνικό σχηματισμό υπό την κυριαρχία του ανατολικού (ασιατικού) τρόπου παραγωγής, συναρθρωμένου με φεουδαρχικές, απλές εμπορευματικές και καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις.

Στον ανατολικό τρόπο παραγωγής η γη, κύρια πηγή πλούτου, ανήκει στον ανώτατο άρχοντα (τον αυτοκράτορα ή τον σουλτάνο), ως εκπροσώπου του Θεού, ο οποίος παραχωρεί δικαιώματα εκμετάλλευσης σε αξιωματούχους, χωρίς όμως να αποτελεί ιδιοκτησία τους. Συνάμα, μεγάλο μέρος της γης ανήκε σε ανεξάρτητους παραγωγούς. Η περίοδος παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνοδεύτηκε από την ιδιοποίηση μεγάλων εκτάσεων γης από αξιωματούχους που μετατράπηκαν σε φεουδάρχες, ενώ παράλληλα αναπτύσσονταν και καπιταλιστικές σχέσεις.

Κατά την περίοδο αυτή -τον 18ο αιώνα- διαμορφώθηκε και η ελληνική αστική τάξη, που ανέπτυξε εμπορικές δραστηριότητες στη Βαλκανική, την κεντρική Ευρώπη και τη Ρωσία, και εμποροναυτιλιακές σε όλη τη Μεσόγειο, που συνδέθηκαν και με την ανάπτυξη της βιοτεχνικής παραγωγής στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Ως επεκτατική και συνάμα υποδεέστερη σε σχέση με το δυτικό κεφάλαιο, η ελληνική αστική τάξη συμμετέχει στην εκμετάλλευση πολλών από αυτές τις περιοχές στις οποίες δραστηριοποιείται, αν και ως «φτωχός συγγενής» των δυτικών αστικών τάξεων.

Στον ελλαδικό χώρο υπάρχει συνάρθρωση των αστών που δρουν στις παροικίες του εξωτερικού με τους «κοτζαμπάσηδες», την άρχουσα τάξη των χριστιανικών κοινοτήτων που ασκούσε την πολιτική εξουσία στο πλαίσιό τους, κατέχοντας και σημαντικές εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης. Η συνάρθρωση αυτή δεν συνιστούσε συμμαχία αστών και φεουδαρχών, καθώς συντελούνταν με όρους ενασχόλησης και των κοτζαμπάσηδων με εμπορικές δραστηριότητες, ενώ συνήθως αστοί-πάροικοι και κοτζαμπάσηδες -εμπορευόμενοι ή μη- συνδέονταν μεταξύ τους και με συγγενικές σχέσεις, αποτελώντας τα περίφημα «τζάκια». 

Καθώς η ελληνική (ελληνόφωνη και μη) αστική τάξη αναδεικνύεται στην ισχυρότερη αστική τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας -χάρη στη θέση που κατέχει η ελληνόφωνη Ορθόδοξη Εκκλησία και στην ευνοϊκή γεωγραφική θέση των ελληνικών περιοχών-, η διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας αποσκοπεί στη συγκρότηση κράτους για την προώθηση των συμφερόντων της, με την κατάργηση των περιορισμών που έθετε το οθωμανικό σύστημα στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

Οι επιδιώξεις της αστικής τάξης συναντούν τις διαθέσεις και των λαϊκών στρωμάτων, τόσο της αγροτιάς -της μεγάλης πλειονότητας των πληθυσμών που αυτοαναγνωρίζονται ως ελληνικοί- όσο και των μικροβιοτεχνών, των μικρεμπόρων, των ναυτικών, των εργατοτεχνιτών κ.λπ., που έχουν άμεσα υλικά συμφέροντα από την απαλλαγή από την οθωμανική κυριαρχία. Τον προσανατολισμό αυτό ενισχύει ιδεολογικά ο ελληνικός διαφωτισμός, που θέτει τις βάσεις του επαναστατικού εθνισμού, με αναφορές στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη και στην αναγέννηση του αρχαιοελληνικού κλέους. 

Η αναφορά στην αρχαιοελληνική δημοκρατία και στις αρχές που διακήρυξε η Γαλλική Επανάσταση, προσδίδει ριζοσπαστικό χαρακτήρα στο κίνημα της ελληνικής εθνικής ανεξαρτησίας, που θα επηρεάσει και τον ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό της Επανάστασης που θα ξεσπάσει το 1821.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1. Από την Επανάσταση του 1821 στο κίνημα του 1909

 

Η Επανάσταση του 1821 ξέσπασε σε μια περίοδο που χαρακτηριζόταν από την κυριαρχία στην Ευρώπη των συντηρητικών δυνάμεων, μετά την ήττα του Ναπολέοντα το 1815, που θεωρήθηκε πως έκλεισε τον κύκλο της αναταραχής που άνοιξε με τη Γαλλική Επανάσταση του 1789. Εντούτοις, η ίδια η Ελληνική Επανάσταση, οι επαναστάσεις που ξέσπασαν ταυτόχρονα στη Λατινική Αμερική ενάντια στην ισπανική κυριαρχία και στη συνέχεια η νέα Επανάσταση στη Γαλλία το 1832, απέδειξαν πως οι ελπίδες των συντηρητικών δυνάμεων για σταθεροποίηση της κατεστημένης κατάστασης δεν ήταν παρά αυταπάτες.

Όσο κι αν ο δρόμος δεν υπήρξε ευθύγραμμος και η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα επώδυνη, οι εξελίξεις που δρομολογήθηκαν από τα τέλη του 18ου αιώνα, έναν αιώνα αργότερα είχαν μεταμορφώσει πλήρως την ευρωπαϊκή και παγκόσμια πραγματικότητα. Βασικά τους χαρακτηριστικά ήταν η βιομηχανική επανάσταση, η επέκταση των δημοκρατικών κοινοβουλευτικών θεσμών στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και της αποικιοκρατικής κατάκτησης σε όλη, σχεδόν, την Αφρική και σε μεγάλο μέρος της Ασίας. Κατά συνέπεια, ο 19ος αιώνας αποτέλεσε την περίοδο κατά την οποία ο καπιταλισμός αναδείχθηκε σε κυρίαρχο τρόπο παραγωγής σε μεγάλο μέρος του πλανήτη, ενώ κατά το τελευταίο του τέταρτο συντελέστηκαν διαδικασίες που σηματοδότησαν το πέρασμα στο μονοπωλιακό του στάδιο και στον ιμπεριαλισμό: στην κυριαρχία μεγάλων καπιταλιστικών εταιριών (των μονοπωλίων) και την ιμπεριαλιστική επέκταση της καπιταλιστικής δραστηριότητας, με την εξαγωγή κεφαλαίων και την οικονομική και πολιτική εξάρτηση ακόμη και χωρών που δεν βρίσκονται υπό στρατιωτική κατοχή.

Κατά τον 19ο αιώνα, στις παλιές ευρωπαϊκές δυνάμεις -τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Αυστρία και τη Ρωσία- προστίθενται και νέες, όπως η Ιταλία (1861) και η Γερμανία (1870), που συγκροτούνται σε ενιαία εθνικά κράτη, ενώ σε ισχυρές δυνάμεις αναδεικνύονται οι ΗΠΑ στην αμερικανική ήπειρο και η Ιαπωνία στην Άπω Ανατολή. Παλιότερες ισχυρές αυτοκρατορίες, όπως η Οθωμανική και η Κινεζική, βρίσκονται σε διαδικασία παρακμής, ενώ μεγάλες χώρες, όπως η Ινδία, καθώς και πολλές αραβικές, περνούν υπό αποικιοκρατική κυριαρχία.

Ο 19ος αιώνας σημαδεύεται από τη μεγάλη ανάπτυξη των φυσικών επιστημών, που συντελούν στην επιτάχυνση των τεχνολογικών εξελίξεων τις οποίες αξιοποιεί η καπιταλιστική οικονομία, αλλά και από επιστημονικές τομές στο σύνολο των θεωρητικών και κοινωνικών γνώσεων, με τη διαμόρφωση νέων επιστημών, όπως η κοινωνιολογία, η εθνολογία, η ψυχανάλυση κ.λπ. Η επιστημονικοτεχνική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τους πολιτικούς και οικονομικοκοινωνικούς μετασχηματισμούς, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας αντίληψης για την αέναη πρόοδο που συντελείται μέσω μιας γραμμικής πορείας. Η αντίληψη αυτή επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και τους θεωρητικούς του σοσιαλιστικού κινήματος, που συγκροτήθηκε αυτόν τον αιώνα, ως αντίπαλο δέος προς τον καπιταλισμό.

Βάση συγκρότησης του σοσιαλιστικού κινήματος αποτέλεσε η εμφάνιση μιας μαζικής εργατικής τάξης, στο πλαίσιο της βιομηχανικής επανάστασης και της επέκτασης και κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων. Εισβάλλοντας δυναμικά στο ιστορικό προσκήνιο κατά τον επαναστατικό αναβρασμό του 1848-49, η εργατική τάξη ανέπτυξε τις δικές της οργανωτικές εκφράσεις, τα συνδικάτα, ενώ το 1864  ιδρύθηκε η Εργατική Διεθνής, στις γραμμές της οποίας εκπροσωπούνταν το σύνολο των ιδεολογικών ρευμάτων που αναφέρονταν στο εργατικό κίνημα και τον σοσιαλισμό.

Κορυφαία εκδήλωση της ανάπτυξης του εργατικού κινήματος αποτέλεσε το 1871 η Κομμούνα του Παρισιού, που έθεσε για πρώτη φορά άμεσα το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας. Παρά τη διάλυση της Διεθνούς το 1874, τόσο το συνδικαλιστικό όσο και το σοσιαλιστικό κίνημα συνέχισαν να αναπτύσσονται σε μια σειρά ευρωπαϊκές και αμερικανικές χώρες, ενώ στις γραμμές τους αντιπαρατίθενται κυρίως τρεις τάσεις: οι ρεφορμιστές, οι αναρχικοί και οι μαρξιστές.

Κατά τους ρεφορμιστές, επιδίωξη του εργατικού κινήματος θα έπρεπε να είναι η διεκδίκηση μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, που θα μπορούσαν  σταδιακά να το μετασχηματίσουν σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Αν και ρεφορμιστικές τάσεις εμφανίζονται σε διάφορες χώρες, κυριαρχούν στη Μεγάλη Βρετανία, έχοντας ως κύρια βάση στήριξης τμήματα της εργατικής τάξης που βρίσκονταν σε σχετικά προνομιούχα θέση, αποτελώντας τη λεγόμενη «εργατική αριστοκρατία».

Οι αναρχικοί υποστήριζαν ότι σκοπός του εργατικού κινήματος θα έπρεπε να είναι η ταυτόχρονη κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων και του κράτους, κυρίως μέσω της επαναστατικής δραστηριότητας των συνδικάτων. Κατά συνέπεια, απέρριπταν την πολιτική οργάνωση σε κόμμα, καθώς και τη συμμετοχή σε πολιτικούς θεσμούς. Η επιρροή τους ήταν ισχυρή στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, τις ΗΠΑ, το Μεξικό κ.λπ., και στηρίζονταν κυρίως σε ειδικευμένους τεχνίτες που μόλις είχαν χάσει την εργασιακή τους ανεξαρτησία και σε απασχολούμενους σε μικρές παραγωγικές μονάδες. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το αναρχικό κίνημα παρέμεινε ισχυρό μόνο στην Ισπανία.

Οι μαρξιστές -που συγκρότησαν το 1889 τη Β΄ Σοσιαλιστική Διεθνή- τάσσονταν υπέρ της  διεκδίκησης μεταρρυθμίσεων, όχι ως αυτοσκοπό, αλλά για τη συσπείρωση της εργατικής τάξης και την ενίσχυση του εργατικού κόμματος, το οποίο θα συμμετείχε στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, έχοντας, εντούτοις, ως στόχο την επαναστατική κατάληψη της εξουσίας, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, στην προοπτική της αταξικής κομμουνιστικής κοινωνίας, στο πλαίσιο της οποίας η κρατική εξουσία θα εξαλειφόταν. Βάση στήριξής τους αποτέλεσε, κυρίως, το μαζικό βιομηχανικό προλεταριάτο και κυριάρχησαν στο εργατικό κίνημα της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, και αργότερα και της ανατολικής. Το 1914, όταν με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Β΄ Διεθνής ουσιαστικά διαλύθηκε, υπήρχαν σοσιαλιστικά κόμματα, λιγότερο ή περισσότερο ισχυρά, σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, από την Βρετανία και τη Γαλλία -στα οποία συνυπήρχαν μαρξιστές και ρεφορμιστές- μέχρι τη Ρωσία, σε πολλές χώρες της Αμερικής κ.λπ.

Η Ελληνική Επανάσταση, που παρά τις αρχικές προσπάθειες περιορίστηκε στις απόμακρες από το κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας περιοχές της νότιας Ελλάδας, διακήρυξε με τις Εθνοσυνελεύσεις της αρχές δημοκρατικές, επηρεασμένες από τη Γαλλική Επανάσταση, συμπεριλαμβανόμενου του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, που της προσέδιδαν σαφή αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα. Κύρια προβλήματα που αντιμετώπισε ήταν, από τη μια, τοπικές αντιστάσεις στη διαμορφωνόμενη συγκεντρωτική κρατική εξουσία -που εκδηλώθηκαν και με εμφύλιους πολέμους- και, από την άλλη, η ανάγκη διεθνούς στήριξης και κυρίως η υποστήριξη από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, καθώς η Αυστρία είχε σταθερή τοποθέτηση υπέρ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).

Η νίκη της Επανάστασης και η ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, το οποίο αναγνωρίστηκε διεθνώς το 1830, υπήρξε αποτέλεσμα της παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων από το 1827 (Ναυμαχία του Ναβαρίνου και Ρωσοτουρκικός Πόλεμος), καθεμιά από τις οποίες ήθελε να την προσεταιριστεί για την προώθηση των δικών της συμφερόντων. Κατά συνέπεια, καθοριστικός ήταν ο αγώνας των ίδιων των επαναστατημένων Ελλήνων.

Χαρακτηριστικό του νέου κράτους -που περιλάμβανε την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια, τις Βόρειες Σποράδες και τις Κυκλάδες- κατά τις πρώτες δεκαετίες από την ίδρυσή του, ήταν η αντίθεση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού στον κρατικό συγκεντρωτισμό, που επιδίωκαν να επιβάλουν τόσο ο Καποδίστριας όσο και η βαυαρική αντιβασιλεία και ο βασιλιάς Όθωνας. Η αντίθεση αυτή -που τροφοδοτούσε την αντίθεση στις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες παρέμβαιναν στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας- ενίσχυε τις λαϊκές  δημοκρατικές ιδεολογικές τάσεις που αναπτύχθηκαν στα χρόνια της Επανάστασης και συνδεόταν με την αντίσταση στον βίαιο «εξευρωπαϊσμό», που απειλούσε τις σχέσεις απλής εμπορευματικής παραγωγής και κατά συνέπεια την εργασιακή ανεξαρτησία της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού. 

Η Ελλάδα της περιόδου 1830-62 συγκλονίζεται από συχνές τοπικές ή και ευρύτερες εξεγέρσεις, ενώ σταθμό αποτέλεσε το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που υποχρέωσε τον Όθωνα να αποδεχτεί τη μετατροπή του πολιτεύματος από απόλυτη σε Συνταγματική Μοναρχία.

Αν και η αστική τάξη είναι κυρίαρχη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η δραστηριότητά της εξακολουθεί να αναπτύσσεται κυρίως εκτός ελληνικών συνόρων, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στα παροικιακά κέντρα της Αιγύπτου, της Ρουμανίας, της Ρωσίας και της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Βασική αιτία αυτού του προσανατολισμού είναι η απουσία υποδομών στην Ελλάδα και κυρίως η ανυπαρξία μαζικής εργατικής δύναμης, καθώς η τεράστια πλειονότητα του πληθυσμού αποφεύγει την προλεταριοποίηση, ακόμη και με την προσφυγή στη ληστανταρσία και τη μετανάστευση.

Μετά την έξωση του Όθωνα και με την ψήφιση του Συντάγματος του 1864, η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες με τους περισσότερο αναπτυγμένους δημοκρατικούς θεσμούς, στο πλαίσιο του πολιτεύματος της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας. Ο βασιλιάς -ο Γεώργιος, από τη δανέζικη δυναστεία των Γλύξμπουργκ- αποτελεί επιλογή των Μεγάλων Δυνάμεων, ως εγγυητής των συμφερόντων τους στην Ελλάδα, αλλά και σύμβολο της εθνικής ενότητας.

Την ίδια περίοδο, το ελληνικό κεφάλαιο πραγματοποιεί τις πρώτες σοβαρές επενδύσεις του στην Ελλάδα και αρχίζει η διαδικασία μιας αργής και ασυνεχούς εκβιομηχάνισης, ενώ μεγάλη προσπάθεια αστικού εκσυγχρονισμού επιχειρείται στην περίοδο 1875-93, την οποία προωθεί ο Χαρίλαος Τρικούπης, εκπροσωπώντας πολιτικά τα δυναμικά τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου. Η πολιτική αυτή συναντάει μεγάλες λαϊκές αντιστάσεις, που λεηλατούνται φορολογικά και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο απώλειας της εργασιακής τους ανεξαρτησίας με την επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, ενώ οι βασισμένες κυρίως στον εξωτερικό δανεισμό αναπτυξιακές προσπάθειες οδηγούν στην πτώχευση της χώρας.

Καίριο ζήτημα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους υπήρξε η επιδίωξη ενσωμάτωσης  των περιοχών όπου ζούσαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί και ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή στη Μεγάλη Βρετανία (τα Επτάνησα και η Κύπρος, που παραχωρήθηκε από την Τουρκία στους Βρετανούς το 1878). Αίτημα που αναγνωριζόταν διεθνώς ως δίκαιο από τις προοδευτικές, ριζοσπαστικές και επαναστατικές δυνάμεις, η αλληλεγγύη των οποίων εκδηλωνόταν ακόμα και με τη συμμετοχή ξένων εθελοντών σε εξεγέρσεις των υπόδουλων (κυρίως στην Κρήτη στα 1866-69 και 1897) και σε ελληνοτουρκικούς πολέμους (1897 και 1912-13).

Στη βάση του «αλυτρωτικού ζητήματος», ιδιαίτερα έντονου στα Επτάνησα -που ενώθηκαν με την Ελλάδα το 1864- την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη και την Κύπρο,  θεμελιώθηκε κατά τη δεκαετία του 1840 η Μεγάλη Ιδέα, που κυριάρχησε στην εθνική και λαϊκή συνείδηση επί οχτώ περίπου δεκαετίες. Επρόκειτο για το όραμα της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας -εκλαμβανόμενης σαν ελληνικής- με την επέκταση του ελληνικού κράτους σε ολόκληρη τη νότια Βαλκανική και σε μεγάλο μέρος της Μικράς Ασίας, έστω και αν σε πολλά από τα διεκδικούμενα εδάφη οι Έλληνες αποτελούσαν μειονότητα.

Η Μεγάλη Ιδέα, εκτός του ότι συγκροτούσε μια ενοποιητική ιδεολογία πάνω από ταξικές διαιρέσεις και αντιπαλότητες, συνδεόταν με τη στρατηγική επιδίωξη της ελληνικής αστικής τάξης για την ανάδειξη της Ελλάδας σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη στη νοτιοανατολική Ευρώπη και την ανατολική Μεσόγειο. Εντούτοις, η προβολή της συνάντησε την αντίθεση όχι μόνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και των αναδυόμενων εθνικών κινημάτων άλλων βαλκανικών λαών και στη συνέχεια των νέων κρατών, κυρίως του βουλγαρικού. Η ελληνοβουλγαρική αντίθεση αφορούσε στην εθνική ταυτότητα των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας, την οποία διεκδικούσαν και οι δύο χώρες.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις κλονίζονταν πολύ συχνά από τις εξεγέρσεις των Ελλήνων της Κρήτης, που απαιτούσαν την Ένωσή της με την Ελλάδα, αλλά την ένοπλη αντιπαράθεση με την Τουρκία εμπόδιζε η σταθερή πολιτική των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων, που ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως αναχώματος στην επιδίωξη της Ρωσίας για έξοδο στη Μεσόγειο. Εντούτοις, ως συνέπεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1878-81, αποδόθηκαν στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η Άρτα.

Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, που ακολούθησε την πτώχευση του 1893, η κήρυξη του πολέμου στην Τουρκία, το 1897, με την έκρηξη νέας Κρητικής Επανάστασης -που έληξε με την ανακήρυξη του νησιού σε αυτόνομο κράτος-, είχε αποτέλεσμα την ήττα του ελληνικού στρατού και την ανακατάληψη της Θεσσαλίας από τους Τούρκους. Η επαναπόδοσή της στην Ελλάδα, με την καταβολή τεράστιου χρηματικού ποσού στην Τουρκία, έγινε με την προϋπόθεση της επιβολής Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898. Έτσι, η Ελλάδα μπήκε στον 20ό αιώνα εθνικά ταπεινωμένη, οικονομικά αποδιαρθρωμένη και με κλονισμένη την εμπιστοσύνη του λαού στις πολιτικές ηγεσίες.

Καθώς στην Τουρκία έχει πραγματοποιηθεί το 1908 η Επανάσταση των Νεοτούρκων, που δρομολόγησε τον εκσυγχρονισμό της χώρας, ενώ στη Μακεδονία η βουλγαρική παρουσία είναι εξαιρετικά ισχυρή, παρά τις προσπάθειες για διαμόρφωση ελληνικής εθνικής συνείδησης στους σλαβόφωνους πληθυσμούς (ακόμα και με ένοπλη δράση στα 1904-08), η ελληνική αστική τάξη ανησυχεί από τις εξελίξεις και από την αδυναμία του κράτους να στηρίξει αποτελεσματικά την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, αλλά και τις επεκτατικές της βλέψεις. Οι ανησυχίες της αυτές συμπίπτουν με ανάλογες του σώματος των αξιωματικών, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους της διανόησης της εποχής, καθώς και με τη δυσαρέσκεια ευρύτατων λαϊκών στρωμάτων. Διαμορφώνονται, έτσι, οι όροι για το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί, τον Αύγουστο 1909, και την αποδοχή του, τόσο από την άρχουσα τάξη όσο και από τα κυριαρχούμενα λαϊκά στρώματα.

Ήδη έχουν συντελεστεί σημαντικοί μετασχηματισμοί στην ελληνική κοινωνία, ως συνέπεια του αστικού εκσυγχρονισμού κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Στην Ελλάδα είναι εμφανής, πλέον, η κυριαρχία της αστικής τάξης, που μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς της ασκείται στο εσωτερικό της χώρας, ενώ ισχυρές θέσεις κατέχουν  τόσο τα μεσοστρώματα όσο και η ιδιαίτερα αναπτυγμένη κρατική γραφειοκρατία. Οι κοινωνικές αυτές δυνάμεις αποτελούν βασικά στηρίγματα του κυρίαρχου καθεστώτος, ενώ η διαφοροποίησή τους από τα φτωχά εργαζόμενα λαϊκά στρώματα συντελείται ακόμη και με πολιτισμικούς όρους. Χαρακτηριστικό της διαφοροποίησής τους είναι η υποτίμηση του λαϊκού πολιτισμού, που εκφράζεται με την αποδοχή, ως «ανώτερης», της δυτικής κουλτούρας, ακόμη και με την περιφρόνηση της ίδιας της γλώσσας του λαού, της δημοτικής. Επίσημη γλώσσα του κράτους και μέσο επικοινωνίας των κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων είναι η καθαρεύουσα, μια γλώσσα τεχνητή, μέσω της οποίας επιχειρείται η ανάδειξη της ιστορικής σχέσης με την ελληνική αρχαιότητα. Ο αγώνας για την αναγνώριση της δημοτικής γλώσσας προσανατολίζει σημαντικό τμήμα της διανόησης σε συνολικότερες φιλολαϊκές και προοδευτικές θέσεις.

Αν και η πλειονότητα του πληθυσμού συνεχίζει να αποτελείται από ανεξάρτητους μικροπαραγωγούς, μικρέμπορους κ.λπ., το βιοτικό επίπεδο των οποίων παραμένει χαμηλό, χωρίς να φτάνει σε όρια εξαθλίωσης, ήδη έχει διαμορφωθεί μια εργατική τάξη που από τα τέλη του 19ου αιώνα αρχίζει να αναδεικνύεται σε υπολογίσιμη κοινωνική δύναμη. Είναι η περίοδος κατά την οποία η οικονομική κρίση οδηγεί και στη μαζική μετανάστευση προς τις ΗΠΑ, που συνεχίζεται αμείωτη μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μετανάστευση έχει ως συνέπεια την εκτόνωση των μεγάλων κοινωνικών αντιθέσεων, παρεμποδίζοντας και την περαιτέρω μαζικοποίηση της εργατικής τάξης. Έτσι, από τη μια, η εργατική τάξη παραμένει -παρά τη σχετική μαζικοποίησή της- μικρή κοινωνική δύναμη, από την άλλη, όμως, ο περιορισμός της προσφοράς εργατικής δύναμης συμβάλλει στην ανάκτηση ενός στοιχειωδώς ανεκτού βιοτικού επιπέδου.

Το συνδικαλιστικό κίνημα, που εμφανίστηκε το 1879 με την ίδρυση των πρώτων σωματείων και τη διεξαγωγή απεργιακών αγώνων στη Σύρο (εμποροναυτιλιακού κέντρου της χώρας, μέχρι την αντικατάστασή της από τον Πειραιά), μόλις προς τα τέλη της δεκαετίας του 1900 κατορθώνει να συγκροτήσει σχετικά μαζικές οργανώσεις. Σταθμό στην ανάπτυξή του αποτέλεσε η ίδρυση εργατικών κέντρων στην Πάτρα, τον Βόλο κ.ά. πόλεις. 

Οι μικρές σοσιαλιστικές κινήσεις που εμφανίζονται στην Ελλάδα μετά το 1875 παραμένουν ουσιαστικά περιθωριακές. Πιο σημαντικές ήταν ο Κεντρικός Σοσιαλιστικός Σύλλογος, που ιδρύθηκε στην Αθήνα από τον Σταύρο Καλλέργη και λειτούργησε στα 1890-93, και η Σοσιαλιστική Αδελφότητα της Πάτρας στα 1893-98. Η ιδεολογία τους αποτελεί συγκεχυμένο μίγμα ουτοπικών, αναρχικών, χριστιανοσοσιαλιστικών και ρεφορμιστικών ιδεών, και μόλις το 1907 εκδίδεται το πρώτο βιβλίο («Το κοινωνικό μας ζήτημα», του Γεώργιου Σκληρού), που επιχειρεί να αναλύσει μαρξιστικά την ελληνική πραγματικότητα. Το 1908 ιδρύθηκε από προοδευτικούς διανοούμενους η «Κοινωνιολογική Εταιρία», με ρεφορμιστικό σοσιαλιστικό προσανατολισμό, και ο Σύνδεσμος των Εργατικών Τάξεων από τον ρεφορμιστή σοσιαλιστή Πλάτωνα Δρακούλη.

Ιδιαίτερο πρόβλημα από το 1881 αποτελούσε η μεγάλη γαιοκτησία στη Θεσσαλία, καθώς τα κτήματα που εγκατέλειψαν οι τούρκοι τιμαριούχοι περιήλθαν σε έλληνες κεφαλαιούχους, ενώ οι καλλιεργητές παρέμειναν κολίγοι. Η διανομή της γης στους αγρότες παρέμεινε σταθερό αίτημα, και σταθμό στην ανάπτυξη του αγροτικού κινήματος της περιοχής αποτέλεσε η δολοφονία του σοσιαλιστή προπαγανδιστή της Μαρίνου Αντύπα το 1907.

 

 

Χρονολόγιο

 

1821: Έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

1828: Ανάδειξη του Ιωάννη Καποδίστρια ως κυβερνήτη.

1830: Αναγνώριση της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους.

1831: Δολοφονία του Καποδίστρια. Βαυαρική αντιβασιλεία για την αναπλήρωση του    

          Όθωνα.

1833: Άνοδος του Όθωνα στον θρόνο.

          Μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα.

1836: Εξεγέρσεις στην Ακαρνανία και τη Μάνη.

1843: Κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου και μετατροπή του πολιτεύματος σε Συνταγματική  

          Μοναρχία.

1844: Διακήρυξη της Μεγάλης Ιδέας.

1854-57: Κριμαϊκός Πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, Αγγλίας και Γαλλίας.

               Αποκλεισμός του Πειραιά από τους Αγγλογάλλους.

1862: Εξέγερση και έξωση του Όθωνα.

1864: Ανάρρηση στον θρόνο του Γεώργιου Γλύξμπουργκ.

          Μετατροπή του πολιτεύματος σε Βασιλευόμενη Δημοκρατία.

          Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα.

1866-69: Αποτυχημένη Κρητική Επανάσταση.

1870: Διανομή των «εθνικών γαιών» στους ακτήμονες αγρότες.

1875: Έναρξη της εκσυγχρονιστικής πολιτικής του Χαρίλαου Τρικούπη.

1879: Ίδρυση των πρώτων εργατικών σωματείων και διεξαγωγή απεργιών στη Σύρο.

1881: Παραχώρηση της Θεσσαλίας και της Άρτας στην Ελλάδα.

1893: Κήρυξη πτώχευσης του ελληνικού κράτους.

1897: Κρητική Επανάσταση και αναγνώριση της αυτονομίας της Κρήτης.

          Αποτυχημένος Ελληνοτουρκικός Πόλεμος.

1898: Επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.

1904-08: Ένοπλες αντιπαραθέσεις ελληνικών και βουλγαρικών αντάρτικων σωμάτων στη

               Μακεδονία. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 2. Αστικός εκσυγχρονισμός και εδαφικός επεκτατισμός (1909-22)

 

Η πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα χαρακτηρίζεται από τη συνεχιζόμενη επέκταση του μονοπωλιακού καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, καθώς οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν θέσει υπό άμεση κατοχή το σύνολο, σχεδόν, της Αφρικής και μεγάλα τμήματα της Ασίας, ενώ στη Λατινική Αμερική κυριαρχούν οι μονοπωλιακοί κολοσσοί των ΗΠΑ. Η Ευρώπη συνεχίζει να απολαμβάνει τη μακρόχρονη περίοδο ειρήνης που ακολούθησε τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-71, με εξαίρεση τη Ρωσία, η οποία ενεπλάκη το 1905 σε πόλεμο με την Ιαπωνία και η ήττα της συνοδεύτηκε από εργατική επανάσταση που καταστάλθηκε βίαια.

Σε σημαντικό παράγοντα στο εσωτερικό των αναπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών έχει αναδειχθεί το εργατικό κίνημα, που εκφράζεται από ισχυρές  συνδικαλιστικές οργανώσεις και  σοσιαλιστικά κόμματα. Αν και επιμένουν να διακηρύσσουν την προσήλωσή τους στον μαρξισμό και στην προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, τα σοσιαλιστικά κόμματα τείνουν την περίοδο αυτή στην υιοθέτηση ρεφορμιστικής πολιτικής, εκτιμώντας πως η περαιτέρω ενίσχυση του εργατικού κινήματος θα δίνει σταθερά τη δυνατότητα σταδιακών αλλαγών προς όφελος της εργατικής τάξης. Την εκτίμησή τους αυτή ενίσχυε και η πεποίθηση ότι ο ιμπεριαλισμός, με την επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων σε ολόκληρο τον πλανήτη, θα συνέβαλε στην ανάπτυξη των αποικιοκρατούμενων χωρών, καθώς και η βεβαιότητα πως η ειρήνη θα παγιωνόταν ως σταθερή κατάσταση.

Εντούτοις, σημαντικά γεγονότα στην Ασία -η Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908, που περιόρισε την εξουσία του σουλτάνου, η Επανάσταση που ανακήρυξε την ανεξαρτησία του Ιράν το 1911 και τον ίδιο χρόνο η Κινεζική Επανάσταση που ανέτρεψε τον αυτοκράτορα και απάλλαξε τη χώρα από τη δυτική αποικιοκρατία- αλλά και ο Ιταλοτουρκικός Πόλεμος του 1911-12 και οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13, έδειχναν πως οι εκτιμήσεις αυτές δεν ήταν και τόσο βάσιμες.

Πίσω από την επιφανειακή ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των διαφόρων ιμπεριαλιστικών χωρών, εξακολουθούσαν να αναπτύσσονται ασυμβίβαστες αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν το καλοκαίρι του 1914 με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στον οποίο ενεπλάκησαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, εντασσόμενα σε δύο αντίπαλους συνασπισμούς: την Αντάντ, επικεφαλής της οποίας ήταν η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία, και τις Κεντρικές Δυνάμεις, που είχαν επικεφαλής τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία.

Ενώ κυριαρχεί κλίμα εθνικιστικού φανατισμού, τα περισσότερα σοσιαλιστικά κόμματα τάσσονται στο πλευρό των κυβερνήσεων των χωρών τους, κατά παράβαση των αντιπολεμικών και διεθνιστικών διακηρύξεων των προηγούμενων χρόνων, με συνέπεια τη διάλυση της Β΄ Διεθνούς. Οι μειοψηφικές αντιδράσεις στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού κινήματος αποτέλεσαν το πρόπλασμα για τη  διαμόρφωση της επαναστατικής Αριστεράς, που λίγα χρόνια αργότερα συγκρότησε τα κομμουνιστικά κόμματα.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο συμμετείχαν και η Ιαπωνία, οι ΗΠΑ και άλλες μη ευρωπαϊκές χώρες, αποτέλεσε συνέπεια της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και της επιδίωξης ανακατανομής των αποικιών και των ζωνών επιρροής από τους αντιτιθέμενους συνασπισμούς. Καθώς παρατείνεται επί τέσσερα χρόνια, με συνέπεια δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς και αποδιοργάνωση της οικονομική ζωής που έπληττε τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα, αρχίζουν από το 1916 αντιπολεμικές κινήσεις, που κορυφώνονται τον Φεβρουάριο 1917 στη Ρωσία, με την Επανάσταση που ανέτρεψε τον τσάρο. Χαρακτηριστικό της Ρωσικής Επανάστασης ήταν η ανασυγκρότηση και επέκταση των συμβουλίων (σοβιέτ) εργατών, αγροτών και στρατιωτών, που είχαν εμφανιστεί κατά την Επανάσταση του 1905.

Εντούτοις, η μετεπαναστατική ρωσική κυβέρνηση, στην οποία συνεργάζονται αστικές και σοσιαλιστικές πολιτικές δυνάμεις, δεν έβγαλε τη χώρα από τον πόλεμο. Οι φιλειρηνικές διαθέσεις του λαού και η απαίτηση της αγροτικής πλειονότητας του πληθυσμού για κατάργηση της μεγάλης γαιοκτησίας και διανομή της γης στους καλλιεργητές της, εκφράστηκαν από το Κόμμα των Μπολσεβίκων -που προήλθε από την αριστερή πτέρυγα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας- το οποίο, με τα σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ», ηγήθηκε τον Οκτώβριο νέας νικηφόρας Επανάστασης.

Η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης πυροδότησε αντιπολεμικά κινήματα σοσιαλιστικού προσανατολισμού σε μια σειρά άλλες χώρες, που αποκορυφώθηκαν τον Νοέμβριο 1918 με τη Γερμανική Επανάσταση, που ανέτρεψε τον κάιζερ και προχώρησε στην ανάδειξη κυβέρνησης με τη συμμετοχή και των σοσιαλδημοκρατών, η οποία τερμάτισε τον πόλεμο.

Ο τερματισμός του πολέμου είχε ως συνέπεια να χάσει η Γερμανία τις αποικίες (τις οποίες κατέλαβαν οι Βρετανοί) και τις αγορές των βιομηχανικών προϊόντων της, και να επιβαρυνθεί με τεράστιες αποζημιώσεις, που εμπόδιζαν επί χρόνια την οικονομική της ανάκαμψη. Ταυτόχρονα, από τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας προήλθαν νέα κράτη (Αυστρία, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία) και τμήματά της εντάχθηκαν στη Γιουγκοσλαβία, ενώ ανεξάρτητα κράτη έγιναν και η Πολωνία, η Λιθουανία, η Λετονία, η Εσθονία και η Φινλανδία. Διαλύθηκε, επίσης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα εδάφη της οποίας, στη Μέση Ανατολή, περιήλθαν στους Βρετανούς και τους Γάλλους, ενώ η Θράκη και η περιοχή της Σμύρνης παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.

Σημαντική εξέλιξη υπήρξε η περαιτέρω ισχυροποίηση των ΗΠΑ και δευτερευόντως της Ιαπωνίας, που αναδείχτηκαν στις πρώτες, μετά από πολλούς αιώνες, μη ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις, και η εδραίωση της σοβιετικής εξουσίας στη Ρωσία, μετά την απόκρουση της διεθνούς ιμπεριαλιστικής επέμβασης στα 1918-19 και έναν εμφύλιο πόλεμο που έληξε το 1921.  Για πρώτη φορά δημιουργήθηκε ένα κράτος -και μάλιστα στο ένα έκτο του πλανήτη- που προήλθε από μια νικηφόρα επανάσταση με στόχο την εργατική εξουσία και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Η περίοδος 1918-21 χαρακτηρίστηκε από την έκρηξη αποτυχημένων επαναστατικών κινημάτων σε μια σειρά χώρες (στη Γερμανία και την Ουγγαρία το 1919, την Ιταλία στα 1919-21, κ.λπ.).

 

Τα χρόνια 1909-22 υπήρξαν για την Ελλάδα περίοδος σημαντικών πολιτικοκοινωνικών εξελίξεων, πολεμικών περιπετειών και μεγάλης εδαφικής επέκτασης, που άνοιξε με το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί και έκλεισε με τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Το κίνημα στο Γουδί, τον Αύγουστο 1909, ακολούθησε το 1910 η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον νέο κρητικό πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος, ιδρύοντας το Κόμμα των Φιλελευθέρων, τέθηκε επικεφαλής μιας μεγάλης εκσυγχρονιστικής προσπάθειας, που υποστηρίχθηκε από ευρύτατες δυνάμεις, από τα πιο δυναμικά τμήματα του κεφαλαίου μέχρι και μετριοπαθείς τάσεις του σοσιαλιστικού κινήματος. Αναδιαρθρώνοντας τον κρατικό μηχανισμό, με τη μονιμοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων και την ίδρυση κοινοτήτων στη θέση των μεγάλων δήμων στην ύπαιθρο, εξορθολογίζοντας τη νομοθεσία, εισάγοντας το εργατικό και το συνδικαλιστικό δίκαιο, και εκσυγχρονίζοντας τις ένοπλες δυνάμεις, η κυβέρνηση Βενιζέλου -που στηρίχθηκε σε μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία- δημιούργησε όρους κοινωνικής ειρήνης στο εσωτερικό, απαραίτητων για τη διεξαγωγή των πολέμων του 1912-13.

Οι βαλκανικοί πόλεμοι (ο πρώτος, με τη συμμαχία Ελλάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου κατά της Τουρκίας, και ο δεύτερος, με την Ελλάδα, τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, την Τουρκία και τη Ρουμανία κατά της Βουλγαρίας) είχαν ως αποτέλεσμα τον διπλασιασμό της έκτασης του ελληνικού κράτους, με την ενσωμάτωση της Ηπείρου, της Μακεδονίας και των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, ενώ με την Ελλάδα ενώθηκε και η Κρήτη.

Το κλίμα αισιοδοξίας και συναίνεσης, που κυριαρχεί από το 1909 στο σύνολο σχεδόν της ελληνικής κοινωνίας, υποχωρεί το 1915, όταν τίθεται το ζήτημα της στάσης της Ελλάδας απέναντι στον πόλεμο. Η κυβέρνηση Βενιζέλου επιδιώκει τη συμμετοχή στο πλευρό της Αντάντ, εκτιμώντας πως ο πόλεμος θα λήξει με ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων, με τις οποίες έχουν ταχθεί η Τουρκία και η Βουλγαρία. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα θα μπορούσε να πάρει μέρος στη μεταπολεμική διανομή εδαφών, τα οποία θα της εξασφάλιζαν την ανάδειξή της σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη, σύμφωνα με τις προσδοκίες της Μεγάλης Ιδέας.

Εκφράζοντας τα δυναμικά τμήματα της αστικής τάξης, το Κόμμα των Φιλελευθέρων βρέθηκε αντιμέτωπο με πιο συντηρητικές δυνάμεις, που ανησυχούσαν από μια νέα πολεμική περιπέτεια. Οι δυνάμεις αυτές εκφράστηκαν από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, γύρω από τον οποίο συγκροτήθηκε το αντιβενιζελικό στρατόπεδο.

Η διένεξη βενιζελικών – αντιβενιζελικών, που έμεινε στην ιστορία με τον όρο «Εθνικός Διχασμός»,  έφτασε ακόμη και στον σχηματισμό χωριστής βενιζελικής κυβέρνησης «Εθνικής Άμυνας» στη Θεσσαλονίκη το 1916. Καθώς οι αντιβενιζελικοί είχαν την υποστήριξη ευρύτατων λαϊκών δυνάμεων, κυρίως στη νότια Ελλάδα, που αντιτάσσονταν σ’ έναν νέο πόλεμο, χρειάστηκε η άμεση επέμβαση των Αγγλογάλλων, που αποκλείοντας με στρατιωτικές δυνάμεις την πρωτεύουσα -προκαλώντας τεράστια προβλήματα, ακόμα και μαζικής πείνας, στον πληθυσμό- υποχρέωσαν το 1917 τον βασιλιά να αποχωρήσει από την Ελλάδα, αφήνοντας τον θρόνο στον γιο του, Αλέξανδρο.

Ως συνέπεια του τερματισμού του πολέμου με νίκη των δυνάμεων της Αντάντ, τον Μάιο 1919 ενσωματώθηκε στην Ελλάδα η Θράκη (δυτική και ανατολική, εκτός από την περιοχή της Κωνσταντινούπολης) και της παραχωρήθηκε η περιοχή της Σμύρνης, που θα εντασσόταν στο ελληνικό κράτος μετά από δημοψήφισμα. Επρόκειτο για μια μεγάλη επιτυχία των δυναμικών τμημάτων του ελληνικού αστισμού που υλοποιούσε το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, αν και χωρίς την εξασφάλιση της υποστήριξης του συνόλου του ελληνικού λαού στις πολεμικές περιπέτειες,  που στοίχισαν σε αίμα, έχοντας και άλλες τραγικές συνέπειες στην καθημερινή του ζωή.

Στην πραγματικότητα και πέρα από τις «εθνικοαπελευθερωτικές» διακηρύξεις, στα εδάφη που κερδήθηκαν οι Έλληνες αποτελούσαν μειονότητα, έστω και ισχυρή. Το ίδιο συνέβαινε και σε περιοχές της Μακεδονίας που ενσωματώθηκαν με τους βαλκανικούς πολέμους, καθώς δεν υπήρχε παντού πληθυσμιακή υπεροχή όσων είχαν διαμορφώσει ελληνική συνείδηση (ελληνόφωνων, σλαβόφωνων ή βλαχόφωνων).

Την ευφορία του βενιζελισμού και των δυναμικών τμημάτων του κεφαλαίου από το αποτέλεσμα του πολέμου ανέτρεψε η αντίσταση του τουρκικού λαού, που υποχρέωσε τον ελληνικό στρατό σε συνέχιση του πολέμου στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Η παράταση του πολέμου  είχε ως συνέπεια την αύξηση της λαϊκής δυσφορίας, που εκφράστηκε με ήττα των βενιζελικών στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920.

Την άνοδο στην εξουσία των αντιβενιζελικών -που συνοδεύτηκε με την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου- δεν ακολούθησε ειρήνευση στη Μικρά Ασία, με συνέπεια την περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών ζωής του ελληνικού λαού. Η πολεμική περιπέτεια έληξε τον Σεπτέμβριο 1922 με τη Μικρασιατική Καταστροφή, τη μεγαλύτερη τραγωδία που έζησε ο νεότερος Ελληνισμός.

Η μεγαλοϊδεατική πολιτική του βενιζελισμού, που συνεχίστηκε και από τους αντιβενιζελικούς, πληρώθηκε με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και ανάπηρους έλληνες στρατιώτες, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες της Μικράς Ασίας και του Πόντου που εξοντώθηκαν από το τουρκικό κίνημα Εθνικής Αντίστασης, και με τον ξεριζωμό του συνόλου του Ελληνισμού αυτών των περιοχών και της ανατολικής Θράκης.

Η περίοδος 1909-22, εκτός των άλλων, αποτέλεσε τομή στη νεοελληνική πραγματικότητα και λόγω της εισόδου στο ιστορικό προσκήνιο των ευρύτερων λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων. Τόσο η εκσυγχρονιστική πολιτική των χρόνων 1910-14 όσο και η προσπάθεια των αντιμαχόμενων αστικών παρατάξεων, τα επόμενα χρόνια, να εξασφαλίσουν τη λαϊκή συναίνεση στην πολιτική τους, συνέβαλαν στην  ανάδειξη των αγροτών, των μικροϊδιοκτητών της πόλης και κυρίως της εργατικής τάξης σε κοινωνικές δυνάμεις.

Αν και σχετικά καθυστερημένα, η αιματηρή εξέγερση των θεσσαλών αγροτών στο Κιλελέρ το 1910 είχε ως συνέπεια, εφτά χρόνια αργότερα, την κατάργηση της μεγάλης γαιοκτησίας. Λύθηκε, έτσι, ένα πρόβλημα δεκαετιών, με συνέπεια από τη μια την ενίσχυση του μικροϊδιοκτησίας στην ελληνική κοινωνία και από την άλλη τη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς για τα προϊόντα της ελληνικής βιομηχανίας.

Η εργατική τάξη αποτελούσε κατά τη δεκαετία του 1910 περισσότερο από το 1/5 του πληθυσμού. Με την ενθάρρυνση της κυβερνητικής πολιτικής -που επιδιώκει τον εξορθολογισμό των εργασιακών σχέσεων και τον προσεταιρισμό της εργατικής τάξης- το συνδικαλιστικό κίνημα συγκροτείται σε σωματεία και εργατικά κέντρα σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ σημαντικές διεργασίες συντελούνται και στο σοσιαλιστικό κίνημα, όπου, παράλληλα με τον Σύνδεσμο των Εργατικών Τάξεων του Δρακούλη, από το 1911 δρουν και τα Σοσιαλιστικά Κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά τα οποία ίδρυσε ο Νίκος Γιαννιός, διακηρύσσοντας θέσεις επηρεασμένες από τον μαρξισμό της Β΄ Διεθνούς.

Σταθμό στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος αποτέλεσε η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος το 1912, καθώς εκεί δρούσε από το 1909 η πολιτικοσυνδικαλιστική Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία (Φεντερασιόν). Αποτελούμενη κυρίως από Ισραηλίτες -που συνιστούσαν τη μεγαλύτερη εθνική κοινότητα της πόλης- η Φεντερασιόν συνδεόταν με τη Β΄ Διεθνή και συγκρινόμενη με τις κινήσεις της νότιας Ελλάδας χαρακτηριζόταν από υψηλό επίπεδο ιδεολογικής και οργανωτικής συγκρότησης.

Η ευθυγράμμιση της πλειονότητας των σοσιαλιστών της παλαιότερης γενιάς («κοινωνιολόγοι», που εντάχθηκαν και στο Κόμμα των Φιλελευθέρων, Δρακούλης, Σκληρός, Γιαννιός κ.ά.) με τον βενιζελισμό, στο ζήτημα της συμμετοχής στον πόλεμο, ως απόρροια της αντίληψης ότι η ισχυροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού θα είχε ως συνέπεια τη διαμόρφωση όρων για την ανάπτυξη και του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος, συνάντησε την αντίθεση τόσο της Φεντερασιόν όσο και νεότερων δυνάμεων στη νότια Ελλάδα (Σοσιαλιστική Ένωση του Παναγή Δημητράτου, Σοσιαλιστική Οργάνωση Νεολαίας Αθηνών κ.ά.).

Η αντίθεση στον πόλεμο -που εκφράστηκε και με εκλογική συνεργασία με τους αντιβενιζελικούς το 1915 και την εκλογή δύο σοσιαλιστών βουλευτών στη Θεσσαλονίκη- έδωσε τη δυνατότητα έκφρασης των διαθέσεων της πλειονότητας της εργατικής τάξης, ενώ ταυτόχρονα προσανατόλισε στην ιδεολογική προσέγγιση της διεθνούς επαναστατικής Αριστεράς.

Το 1918 είχαν διαμορφωθεί όροι για την ενοποίηση τόσο του συνδικαλιστικού κινήματος  σε πανελλαδική συνομοσπονδία όσο και του σοσιαλιστικού σε πολιτικό κόμμα. Τον Οκτώβριο ιδρύθηκε η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) και τον επόμενο μήνα το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ).

Οι συνδικαλιστές του ΣΕΚΕ κυριαρχούν στη ΓΣΕΕ από το 1919, αλλά οι εργατικοί αγώνες  αντιμετωπίζονταν κυρίως με καταστολή, καθώς η χώρα συνέχιζε να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Στην κατεύθυνση αντιμετώπισης της επιρροής του ΣΕΚΕ -το οποίο σημείωσε εκλογική επιτυχία τον Νοέμβριο 1920, αν και δεν εκπροσωπήθηκε στη Βουλή- έγινε ακόμη και προσπάθεια διάσπασης της ΓΣΕΕ, που είχε ως αποτέλεσμα να μείνει έξω από τις γραμμές της μεγάλο μέρος των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Ενώ το ΣΕΚΕ συνδέεται το 1920 με την Κομμουνιστική Διεθνή -που ιδρύθηκε το 1919-, προσθέτοντας στον τίτλο του τον όρο «Κομμουνιστικό» -ΣΕΚΕ(Κ)-, στην ηγεσία του κυριαρχούν στελέχη που δεν έχουν ξεκόψει με την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία (Γεώργιος Γεωργιάδης, Αβραάμ Μπεναρόγια, Παναγής Δημητράτος κ.ά.), που ακολουθούσαν πολιτική νομιμότητας, παρά τις διώξεις λόγω της αντιπολεμικής τους τοποθέτησης, που εκφράστηκε και με την αντίθεση στη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία κατά του σοβιετικού καθεστώτος το 1919. Η πολιτική αυτή της “μακράς νομίμου υπάρξεως” είχε ως συνέπεια την αδυναμία του κόμματος να παρέμβει στη γενικευμένη κρίση που προκάλεσε η Μικρασιατική Καταστροφή.

 

 

Χρονολόγιο

 

1909: Στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί.

1910: Αγροτική εξέγερση του Κιλελέρ.

          Ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

1911: Ίδρυση του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

          Αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864.

1912-13: Βαλκανικοί πόλεμοι. Επέκταση του ελληνικού κράτους στην Ήπειρο, τη Μακεδονία,

               τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και την Κρήτη.

1914: Έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

1915: Διαφωνία μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου για τη συμμετοχή της

          Ελλάδας στον πόλεμο. Διαμόρφωση της βενιζελικής και αντιβενιζελικής παράταξης.      

          Κυβερνήσεις αντιβενιζελικών.

1916: Κίνημα της «Εθνικής Άμυνας» και σχηματισμός βενιζελικής κυβέρνησης στη

          Θεσσαλονίκη που εντάσσει τη χώρα στον πόλεμο.

1917: Μετά τον αποκλεισμό της πρωτεύουσας από τους Αγγλογάλλους, αντικατάσταση   

          του Κωνσταντίνου από τον Αλέξανδρο και κυβέρνηση Βενιζέλου.

1918: Ίδρυση της ΓΣΕΕ και του ΣΕΚΕ.

          Λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

1919: Παραχώρηση στην Ελλάδα της Θράκης και της περιοχής της Σμύρνης.

          Συμμετοχή ελληνικού στρατού στην αντισοβιετική Ουκρανική Εκστρατεία.

1920: Έναρξη της τουρκικής αντίστασης κατά της ελληνικής κατοχής στη Μικρά Ασία.

          Εκλογική ήττα του Βενιζέλου. Επάνοδος του Κωνσταντίνου στον θρόνο.

1922: Ήττα του ελληνικού στρατού. Μικρασιατική Καταστροφή.

 

 

 

 

 

 

 

 3. Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου (1922-40)

 

Ενώ για την Ελλάδα συνεχίζεται η περιπέτεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αρχίζει διεθνώς, το 1921, η ανάκαμψη της μεταπολεμικής οικονομίας, που συνοδεύεται από την ανάδειξη των ΗΠΑ σε ισχυρότερη δύναμη του καπιταλιστικού κόσμου, καθώς συμμετείχαν στα 1916-18 στον πόλεμο χωρίς να υποστούν καμιά συνέπεια στο δικό τους έδαφος. Αντίθετα, χάρη στον πόλεμο, το αμερικανικό κεφάλαιο αναπτύχθηκε με πρωτόγνωρους ρυθμούς, έχοντας μεταπολεμικά πρωτοφανείς δυνατότητες επενδύσεων σε όλα τα σημεία του πλανήτη.

Καθώς το επαναστατικό κύμα της περιόδου 1917-21 υποχωρεί, η ρεφορμιστική πτέρυγα του εργατικού κινήματος ανασυγκροτείται, επανιδρύοντας τη Σοσιαλιστική Διεθνή, ελέγχει τη Συνδικαλιστική Διεθνή του Άμστερνταμ και συσπειρώνει γύρω από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα την πλειονότητα της εργατικής τάξης. Τα Κ.Κ. παραμένουν μικρές μαχητικές δυνάμεις. Ισχυρότερο Κ.Κ. στην Ευρώπη αναδείχτηκε το γερμανικό, ενώ στην Ασία αναπτύχθηκε ιδιαίτερα το Κ.Κ. Κίνας, το οποίο διεξήγαγε πολύχρονο ένοπλο αγώνα. 

Κυρίαρχη τάση της μεσοπολεμικής περιόδου ήταν η εγκαθίδρυση καθεστώτων δικτατορικών σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής, τόσο για την αντιμετώπιση του εργατικού κινήματος όσο και για την υπέρβαση των προβλημάτων που προκαλούσε ο ανταγωνισμός των αστικών πολιτικών δυνάμεων.

Ιδιαίτερη μορφή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης αναδεικνύεται ο φασισμός, που εγκαθιδρύεται το 1922 στην Ιταλία, στηριζόμενος σε ισχυρό μαζικό αντεπαναστατικό κίνημα, διακηρύσσοντας ως υπέρτατες αξίες το κράτος και το έθνος, και αντιπαραθέτοντάς τες τόσο στον μαρξισμό όσο και στον αστικοδημοκρατικό φιλελευθερισμό. Ανάμεσα στα φασιστικά κινήματα που εμφανίζονται σε διάφορες χώρες, ξεχωρίζει ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός (ναζισμός), που επεκτείνει την εθνικιστική αντίληψη του φασισμού μέχρι και στη διακήρυξη ρατσιστικών θέσεων για την υπεροχή της άριας φυλής έναντι των άλλων φυλών που θεωρούνται κατώτερες,  προοριζόμενες να υποταχθούν σ' αυτήν ή -στην περίπτωση των Εβραίων και των Τσιγγάνων- να εξοντωθούν.

Η καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη συνεχίζεται μέχρι το 1929, όταν διακόπτεται από τη μεγάλη οικονομική κρίση που από τις ΗΠΑ επεκτείνεται σε ολόκληρο τον πλανήτη, με εξαίρεση την ΕΣΣΔ. Η κρίση -η μεγαλύτερη απ' όσες εκδηλώθηκαν ποτέ στην ιστορία του καπιταλισμού- είχε καταλυτικές συνέπειες, με πιο σημαντικές την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία και την υλοποίηση κεϊνσιανών πολιτικών κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες.

Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία το 1933 υπήρξε συνέπεια της όξυνσης, λόγω της κρίσης, των κοινωνικών προβλημάτων που προϋπήρχαν, ως συνέπεια των επώδυνων όρων που είχαν επιβληθεί στη Γερμανία μετά την ήττα της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Συνάμα, υπήρξε συνέπεια και της αδυναμίας του σοσιαλδημοκρατικού και του κομμουνιστικού κόμματος να συγκροτήσουν ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο.

Η υπέρβαση της κρίσης στις ΗΠΑ και σε πολλές άλλες χώρες συντελέστηκε με την πολιτική της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, αλλά και με την επέκταση -κυρίως στις σκανδιναβικές χώρες, όπου στην εξουσία ανήλθαν κόμματα σοσιαλδημοκρατικά- μέτρων κοινωνικής πολιτικής προς όφελος των εργαζομένων, που είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται ήδη από τη λήξη του πολέμου, υπό την πίεση του εργατικού κινήματος και της ανησυχίας που προκάλεσε η νίκη της Ρωσικής Επανάστασης.

Η εκδήλωση επιθετικών-επεκτατικών τάσεων από τη ναζιστική Γερμανία και τους συμμάχους της -της φασιστικής Ιταλίας και της μιλιταριστικής Ιαπωνίας- μετά το 1935 (ενσωμάτωση της Αυστρίας και κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας από τη Γερμανία, της Αιθιοπίας και της Αλβανίας από την Ιταλία, και της Κίνας από την Ιαπωνία), χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις των άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών, κατέληξε στην εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία, τον Σεπτέμβριο 1939, που έθεσε τέρμα στην περίοδο του Μεσοπολέμου.

Σημαντικό γεγονός των τελευταίων μεσοπολεμικών χρόνων υπήρξε ο ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος. Η εκλογική νίκη του αριστερού Λαϊκού Μετώπου, το 1936, προκάλεσε στρατιωτική στάση, την οποία υποστήριξε η Δεξιά, με σκοπό την εγκαθίδρυση καθεστώτος φασιστικού προσανατολισμού. Η αντίσταση της ισπανικής εργατικής τάξης και μεγάλων τμημάτων των άλλων λαϊκών στρωμάτων, και η διεθνής αλληλεγγύη -που εκφράστηκε ακόμη και με τη συγκρότηση Διεθνών Ταξιαρχιών από αντιφασίστες εθελοντές, κυρίως κομμουνιστές- κάμφθηκε το 1939, καθώς η δημοκρατική Ισπανία απομονώθηκε από τις δυτικές δυνάμεις, έχοντας βοήθεια μόνο από την ΕΣΣΔ, ενώ οι φασίστες διέθεταν απλόχερη βοήθεια σε πολεμικό υλικό και στρατιωτικές δυνάμεις από τη Γερμανία και την Ιταλία.

Ο Μεσοπόλεμος είναι η περίοδος κατά την οποία εδραιώθηκε το σοβιετικό καθεστώς στη Ρωσία, δημιουργώντας ένα ισχυρό αντίπαλο δέος προς τον ιμπεριαλισμό. Αντιμέτωπη στα 1918-21 με την ένοπλη αντεπανάσταση και την εισβολή στρατιωτικών δυνάμεων από σειρά καπιταλιστικών χωρών, η Σοβιετική Ρωσία είχε να αντιμετωπίσει και σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα, υποχρεώνοντας το Κόμμα των Μπολσεβίκων στην επιβολή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, με συνέπεια τον περιορισμό της εξουσίας των σοβιέτ.

Μετά τη λήξη του εμφυλίου, το 1921, υιοθετήθηκε η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ), που απέβλεπε στη διατήρηση τομέων καπιταλιστικής οικονομίας, για την αντιμετώπιση των οξύτατων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, και τη διαμόρφωση όρων ανάπτυξης που θα αποτελούσε τη βάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Στον νέο αυτό προσανατολισμό συνέβαλε καθοριστικά και η αποτυχία των ευρωπαϊκών επαναστατικών κινημάτων, κυρίως του γερμανικού, που απομάκρυνε την ελπίδα στήριξης της σοβιετικής οικονομίας από την αναπτυγμένη γερμανική.

Η δυνατότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ σε συνθήκες οικονομικής καθυστέρησης, απομόνωσης και περικύκλωσης από τον ιμπεριαλισμό, αποτέλεσε βασική διαφωνία μεταξύ του Στάλιν -που είχε διαδεχτεί τον Λένιν στην ηγεσία του κόμματος και του κράτους- και του Τρότσκι. Σύμφωνα με τον Στάλιν, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού θα συντελούνταν μέσω της οικονομικής ανάπτυξης της ίδιας της ΕΣΣΔ, ανεξάρτητα από την επέκταση της επανάστασης στην Ευρώπη. Αντίθετα, κατά τον Τρότσκι, η επανάσταση στις οικονομικά αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες θα αποτελούσε προϋπόθεση για τη διατήρηση της σοβιετικής εξουσίας και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.

Τη διένεξη αυτή, που κατέληξε σε ήττα του Τρότσκι και εκδίωξή του από την ΕΣΣΔ το 1929, ακολούθησε αντιπαράθεση μεταξύ Στάλιν και Μπουχάριν. Η πρόβλεψη της διεθνούς οικονομικής κρίσης συνδέθηκε από την Κομμουνιστική Διεθνή με την εκτίμηση πως θα διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση στη Δύση, ενώ ο ιμπεριαλισμός θα επιχειρήσει να ξεπεράσει την κρίση με την εξαπόλυση νέου πολέμου, που θα περιλάμβανε και την απόπειρα βίαιης ανατροπής του σοβιετικού καθεστώτος.

Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης, ο Στάλιν υποστήριξε τον τερματισμό της ΝΕΠ, τη γενικευμένη κρατικοποίηση της οικονομίας, για την εξάλειψη των τάξεων που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αντεπαναστατικά (αστοί επιχειρηματίες και πλούσιοι αγρότες) και για τη γρήγορη εκβιομηχάνιση, που θα επέτρεπε και την ισχυρή αμυντική θωράκιση της χώρας. Η αντίθεση του Μπουχάριν στην κατάργηση της ΝΕΠ είχε ως συνέπεια τον παραμερισμό του και την ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της ηγετικής θέσης του Στάλιν.

Ενώ η βίαιη κολεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας προκάλεσε αντιδράσεις που αντιμετωπίστηκαν με την ισχυροποίηση του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού, οι όποιες διαφωνίες στο εσωτερικό του κόμματος άρχισαν να αντιμετωπίζονται επίσης με κατασταλτικές μεθόδους, που έφτασαν στο αποκορύφωμά τους στα 1936-38. Η εγκαθίδρυση καθεστώτος αστυνομοκρατίας και τρομοκρατίας, που οδήγησε στον εγκλεισμό εκατομμυρίων πολιτών -σε μεγάλο ποσοστό μελών του κόμματος- σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και σε εκατοντάδες χιλιάδες εκτελέσεις, συντελέστηκε σε μια περίοδο γρήγορων ρυθμών ανάπτυξης και αντιμετώπισης σοβαρών κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων, που συνέβαλαν στην εξασφάλιση της υποστήριξης του καθεστώτος από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, αλλά και στην προετοιμασία της ΕΣΣΔ για την αντιμετώπιση της γερμανικής εισβολής το 1941.

 

Η Ελλάδα μπήκε στη μεσοπολεμική περίοδο με καθυστέρηση τεσσάρων χρόνων, λόγω της εμπλοκής της στην περιπέτεια του πολέμου στη Μικρά Ασία. Η Μικρασιατική Καταστροφή, με την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και τη φυγή εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Μικράς Ασίας στην Ελλάδα, αποτέλεσε τομή στη νεοελληνική ιστορία, τερματίζοντας με οδυνηρό τρόπο την επεκτατική εξόρμηση που άρχισε το 1912.

Μετά και από την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, στα 1923-24, το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων βρισκόταν συγκεντρωμένο μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους. Οι εδαφικές διεκδικήσεις περιορίζονταν πλέον στην Κύπρο, την οποία κατείχαν οι Βρετανοί, τα Δωδεκάνησα, που κατέχονταν από τους Ιταλούς, και τη Βόρεια Ήπειρο, που ανήκε στην Αλβανία. 

Η εκδίωξη των ελλήνων καπιταλιστών από τη Ρωσία και την Τουρκία, αλλά και ο περιορισμός των δυνατοτήτων ανάπτυξης δραστηριότητας σε χώρες όπου παραδοσιακά δρούσαν -όπως η Ρουμανία και η Αίγυπτος- είχε ως συνέπεια την αναγκαστική στροφή τους προς την Ελλάδα, όπου δημιουργήθηκαν συνθήκες μεγάλης κερδοφορίας. Πρώτα και κύρια, λόγω της προσφοράς άφθονης και φτηνής εργατικής δύναμης, ως αποτέλεσμα της προλεταριοποίησης μεγάλου μέρους των προσφύγων. Αλλά και λόγω της αγροτικής μεταρρύθμισης που, παρέχοντας κλήρο στους ακτήμονες της υπαίθρου και στους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν εκεί, δημιούργησε μια μεγάλη εσωτερική αγορά, ικανή να απορροφήσει προϊόντα της βιομηχανίας.

Κατά την περίοδο 1923-29 η Ελλάδα ήταν μία από τις χώρες με τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης σε όλους τους τομείς της οικονομικής ζωής, αλλά -όσο κι αν φαίνεται παράδοξο- η ανάπτυξη συνεχίστηκε και μετά την κρίση, που στην Ελλάδα εκδηλώθηκε το 1930 και το 1932 οδήγησε σε πτώχευση του κράτους.

Η παραδοσιακά αναπτυγμένη εμπορική ναυτιλία αναδείχτηκε σε μια από τις ισχυρότερες του πλανήτη, υπερτετραπλασιάζοντας, από το 1922 έως το 1939, τη δύναμη του στόλου της. Η ανάπτυξή της συνδέθηκε, μετά το 1931, με το σπάσιμο του αποκλεισμού της ΕΣΣΔ από τα ελληνικά πλοία.

Η βιομηχανία αναπτύχθηκε, επίσης, με πολύ μεγάλους ρυθμούς, προσανατολισμένη στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών (βιομηχανία τροφίμων, κλωστοϋφαντουργία, καπνοβιομηχανία κ.λπ.). Εξακολούθησε, δηλαδή, η απουσία βαριάς βιομηχανία και παραγωγής μέσων παραγωγής. Η βιομηχανική παραγωγή, αν και αντιμετώπισε προβλήματα τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '30, ενισχύθηκε στη συνέχεια, καθώς η διεθνής κρίση περιόρισε τις εισαγωγές και το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης βιομηχανικών προϊόντων καλύφθηκε από την εγχώρια παραγωγή.

Μεγάλη υπήρξε η ανάπτυξη και του κατασκευαστικού κλάδου, όχι μόνο λόγω των τεράστιων στεγαστικών αναγκών που προκάλεσε η έλευση των προσφύγων, αλλά και χάρη στα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα (αρδευτικά και αποξηράνσεις ελών και λιμνών), που αύξησαν κατά πολύ το καλλιεργήσιμο έδαφος και τις δυνατότητες αξιοποίησής του.

Η γεωργία προσανατολίστηκε κυρίως στην παραγωγή βιομηχανικών και ευγενών εξαγώγιμων προϊόντων (καπνός, σταφίδα και βαμβάκι), που συνέβαλαν στην εισροή συναλλάγματος στη χώρα, αλλά συνάμα παρέμενε σοβαρό το πρόβλημα της κάλυψης των διατροφικών αναγκών, το οποίο αντιμετωπιζόταν σε μεγάλο βαθμό με εισαγωγές, κυρίως δημητριακών. 

Σταθερό προσανατολισμό των μεσοπολεμικών κυβερνήσεων αποτελούσε η διατήρηση μεγάλων μικροϊδιοκτητικών στρωμάτων, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κοινωνική δύναμη στήριξης του καθεστώτος, αποτρέποντας την πόλωση που θα προκαλούσε η μαζική προλεταριοποίηση της πλειονότητας του πληθυσμού. Εντούτοις,  τα μικροϊδιοκτητικά στρώματα, στο μεγαλύτερο μέρος τους,  ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας, που συχνά -και ιδιαίτερα στην περίπτωση των μικροκληρούχων αγροτών και μικροεπιτηδευματιών- εξομοιώνονταν με αυτές των πιο φτωχών και εκμεταλλευόμενων τμημάτων της εργατικής τάξης. Η οικονομική κρίση έπληξε ιδιαίτερα τον μικροϊδιοκτητικό κόσμο, σημαντικό τμήμα του οποίου προλεταριοποιήθηκε στα 1930-34.

Η περίοδος του Μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται από τη μαζικοποίηση της εργατικής τάξης, ως συνέπεια της προλεταριοποίησης του ενός τρίτου των προσφύγων, της μεγάλης πλειονότητας όσων εγκαταστάθηκαν στους προσφυγικούς συνοικισμούς των μεγάλων αστικών κέντρων. Το ένα τρίτο της εργατικής τάξης -που έφτανε περίπου το 30% του πληθυσμού- αποτελούνταν από γυναίκες, ενώ μεγάλο ποσοστό αντιπροσώπευαν οι ανήλικοι εργαζόμενοι και των δύο φύλων.

Το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης απασχολούνταν σε μικρού και μεσαίου μεγέθους παραγωγικές μονάδες, και σε όλη αυτή την περίοδο -και ιδιαίτερα στα 1922-24 και 1930-34- το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν η ανεργία, που συμπίεζε προς τα κάτω τα μεροκάματα και αυτών που είχαν εργασία.

Κυρίαρχη πολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων απέναντι στην εργατική τάξη ήταν η επιδίωξη προώθησης περιορισμένου εξορθολογισμού των εργασιακών σχέσεων, με την εξάλειψη ακραίων μορφών εκμετάλλευσης, την υλοποίηση της οποίας δυσχέραινε η δυνατότητα που είχαν οι εργοδότες να παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία, εξαιτίας της μεγάλης προσφοράς εργατικής δύναμης και της ανεργίας. Από την άλλη πλευρά, σταθερή ήταν η κατασταλτική αντιμετώπιση των εργατικών διεκδικητικών αγώνων, που έφτανε μέχρι και σε δολοφονίες εργατών απεργών-διαδηλωτών, σε φυλακίσεις και εκτοπίσεις συνδικαλιστών, κ.λπ.

Έχοντας εισέλθει στο ιστορικό προσκήνιο ως κοινωνική δύναμη κατά την προηγούμενη περίοδο (1909-22) και διαθέτοντας από το 1918 πανελλαδική ενιαία συνδικαλιστική οργάνωση, τη ΓΣΕΕ, και ένα κόμμα, το ΣΕΚΕ -ΚΚΕ από το 1924-, η εργατική τάξη του Μεσοπολέμου διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη συνολική οικονομικοκοινωνική και πολιτική ζωή.

Ο Μεσοπόλεμος αποτελεί, έτσι, την πρώτη περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας κατά την οποία η βασική αντίθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας (η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας) εκφράζεται μέσα από την κύρια αντίθεση αστικής τάξης και λαϊκών κοινωνικών δυνάμεων. Ανάμεσα στις τελευταίες, κυρίαρχη θέση κατέχει η εργατική τάξη, καθώς είναι η μόνη με σταθερό αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό, διεκδικώντας, έτσι, την ηγεμονία σε έναν ευρύτερο αντικαθεστωτικό κοινωνικό συνασπισμό.

Η περίοδος του Μεσοπολέμου, με εξαίρεση τα χρόνια 1926-32, χαρακτηρίζεται από πολιτικές κρίσεις, στρατιωτικά κινήματα, δικτατορίες (Πάγκαλου στα 1925-26 και Μεταξά από το 1936) και πολιτειακές μεταβολές (βασιλευόμενη δημοκρατία έως το 1924 και από το 1935, αβασίλευτη στο ενδιάμεσο), ως συνέπεια της συνέχισης του διχασμού μεταξύ των βενιζελικών και αντιβενιζελικών αστικών πολιτικών δυνάμεων.

Ο βενιζελικός χώρος εξακολουθεί να εκφράζει τα δυναμικά τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου, καθώς και δυνάμεις εκσυγχρονιστικές και μεταρρυθμιστικές, καλύπτοντας ένα ευρύ ιδεολογικοπολιτικό φάσμα, από τον αστικό φιλελευθερισμό μέχρι τις παρυφές της μετριοπαθούς σοσιαλδημοκρατίας. Δεν απουσιάζουν ακόμα και φιλοφασιστικές τάσεις, όπως εκφράστηκαν από τον Πάγκαλο και τον Κονδύλη -πριν τη μεταστροφή του στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο-, ή και απροκάλυπτα φασιστικές, όπως η βενιζελικής προέλευσης Εθνική Ένωση Ελλάς (ΕΕΕ). Η συνύπαρξη τόσο διαμετρικά αντίθετων τάσεων στον χώρο του βενιζελισμού οφείλεται, κυρίως, στη σύνδεση της μεταρρυθμιστικής πολιτικής της δεκαετίας του 1910 με τις εθνικιστικές επεκτατικές τάσεις. 

Ο αντιβενιζελισμός, από την πλευρά του, συνέχιζε να εκφράζει συντηρητικές τάσεις. Τμήματα της παραδοσιακής εγχώριας αστικής τάξης που θίγονταν από τη δυναμική εισβολή του πρώην παροικιακού κεφαλαίου, και μεσαία και μικροϊδιοκτητικά στρώματα που  παρέμεναν προσηλωμένα στον βασιλιά, αντιδρώντας σε αλλαγές που θα κλόνιζαν τον παραδοσιακό τρόπο οργάνωσης της ζωής τους και των οικονομικοκοινωνικών τους σχέσεων. Ακόμη και τμήματα της εργατικής τάξης -όπως, π.χ., οι μανιάτες λιμενεργάτες του Πειραιά- που διατηρούσαν ισχυρές σχέσεις παραδοσιακού τύπου.

Εντούτοις, τώρα πια έχει εμφανιστεί και μια τρίτη πολιτική δύναμη που αντιμάχεται και τις δύο αστικές παρατάξεις. Πρόκειται για την Αριστερά και κυρίως για το κομμουνιστικό κίνημα, που αναφέρεται σε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα, το σοσιαλιστικό, απευθυνόμενο πρωτίστως στην εργατική τάξη, αλλά και στο σύνολο των κυριαρχούμενων λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων. Εγκαλεί, κατά συνέπεια, τους πολίτες ως φορείς ταξικών σχέσεων, αντικρούοντας την κυρίαρχη ιδεολογία της «εθνικής ενότητας», πίσω από την οποία καλύπτονται τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.

Ο προσανατολισμός του σοσιαλιστικού κόμματος στην Κομμουνιστική Διεθνή και η μετονομασία του σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), το 1924, και στη συνέχεια η κυριαρχία του ΚΚΕ στον χώρο της Αριστεράς, καθορίστηκαν από τρεις βασικούς παράγοντες:

Από την αντιπολεμική τοποθέτηση της μεγάλης πλειονότητας των ελλήνων σοσιαλιστών κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που τους έφερε σε αντίθεση με την κυρίαρχη τάση της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας. Από την επίδραση που είχε η  Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και η εγκαθίδρυση του σοβιετικού καθεστώτος στη Ρωσία, που καθιστούσε ρεαλιστική την πρόταση των κομμουνιστών για την επαναστατική ανατροπή και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας σοσιαλιστικής. Τέλος, από την αδυναμία εφαρμογής μιας ρεφορμιστικής πολιτικής στην Ελλάδα, σε μια εποχή κατά την οποία το κεφάλαιο έχει τη δυνατότητα αξιοποίησης της προσφοράς άφθονης και φτηνής εργατικής δύναμης, παραβιάζοντας συστηματικά το εργατικό δίκαιο, ενώ και το κράτος -αντιμετωπίζοντας το τεράστιο  βάρος της προσπάθειας οικονομικής ανάπτυξης και αποκατάστασης των προσφυγικών πληθυσμών- αδυνατούσε να ασκήσει σταθερή και εκτεταμένη κοινωνική πολιτική.

Συνέπεια αυτών των παραγόντων υπήρξε η αδυναμία συγκρότησης μαζικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, ενώ η επιρροή των σοσιαλιστών στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα παρέμεινε περιορισμένη σε κλάδους -σιδηροδρομικοί, ιδιωτικοί υπάλληλοι κ.ά.- με σχετικά προνομιούχα θέση ως προς την πλειονότητα της εργατικής τάξης.

Η Μικρασιατική Καταστροφή, εκτός όλων των άλλων, είχε και μεγάλες ιδεολογικές συνέπειες, καθώς κατέρρευσε η κυρίαρχη από τα μέσα του 19ου αιώνα Μεγάλη Ιδέα. Η επίσημη αστική ιδεολογία μετά το 1922 είναι κυρίως ο αντικομμουνισμός, μέσα από την εμφάνιση του κομμουνισμού σαν ιδεολογίας εχθρικής στις αξίες του πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, αλλά και της δημοκρατίας και των ατομικών ελευθεριών. Ταυτόχρονα, κυρίως κατά τη δεκαετία του '30, επιχειρείται η διαμόρφωση μιας νέας ταυτότητας του ελληνισμού, που δεν αγνοεί τον λαϊκό πολιτισμό, αλλά επιδιώκει την αποκάθαρσή του και την εξιδανίκευσή του στη βάση συντηρητικών αστικών αξιών. Φυσικά, παραμένει πάντα ο στόχος του εξευρωπαϊσμού, που συνδέεται με την προοπτική της περαιτέρω καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Απέναντι σ' αυτή την κυρίαρχη ιδεολογία αντιπαρατάσσονται οι λαϊκές πολιτισμικές αντιστάσεις, που εκφράζονται είτε με την αναπαραγωγή πολιτισμικών και πολιτιστικών εκφράσεων του παρελθόντος είτε με νέους τρόπους, όπως, π.χ., το ρεμπέτικο τραγούδι, που διαμορφώνεται στα συγκεχυμένα όρια μεταξύ εργατικής τάξης και υποπρολεταριάτου των αστικών κέντρων. Η λαϊκή ιδεολογία, όλο και περισσότερο, ενσωματώνει στοιχεία της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής ιδεολογίας, που τροφοδοτεί παραδοσιακές αντικρατικές τάσεις, συνδυάζοντάς τες με ιδέες αντιπλουτοκρατικές.

Η Ελλάδα εισέρχεται στην ταραχώδη αυτή περίοδο αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Σεπτέμβριο 1922, με το βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα των Πλαστήρα-Γονατά που ανατρέπει την αντιβενιζελική κυβέρνηση, υποχρεώνει τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει τον θρόνο, αφήνοντάς τον στον διάδοχο Γεώργιο Β΄, και μετά από δίκη σκοπιμότητας εκτελεί έξι ηγετικά στελέχη του αντιβενιζελισμού ως υπεύθυνα για την Καταστροφή. Κερδίζοντας τις εκλογές του 1923, από τις οποίες απείχαν τα αντιβενιζελικά κόμματα, οι βενιζελικοί, με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου -ηγέτη των παλιών «κοινωνιολόγων»- ανακηρύσσουν την αβασίλευτη Δημοκρατία, που επικυρώνεται με δημοψήφισμα, αλλά στα 1925-26 εγκαθιδρύεται δικτατορία από τον βενιζελικό στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο.

Η δικτατορία στρέφεται με ιδιαίτερη επιθετικότητα κατά των κομμουνιστών, που διώκονται σαν «αντεθνικά όργανα του πανσλαβισμού», εξαιτίας της θέσης που υιοθέτησε το ΚΚΕ για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», παραγνωρίζοντας τις πληθυσμιακές αλλαγές που επέφεραν οι πόλεμοι και οι ανταλλαγές πληθυσμών, οι οποίες είχαν ως συνέπεια την πλήρη υπερίσχυση του ελληνικού στοιχείου στις περιοχές της βόρειας Ελλάδας. Επί δικτατορίας Πάγκαλου το ΚΚΕ χάνει με πραξικοπηματική αστυνομική παρέμβαση και τον έλεγχο της ΓΣΕΕ, που έκτοτε περνάει υπό τον έλεγχο «εργατοπατέρων» συντηρητικών συνδικαλιστών.

Μετά τις εκλογές που ακολούθησαν την ανατροπή της δικτατορίας το 1926 -στις οποίες για πρώτη φορά απέκτησε 10μελή κοινοβουλευτική ομάδα και το ΚΚΕ-, σχηματίστηκε Οικουμενική Κυβέρνηση από το σύνολο των αστικών πολιτικών δυνάμεων, ενώ τις εκλογές του 1928 κέρδισαν οι βενιζελικοί και κυρίως το Κόμμα των Φιλελευθέρων, και σχηματίστηκε κυβέρνηση από τον Βενιζέλο. Ακολουθώντας πολιτική αντιλαϊκή που εντάθηκε μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης και στην Ελλάδα το 1930, η κυβέρνηση Βενιζέλου φρόντισε και για τη θωράκιση του καθεστώτος με τη θεσμοθέτηση αντικομμουνιστικής κατασταλτικής νομοθεσίας.

Το ΚΚΕ, που πέρασε αλλεπάλληλες κρίσεις την περίοδο 1927-31, έχοντας χάσει και την εκλογική του επιρροή το 1928, ανασυγκροτήθηκε μετά το 1931 με νέα ηγεσία, με επικεφαλής τον Νίκο Ζαχαριάδη, ευθυγραμμισμένο με τις κατευθύνσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στην οποία όλο και περισσότερο κυριαρχούσε η πολιτική του Στάλιν. Το 1932 έγινε και πάλι κοινοβουλευτικό κόμμα και τα επόμενα χρόνια διηύρυνε την επιρροή του στην εργατική τάξη και σε άλλα λαϊκά στρώματα, σε μια περίοδο ανάπτυξης των εργατικών και λαϊκών αγώνων.

Μετά από μια περίοδο κυβερνητικής αστάθειας, από τις εκλογές του 1932 σ' αυτές του 1933, αναδείχτηκαν κυβερνήσεις αντιβενιζελικές. Μετά από δύο αποτυχημένα βενιζελικά στρατιωτικά κινήματα που επιδίωξαν την ανατροπή τους -το 1933 και το '35- ακολούθησε αντιβενιζελικό κίνημα από τον στρατηγό Κονδύλη, που επανέφερε στον θρόνο τον Γεώργιο Β΄, καταλύοντας με νόθο δημοψήφισμα την αβασίλευτη Δημοκρατία.

Στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936 οι δυο αστικές παρατάξεις ισοψήφισαν, με συνέπεια την ανάδειξη σε ρυθμιστική δύναμη της 15μελούς κοινοβουλευτικής ομάδας του ΚΚΕ. Σε συνθήκες όξυνσης των λαϊκών προβλημάτων και κρίσης του πολιτικού συστήματος, οι εργατικές κινητοποιήσεις στη Θεσσαλονίκη, τον Μάιο, κατά τις οποίες υπήρξαν 12 εργάτες νεκροί, προσέλαβαν χαρακτήρα παλλαϊκής εξέγερσης. Προβάλλοντας τον κίνδυνο της κομμουνιστικής επανάστασης, η κυβέρνηση του αντιβενιζελικού Ιωάννη Μεταξά -που στηριζόταν και από τους βενιζελικούς- κήρυξε, σε συμφωνία με τον βασιλιά, δικτατορία, στις 4 Αυγούστου 1936.

Η δικτατορία Μεταξά-Γλύξμπουργκ, που υποχρέωσε σε διάλυση το σύνολο των πολιτικών κομμάτων, στράφηκε με ιδιαίτερη βιαιότητα κατά του ΚΚΕ, το οποίο, παρά την ηρωική αντίσταση χιλιάδων μελών και στελεχών του που φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν, ουσιαστικά αποδιαρθρώθηκε. Διακηρύσσοντας φασιστικό προσανατολισμό, η δικτατορία δεν μπόρεσε στην πραγματικότητα να συγκροτήσει μαζικό κίνημα για τη στήριξή της. Παράλληλα, και παρά τις συμπάθειες προς τα καθεστώτα της Γερμανίας και της Ιταλίας, οι στενοί δεσμοί του ελληνικού κεφαλαίου με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό, σε συνδυασμό με τις ιταλικές επεκτατικές βλέψεις στην περιοχή, προσανατόλισαν την Ελλάδα σε ουδέτερη στάση με την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939. Από την ουδετερότητα θα τη βγάλει η ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940, με την οποία κλείνει η περίοδος του ελληνικού Μεσοπολέμου.

 

 

Χρονολόγιο

 

1922: Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα Πλαστήρα-Γονατά.     

          Εκδίωξη του Κωνσταντίνου, αντικατάστασή του από τον Γεώργιο Β΄.

1923: Ελληνοτουρκική συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών.

1924: Κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Ανακήρυξη της αβασίλευτης Δημοκρατίας.

1925-26: Δικτατορία Πάγκαλου.

1926: Οικουμενική κυβέρνηση.

1928: Κυβέρνηση Βενιζέλου.

1930: Η Ελλάδα στη δίνη της διεθνούς οικονομικής κρίσης.

1932: Πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου.

1933: Εκλογική νίκη των αντιβενιζελικών.

          Αποτυχημένο στρατιωτικό κίνημα Πλαστήρα.

1935: Νέο αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα.

          Στρατιωτικό κίνημα Κονδύλη, κατάργηση της    αβασίλευτης Δημοκρατίας

          και επαναφορά στον θρόνο του Γεωργίου Β΄.

1936: Ανάδειξη του ΚΚΕ σε ρυθμιστική κοινοβουλευτική δύναμη. 

          Επιβολή της δικτατορίας Μεταξά-Γλύξμπουργκ.

1940: Ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας.

 

 

 

4. Η Μεγάλη Δεκαετία του '40

 

Η Ελλάδα μπήκε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ένα χρόνο μετά την έκρηξή του και βγήκε από τις πολεμικές περιπέτειες τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη του. Πρόκειται για τη Μεγάλη Δεκαετία του 1940, κατά την οποία τέθηκε από το εργατικό και λαϊκό κίνημα το ζήτημα της εξουσίας.

Η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έγινε με όρους ανάλογους με αυτούς του Α΄, του 1914-18. Ενεπλάκησαν σ' αυτόν ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (Μ. Βρετανία και Γαλλία από τη μια, και Γερμανία, Ιταλία και Ιαπωνία από την άλλη) και μικρότερες χώρες, σύμμαχοί τους, με σκοπό και πάλι την αναδιανομή εδαφών και ζωνών επιρροής. Εντούτοις, υπήρχε και μια σημαντική διαφορά: καθώς το ένα στρατόπεδο των αντιμαχόμενων αποτελούνταν από χώρες με φασιστικά καθεστώτα, ενδεχόμενη νίκη του δεν θα σήμαινε απλώς κυριαρχία τους στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, αλλά και επικράτηση του φασισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα επρόκειτο για μια εξέλιξη με ανυπολόγιστες συνέπειες. Από την απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας της μεγάλης πλειονότητας των λαών και την κατάργηση της δημοκρατίας και των λαϊκών δικαιωμάτων, μέχρι και τη συντριβή του εργατικού κινήματος.

Ο πόλεμος άρχισε με τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο 1939, που προκάλεσε την κήρυξη του πολέμου στη Γερμανία από τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία. Καθώς είχε υπογραφεί σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ, σοβιετικά στρατεύματα κατέλαβαν τα εδάφη της Λευκορωσίας που από το 1918 είχαν περιέλθει στην Πολωνία, και σε μια προσπάθεια δημιουργίας αμυντικής ζώνης κατέλαβαν επίσης τις μικρές φιλογερμανικές βαλτικές χώρες, αν και απέτυχαν στην επίθεση κατά της Φινλανδίας.

Η κατάληψη από τους Γερμανούς της Πολωνίας και στη συνέχεια της Γαλλίας και μιας σειράς μικρότερων χωρών, σε συνδυασμό με την προσχώρηση στον «Άξονα» (τη συμμαχία των φασιστικών δυνάμεων) χωρών με δικτατορικά καθεστώτα, όπως η Ουγγαρία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία κ.λπ.,  συμπληρώθηκε με την κατάληψη μεγάλου μέρους της ανατολικής Ασίας από την Ιαπωνία. Η μόνη περίπτωση που αποκρούστηκε η επίθεση δυνάμεων του Άξονα ήταν η ήττα των Ιταλών από τους Έλληνες στα 1940-41, την οποία, όμως, ακολούθησε η κατάληψη της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας από τους Γερμανούς. Κατά το 1941 ο πόλεμος επεκτάθηκε, με τη γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ και την εμπλοκή των ΗΠΑ, μετά από ιαπωνική επίθεση.

Μέχρι το 1944 ο πόλεμος διεξαγόταν σε τρία μέτωπα: στην ανατολική Ασία, κυρίως μεταξύ Αμερικανών και Ιαπώνων, στη βόρεια Αφρική και στη Ρωσία, όπου μετά τη σοβιετική νίκη στη Μάχη του Στάλινγκραντ, τον Φεβρουάριο 1943, οι Γερμανοί και οι σύμμαχοί τους υποχρεώθηκαν σε αργή υποχώρηση. Εντούτοις, σημαντική εξέλιξη, σε σχέση με όλους σχεδόν τους μέχρι τότε πολέμους, ήταν η διεξαγωγή του με την άμεση συμμετοχή λαϊκών δυνάμεων, πέρα από τα κύρια μέτωπα. Πρόκειται για την ανάπτυξη των κινημάτων Εθνικής Αντίστασης στις κατεχόμενες χώρες, πολλά από τα οποία (όπως το ελληνικό, το γιουγκοσλαβικό, το αλβανικό, το κινέζικο, το κορεάτικο και το βιετναμέζικο) εκδηλώθηκαν και με τη δράση ισχυρών λαϊκών απελευθερωτικών στρατών, υπό την καθοδήγηση των Κ.Κ.

Η καθοριστική συμβολή της ΕΣΣΔ στον αντικατοχικό και αντιφασιστικό αγώνα στην Ευρώπη, η μαζική κινητοποίηση των λαϊκών δυνάμεων και η συγκρότηση ισχυρών κινημάτων Εθνικής Αντίστασης, αποτέλεσαν τομή στην ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος: ένα κίνημα που συγκροτήθηκε μέσα από την προβολή της διεθνιστικής αντίθεσης στον Α'  Παγκόσμιο Πόλεμο, αναδείχτηκε σε μαζική δύναμη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον συνδυασμό της αντιφασιστικής του τοποθέτησης με τον πατριωτισμό, ανασυνδέοντας το  ιστορικό νήμα με την πατριωτική αντίσταση των εργατών και του λαού του Παρισιού το 1871, που οδήγησε στην Κομμούνα.

Καθώς το 1944 οι Αγγλοαμερικάνοι άρχισαν την απελευθέρωση της δυτικής Ευρώπης μετά από τις αποβάσεις στην Ιταλία και τη Νορμανδία, και τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωναν την ανατολική Ευρώπη, τα κινήματα Αντίστασης συνέβαλαν καθοριστικά στην απελευθέρωση των χωρών τους.

Μετά τη λήξη του πολέμου, με την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, τον Μάιο 1945, και της Ιαπωνίας, τον Αύγουστο, μια νέα πραγματικότητα έχει διαμορφωθεί παγκοσμίως. Βασικό της χαρακτηριστικό ήταν η ανάδειξη δύο υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, και η διαμόρφωση δύο νέων στρατοπέδων τα οποία πολύ σύντομα, από το 1946-47, θα περάσουν σε οξύτατη αντιπαράθεση που θα χαρακτηριστεί με τον όρο «Ψυχρός Πόλεμος», αν και εκδηλώνεται και με τοπικές πολεμικές αντιπαραθέσεις.

Ενώ στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και στη Βόρεια Κορέα εγκαθιδρύονται καθεστώτα που διακηρύσσουν ως στόχο την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, ένοπλοι αγώνες διεξάγονται στην Ελλάδα, την Κίνα, τις Φιλιππίνες κ.λπ. Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται μεγάλα αντιαποικιοκρατικά και αντιιμπεριαλιστικά κινήματα σε πολλές ασιατικές χώρες.

Με τη λήξη της δεκαετίας του '40, στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο έχει προστεθεί η πλέον πολυάνθρωπη χώρα του πλανήτη, η Κίνα, ενώ συνεχίζεται ο ένοπλος αγώνας κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας στο Βιετνάμ υπό την καθοδήγηση του Κ.Κ. Με την κατάργηση της αποικιοκρατίας, δημιουργήθηκαν νέα κράτη στην Ασία, όπως η Ινδία, το Πακιστάν, η Ινδονησία κ.λπ.

Στον καπιταλιστικό κόσμο η ηγεμονική θέση των ΗΠΑ ενισχύεται ακόμα περισσότερο, τόσο με την οικονομική ανασυγκρότηση της δυτικής Ευρώπης, με το «Σχέδιο Μάρσαλ», όσο και με την ίδρυση του στρατιωτικού συνασπισμού του ΝΑΤΟ. Οι ΗΠΑ, κάτοχοι της ατομικής βόμβας από το 1945, βρίσκονται επικεφαλής μιας παγκόσμιας αντισοβιετικής και αντικομμουνιστικής συμμαχίας, που στηρίζεται στο δόγμα της υπεράσπισης του «ελεύθερου κόσμου» έναντι της απειλής που αντιπροσωπεύει ο «κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός».  Το δόγμα αυτό συνενώνει σε μια επιφανειακά παράδοξη συμμαχία ιδεολογικοπολιτικές τάσεις και καθεστώτα που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από την  άκρα Δεξιά μέχρι το μεγαλύτερο τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας, και από την Ισπανία του Φράνκο μέχρι τη Μ. Βρετανία, στη διακυβέρνηση της οποίας βρίσκεται το Εργατικό Κόμμα.

 

Η επίθεση της φασιστικής Ιταλίας κατά της Ελλάδας, στις 28 Οκτωβρίου 1940, προκάλεσε πανεθνικό συναγερμό, με το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της χώρας (και του ΚΚΕ) να τάσσονται υπέρ της απόκρουσης του εισβολέα, που συντελέστηκε πολύ γρήγορα. Η νίκη του ελληνικού στρατού συνδεόταν άμεσα με τα αντιφασιστικά αισθήματα του ελληνικού λαού, αν και η συνέχιση του πολέμου στην Αλβανία -που καταδικάστηκε από το ΚΚΕ, το οποίο την απέδωσε στην εξυπηρέτηση των βρετανικών συμφερόντων- σε συνδυασμό με την ανατροπή της βραχύβιας φιλογερμανικής κυβέρνησης στη Γιουγκοσλαβία, προκάλεσε τη γερμανική εισβολή στις δύο χώρες, στις 6 Απριλίου 1941.

Η κατάκτηση της Ελλάδας ολοκληρώθηκε στα τέλη του Μαΐου, μετά την κατάληψη της Κρήτης, όπου προβλήθηκε αντίσταση με τη συμμετοχή και του κρητικού λαού. Ενώ ο βασιλιάς και η κυβέρνηση (με πρωθυπουργό τον βενιζελικό Τσουδερό, αλλά με τη συμμετοχή και υπουργών της μεταξικής δικτατορίας) εγκατέλειψαεγκατέλειψαν τη χώρα και εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο και το Κάιρο αντίστοιχα, σχηματίστηκε κυβέρνηση κυρίως από στρατιωτικούς, με πρωθυπουργό τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου, η οποία τέθηκε στην υπηρεσία των κατακτητών. Ταυτόχρονα, η χώρα διαμελίσθηκε σε ζώνες κατοχής, με το μεγαλύτερο μέρος της να καταλαμβάνεται από τους Ιταλούς, και την ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη από τους Βούλγαρους.

Η κατάκτηση της χώρας από τις δυνάμεις του Άξονα, μετά μάλιστα από τη νικηφόρα απόκρουση της ιταλικής επίθεσης, η φυγή της πολιτικής ηγεσίας και ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας με τους κατακτητές, προκάλεσαν αισθήματα ψυχικής συντριβής στον λαό, που τα επέτεινε η επισιτιστική κρίση, την οποία προκάλεσε η λεηλασία των τροφίμων από τα κατοχικά στρατεύματα και ο αποκλεισμός της χώρας από το βρετανικό πολεμικό ναυτικό. Η έλλειψη τροφίμων, ιδιαίτερα στις πόλεις και κυρίως στην περιοχή της πρωτεύουσας, οδήγησε τον χειμώνα του 1941-42 σε μαζική πείνα, με συνέπεια δεκάδες χιλιάδες θανάτους στα πιο φτωχά λαϊκά στρώματα.

Ενώ τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα ζουν σε συνθήκες έσχατης εξαθλίωσης, μεγάλα τμήματα της αστικής τάξης συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους, παρά τους περιορισμούς που θέτει η εσωτερική και διεθνής κατάσταση, συνεργαζόμενα ακόμη και με τους κατακτητές. Ταυτόχρονα, μέσω της μαύρης αγοράς, διαμορφώνονται όροι ανανέωσης της αστικής τάξης, ενώ μεγάλα τμήματα των μικροϊδιοκτητικών στρωμάτων προλεταριοποιήθηκαν και στη θέση τους αναδείχτηκαν νέα φυσικά πρόσωπα, προερχόμενα κι αυτά από τις δραστηριότητες της μαύρης αγοράς και τη συνεργασία με τις δυνάμεις κατοχής.

Ενώ τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου συνεργάζεται ακόμη και απροκάλυπτα με τους κατακτητές, ένα άλλο συνεχίζει να αναφέρεται στην κυβέρνηση του Καΐρου και στην προοπτική απελευθέρωσης με τη νίκη των συμμάχων. Αντιτάσσεται, έτσι, στην ανάπτυξη κινήματος αντίστασης, με εξαίρεση επιμέρους ενέργειες σαμποτάζ και κατασκοπείας, τις οποίες ενθαρρύνουν και οι Βρετανοί, οι οποίοι συνήθως ελέγχουν τις ομάδες που τις διεξάγουν. Ακόμη και ο Ελληνικός Δημοκρατικός Εθνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ) ιδρύεται από παράγοντες (στρατιωτικούς κ.ά.) του βενιζελικού χώρου, με αποκλειστικό σκοπό την αποτροπή της επιστροφής του βασιλιά μετά τη λήξη του πολέμου. Ο προσανατολισμός του, αργότερα, σε ένοπλο αγώνα κατά των κατακτητών, υπήρξε συνέπεια της ανάγκης δημιουργίας αντίβαρου στη δράση του ΕΛΑΣ.

Σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση κινούνται το ΚΚΕ και μικρότερες αριστερές δυνάμεις, που ιδρύουν τον Σεπτέμβριο 1941 το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), προτάσσοντας τον στόχο της συγκρότησης και ανάπτυξης κινήματος Εθνικής Αντίστασης για την απελευθέρωση της χώρας, μετά από την οποία θα επιλυόταν με δημοκρατικές διαδικασίες το πολιτειακό ζήτημα (βασιλευόμενη ή αβασίλευτη δημοκρατία) και θα καθοριζόταν ο χαρακτήρας του κοινωνικού καθεστώτος.

Το ΕΑΜ μαζικοποιήθηκε πολύ γρήγορα, δίνοντας τη Μάχη της Επιβίωσης για την αντιμετώπιση της πείνας και οργανώνοντας τους συνδικαλιστικούς αγώνες των εργαζομένων, καθιστώντας την Ελλάδα τη μόνη κατεχόμενη χώρα με ισχυρό μαζικό εργατικό και λαϊκό κίνημα. Ταυτόχρονα, με την ίδρυση του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) και την απελευθέρωση του μεγαλύτερου μέρους των ορεινών περιοχών της χώρας, η Ελλάδα αναδείχτηκε σε μια από τις χώρες με ισχυρό κίνημα ένοπλης αντίστασης.

Το εαμικό κίνημα αποτέλεσε ευρύ συνασπισμό λαϊκών κοινωνικών δυνάμεων, υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης, που διαμόρφωσε λαϊκοδημοκρατική ιδεολογία ανταγωνιστική προς την κυρίαρχη αστική. Βασικά της στοιχεία ήταν ο λαϊκός πατριωτισμός, που συνδυαζόταν με αντιεθνικιστικό διεθνιστικό προσανατολισμό, ο δημοκρατισμός και ο αντιπλουτοκρατισμός, που εμπεριείχε στοιχεία σοσιαλιστικής κατεύθυνσης. Η λαϊκοδημοκρατική ιδεολογία συμπυκνωνόταν στο αίτημα της «Λαοκρατίας», που αποτέλεσε προγραμματικό στόχο του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Παράλληλα, διαμορφώθηκαν νέοι θεσμοί λαϊκής εξουσίας, που έφτασαν την άνοιξη του 1944 μέχρι και στον σχηματισμό της «κυβέρνησης των βουνών» (της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης -ΠΕΕΑ) και στην εκλογή του Εθνικού Συμβουλίου των Κορυσχάδων.

Η μαζικοποίηση του ΕΑΜ, η κυριαρχία του σε μεγάλο μέρος της χώρας και η διαμόρφωσή του σε δύναμη που θα μπορούσε να καθορίσει τις μεταπελευθερωτικές εξελίξεις, προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες τόσο στην ελληνική αστική τάξη και τους πολιτικούς της εκπροσώπους όσο και στους Βρετανούς. Ενδεχόμενη μεταπολεμική κυριαρχία του ΕΑΜ θα έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο την αστική ταξική κυριαρχία στην Ελλάδα, αλλά και τα βρετανικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Έτσι, γίνεται προσπάθεια περιορισμού των περιοχών που ελέγχει ο ΕΛΑΣ, με τη δράση του ΕΔΕΣ, της ΕΚΚΑ κ.ά. ένοπλων οργανώσεων, ενώ για την αντιμετώπισή του συγκροτούνται από την κατοχική κυβέρνηση Ράλλη τα Τάγματα Ασφαλείας, ως ελληνικά τμήματα των γερμανικών SS.

Συνέπεια αυτών των εξελίξεων ήταν η διαμόρφωση στα 1943-44 συνθηκών εμφυλίου πολέμου. Απέναντι στο εαμικό κίνημα συσπειρώθηκε το σύνολο των αστικών δυνάμεων, ενώ δεν έλειψαν και περιπτώσεις απροκάλυπτης συνεργασίας μεταξύ των αντιεαμικών αντιστασιακών οργανώσεων και των συνεργατών του κατακτητή.

Εντούτοις, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ επιμένουν στην κατεύθυνση της εθνικής ενότητας με στόχο την απελευθέρωση και τη μεταπολεμική δημοκρατική επίλυση του πολιτειακού και του καθεστωτικού ζητήματος. Η πολιτική αυτή σχετίζεται τόσο με τη στρατηγική των σταδίων που έχει υιοθετήσει από το 1934 το ΚΚΕ όσο και με την προσπάθεια αποφυγής μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης με τους Βρετανούς, καθώς αποτελούν συμμάχους της ΕΣΣΔ στον αγώνα κατά της ναζιστικής Γερμανίας.

Στην πραγματικότητα, το ΚΚΕ αδυνατούσε να κατανοήσει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και κοινωνικής επανάστασης. Δεν μπόρεσε να δει ότι η ανάδειξη του εαμικού κινήματος σε πλατύ λαϊκό κοινωνικό συνασπισμό έθετε αντικειμενικά το ζήτημα της εξουσίας στη μεταπολεμική Ελλάδα, κάτι που ήδη είχαν αντιληφθεί πλήρως ο αστισμός και οι βρετανοί σύμμαχοί του.

Επιμένοντας στην προτεραιότητα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και στην εθνική ενότητα για τη διεξαγωγή του, καθώς και στην υπεράσπιση του συμμαχικού αγώνα,  το ΕΑΜ συμμετείχε λίγο πριν την Απελευθέρωση στην κυβέρνηση του Γεώργιου Παπανδρέου, σε συνεργασία με τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, υλοποιώντας το Σύμφωνο του Λιβάνου, που υπογράφηκε τον Μάιο του 1944. Στην ίδια κατεύθυνση υπογράφηκε και η Συμφωνία της Καζέρτας, με την οποία οι ένοπλες στρατιωτικές δυνάμεις -κατά συνέπεια και οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ- τίθονταν υπό τις διαταγές του βρετανού στρατηγού Σκόμπι.

Καθώς οι Γερμανοί αποχωρούσαν από την Ελλάδα, ο έλεγχος του μεγαλύτερου μέρους της πέρασε στον ΕΛΑΣ. Παρ’ όλ' αυτά, υλοποιώντας αυτές τις συμφωνίες, μετά την απελευθέρωση της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου 1944 το ΕΑΜ απέφυγε να καταλάβει την εξουσία, την οποία ανέλαβε η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» λίγες μέρες αργότερα.

Το ΕΑΜ επιδιώκει την υλοποίηση της Συμφωνίας του Λιβάνου, που πρόβλεπε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το ζήτημα του βασιλικού θεσμού και εκλογών για την ανάδειξη κυβέρνησης, την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού και κυρίως των σωμάτων ασφαλείας, από τους συνεργάτες των κατακτητών και την τιμωρία των δωσιλόγων, καθώς και τη συγκρότηση εθνικού στρατού, με την ισότιμη συμμετοχή και των δυνάμεων της Αντίστασης.

Εντούτοις, οι αστικές δυνάμεις και οι Βρετανοί ήθελαν να αποφύγουν μια τέτοια εξέλιξη, γνωρίζοντας πως θα ήταν βέβαιη η δημοκρατική ανάδειξη του ΕΑΜ στην εξουσία. Για την αποφυγή της, επιλέχτηκε η συγκρότηση στρατού με όρους που θα τον καθιστούσαν όργανο της πολιτικής τους και προϋπόθεση για κάτι τέτοιο ήταν η διάλυση του ΕΛΑΣ.

Η διαφωνία σχετικά με το ποσοστό που θα αντιπροσώπευαν οι προερχόμενοι από τον ΕΛΑΣ στον υπό συγκρότηση στρατό, είχε ως συνέπεια την παραίτηση των εαμικών υπουργών στις 30 Νοεμβρίου, ενώ το ΕΑΜ κάλεσε σε παλλαϊκό συλλαλητήριο στην πλατεία Συντάγματος στις 3 Δεκεμβρίου, η οποία απαγορεύτηκε από την κυβέρνηση και χτυπήθηκε ένοπλα από την αστυνομία, με συνέπεια τη δολοφονία δεκάδων διαδηλωτών. Ανάλογη δολοφονική επίθεση δέχτηκε το πλήθος που συμμετείχε την επόμενη στην κηδεία των θυμάτων της 3ης Δεκεμβρίου, ενώ ο ΕΛΑΣ της Αθήνας και του Πειραιά απαντούσε με επιθέσεις και καταλήψεις αστυνομικών τμημάτων.

Με τα γεγονότα αυτά  άρχισαν τα Δεκεμβριανά, με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να ελέγχουν το σύνολο, σχεδόν, της περιοχής της πρωτεύουσας και να μάχονται έχοντας στο πλευρό τους τη μεγάλη πλειονότητα της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Απέναντί τους βρίσκονταν οι δυνάμεις της αστυνομίας και της χωροφυλακής, οι ταγματασφαλίτες που αποφυλακίστηκαν και εξοπλίστηκαν, αντικομμουνιστικές οργανώσεις, όπως η διαβόητη Χ, και τα τμήματα του ελληνικού στρατού της Μέσης Ανατολής, που απέμειναν μετά την εκκαθάρισή του από τους φιλοεαμικούς στρατιώτες και αξιωματικούς, που ακολούθησε το αποτυχημένο κίνημα του Απριλίου 1944. Την κύρια, όμως, δύναμη που αντιπαρατέθηκε στον ΕΛΑΣ την αποτελούσαν τα βρετανικά στρατεύματα. 

Το ΚΚΕ διεξήγαγε τον ένοπλο αγώνα επιδιώκοντας έναν συμβιβασμό που να ανοίγει τον δρόμο για ομαλές δημοκρατικές πολιτικές εξελίξεις. Στην κατεύθυνση αυτή απέφυγε μια γενικευμένη σύγκρουση με τους Βρετανούς, περιορίζοντάς την στην περιοχή της Αττικής, καθώς δεν ήθελε να προκληθούν προβλήματα στον συμμαχικό αγώνα κατά της Γερμανίας. Επιπλέον, ο κύριος όγκος του ΕΛΑΣ παρέμεινε εκτός του πεδίου των μαχών, με εξαίρεση τα τμήματα που διέλυσαν τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο. Έτσι, η «Μάχη της Αθήνας» δόθηκε με άνισους όρους, καθώς τα βρετανικά στρατεύματα ενισχύονταν σταθερά, υποχρεώνοντας τον ΕΛΑΣ να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα τις αρχές Ιανουαρίου.

Την ήττα των Δεκεμβριανών ακολούθησε η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, μεταξύ της κυβέρνησης και του ΕΑΜ, που πρόβλεπε τον αφοπλισμό και τη διάλυση του ΕΛΑΣ, και τη δρομολόγηση διαδικασιών  για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και εκλογών. Εντούτοις, αμέσως μετά την υπογραφή της εξαπολύθηκε κύμα διώξεων, συλλήψεων, βασανισμών και δολοφονιών αγωνιστών της Αντίστασης και της Αριστεράς, στις οποίες πρωτοστατούσαν παρακρατικές ένοπλες οργανώσεις που συγκροτήθηκαν από πρώην συνεργάτες των κατακτητών.

Ενώ από τα τέλη Μαΐου επικεφαλής του ΚΚΕ ήταν και πάλι ο απελευθερωμένος από το Νταχάου Νίκος Ζαχαριάδης, η αντίθεση στη Συμφωνία της Βάρκιζας εκφράστηκε από τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη. Η προσπάθειά του να ανασυγκροτήσει τον λαϊκό στρατό συνάντησε την αντίθεση του ΚΚΕ, που τον αποκήρυξε, λίγες μέρες πριν τον θάνατό του μετά από ένοπλη σύγκρουση.

Μετά από τριάμισι χρόνια κατοχής έχουν συντελεστεί σημαντικές αλλαγές σε όλους τους τομείς της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Οι ανακατατάξεις στην αστική τάξη και τα μεσοστρώματα έχουν αναδείξει νέα δυναμικά τμήματα, που διαμορφώθηκαν με τη μαύρη αγορά και τη συνεργασία με τους κατακτητές, και είναι κυρίως αυτά που αντιτάσσονται σε ενδεχόμενη ομαλή δημοκρατική εξέλιξη. Η άρχουσα τάξη επιχειρεί να περιορίσει την εαμική επιρροή στα φτωχά λαϊκά στρώματα, με τον έλεγχο των παροχών της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας, παράλληλα με την εξαπόλυση της κρατικής και παρακρατικής τρομοκρατία, που οργιάζει, ιδιαίτερα στην επαρχία.

Εντούτοις, μέχρι και το 1946 ευρύτατα λαϊκά στρώματα παραμένουν προσανατολισμένα στην Αριστερά, όπως αποδεικνύεται από την κατάκτηση της πλειοψηφίας στη ΓΣΕΕ,  στους αγροτικούς συνεταιρισμούς κ.λπ. Η εαμική λαϊκοδημοκρατική ιδεολογία εξακολουθεί να εκφράζει τη μεγάλη πλειονότητα της εργατικής τάξης και μεγάλο μέρος των μικροϊδιοκτητικών στρωμάτων, με το αίτημα της εθνικής ανεξαρτησίας να παίρνει τη μορφή της αντίθεσης στη βρετανική και πολύ σύντομα στην αμερικανική παρέμβαση, τον δημοκρατισμό, ως αντίθεση στη βασιλεία και την κρατική και παρακρατική τρομοκρατία, και τον αντιπλουτοκρατισμό, που εκδηλώνεται ως αντίθεση στο κεφάλαιο και διεκδίκηση μιας πολιτικής κοινωνικής δικαιοσύνης και ανακατανομής του πλούτου, στο πλαίσιο μιας αναπτυξιακής διαδικασίας βασισμένης σε δραστικές εθνικοποιήσεις και στην αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας.

Η λαϊκοδημοκρατική ιδεολογία από τη μια συσπειρώνει στην Αριστερά μεγάλο μέρος της διανόησης, που θέτει το ζήτημα της πολιτιστικής αναγέννησης στη βάση του συνδυασμού του λαϊκού πολιτισμού και των προοδευτικών και επαναστατικών ιδεών, και από την άλλη τροφοδοτεί τον ίδιο τον λαϊκό πολιτισμό, με κυριότερη έκφραση τη μετεξέλιξη του ρεμπέτικου τραγουδιού σε τραγούδι ευρύτερης λαϊκής απεύθυνσης, στο  λαϊκό κοινωνικό τραγούδι.

Η αστική τάξη αντιπαραθέτει την ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, που στηρίζεται στην κατάδειξη του κομμουνισμού σαν του εχθρού του «τρισχιλιετούς έθνους των Ελλήνων», που διασπά την εθνική ενότητα, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα του πανσλαβισμού. Στις προοδευτικές διακηρύξεις της Αριστεράς, η εθνικοφροσύνη αντιπαραθέτει συντηρητικές κοινωνικές αξίες που τις εμφανίζει σαν την πεμπτουσία του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού». Επιδιώκει και σε σημαντικό βαθμό κατορθώνει, να εκφράσει τμήματα των λαϊκών στρωμάτων που παραμένουν προσκολλημένα σε παραδοσιακούς τρόπους ζωής, ενώ λειτουργεί και σαν καθαρτήριο για όλους όσοι συνεργάστηκαν με τους κατακτητές: η συνεργασία εμφανίζεται -έμμεσα ή και απροκάλυπτα- σαν εθνικά ωφέλιμη, καθώς η επικράτηση του ΕΑΜ -άρα του κομμουνισμού- θα είχε ως συνέπεια την κατάλυση των αξιών της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας.

Ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» συσπειρώνει το σύνολο των αστικών πολιτικών δυνάμεων, ανεξαρτήτως βενιζελικής ή αντιβενιζελικής προέλευσης. Οι προπολεμικές διαφορές υποχωρούν και διαμορφώνεται μια ουσιαστικά ενιαία «εθνικόφρων» παράταξη, στην οποία ηγεμονεύουν οι δυνάμεις της συντηρητικής Δεξιάς, αν και πρωθυπουργός ανέλαβε ο ηγέτης των φιλελευθέρων Θεμιστοκλής Σοφούλης. Ο αντίθετος πόλος συγκροτείται από το ΚΚΕ και μικρές δυνάμεις που συνέχιζαν να συνεργάζονται μαζί τους. Οι περισσότεροι σοσιαλιστές αποχώρησαν το 1945 από το ΕΑΜ, αν και, σε συνθήκες πόλωσης, απέτυχαν και πάλι να αποκτήσουν μαζική επιρροή.

Ενώ η τρομοκρατία εντείνεται και χιλιάδες καταδιωκόμενοι αγωνιστές καταφεύγουν και πάλι στα βουνά, οι εκλογές του Μαρτίου 1946 διεξάγονται σε συνθήκες εκτεταμένης βίας και νοθείας. Το ΚΚΕ επέλεξε να μη συμμετάσχει στις εκλογές -όπως έκαναν και όλες οι άλλες μικρότερες δυνάμεις της Αριστεράς, αλλά και τμήμα του βενιζελογενούς Κέντρου-, για να μην τις νομιμοποιήσει. Την ίδια μέρα η επίθεση ανταρτών στο Λιτόχωρο Πιερίας σήμανε την «επίσημη» έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου, που μέχρι τότε διεξαγόταν μονόπλευρα από την αστική παράταξη.

Ενώ το καθεστώς εντείνει την τρομοκρατία και παίρνει έκτακτα μέτρα αυταρχικής θωράκισης, με την καθαίρεση των εκλεγμένων διοικήσεων στους φορείς των μαζικών κινημάτων, μαζικές συλλήψεις, φυλακίσεις και εγκλεισμούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στα ξερονήσια του Αιγαίου, αλλά και δολοφονίες και εκτελέσεις αγωνιστών, στα τέλη του 1946 ιδρύεται ο Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας (ΔΣΕ) και το 1947 ο Εμφύλιος Πόλεμος γενικεύεται σε ολόκληρη, σχεδόν, τη χώρα.

Σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου, βίας και νοθείας διεξήχθη και το δημοψήφισμα μετά από το οποίο επέστρεψε στον θρόνο ο βασιλιάς τον Σεπτέμβριο 1946, ενώ τον Μάρτιο 1947 την πολιτική, οικονομική και κυρίως στρατιωτική στήριξη του καθεστώτος ανέλαβαν οι ΗΠΑ, με το «Δόγμα Τρούμαν».

Εντούτοις, παρά την πλουσιοπάροχη αμερικανική βοήθεια και την τεράστια υπεροχή του κυβερνητικού στρατού σε έμψυχο δυναμικό και πολεμικό υλικό, ο ΔΣΕ κατήγαγε σημαντικές νίκες και μέχρι και τις αρχές του 1949 δεν ήταν βέβαιη η έκβαση του πολέμου.

Με το τέλος του 1947 τέθηκαν εκτός νόμου το ΚΚΕ και οι εαμικές οργανώσεις. Παράλληλα, την έξαρση της τρομοκρατίας και τις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών από τα μέρη όπου διεξαγόταν ο πόλεμος, με σκοπό την απομόνωση των ανταρτών, συμπλήρωνε η διανομή της αμερικανικής βοήθειας με παραταξιακά κριτήρια, οι μαζικές απολύσεις αριστερών από τις δημόσιες υπηρεσίες, η θεσμοθέτηση των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων κ.λπ., που είχαν ως συνέπεια την αποστοίχιση του εαμικού κοινωνικού συνασπισμού.

Επιδιώκοντας την κατάληψη πόλης που θα ανακηρυσσόταν έδρα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (ΠΔΚ), που σχηματίστηκε στον Γράμμο τον Δεκέμβριο 1947, ο ΔΣΕ ανασυγκροτήθηκε ως τακτικός στρατός, για τη διεξαγωγή μαχών σε παράταξη. Η ανακήρυξη πρωτεύουσας της ΠΔΚ θα επέτρεπε στις σοσιαλιστικές χώρες την επίσημη αναγνώρισή της, άρα και τη νομότυπη ενίσχυση του ΔΣΕ με πολεμικό υλικό. Η απόφαση αυτή προκάλεσε την αντίθεση του επικεφαλής της ΠΔΚ και του ΔΣΕ Μάρκου Βαφειάδη, που επέμενε στη συνέχιση του ανταρτοπολέμου, με συνέπεια την καθαίρεσή του.

Το καλοκαίρι του 1949 οι δυνάμεις του ΔΣΕ έδωσαν τις τελευταίες μεγάλες μάχες στο Βίτσι και τον Γράμμο, έχοντας χάσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν το γιουγκοσλαβικό έδαφος ως ενδοχώρα, μετά το κλείσιμο των συνόρων, ως επακόλουθο της τοποθέτησης του ΚΚΕ υπέρ του Στάλιν στη ρήξη των σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία. Στις 29-30 Αυγούστου ο ΔΣΕ υποχώρησε στην Αλβανία, θέτοντας τέρμα στον Εμφύλιο Πόλεμο, αν και μικρά τμήματά του συνέχισαν να δρουν, κυρίως σε νησιωτικές περιοχές.

Με τον τερματισμό του Εμφυλίου Πολέμου έληξε μια δεκαετία μεγάλων αγώνων για την εθνική ανεξαρτησία, τη δημοκρατία και την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων, κατά την οποία τέθηκε το ζήτημα της εξουσίας και της σοσιαλιστικής προοπτικής. Ήδη από τον Ιανουάριο 1949 το ΚΚΕ είχε συνδέσει τον αγώνα του ΔΣΕ με την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της οποίας θα οικοδομούνταν ο σοσιαλισμός. Η στρατηγική των σταδίων εγκαταλειπόταν, καθώς, μέσα από μια μη οικονομίστικη οπτική, το ΚΚΕ εκτιμούσε πως οι αγώνες της εαμικής περιόδου είχαν διαμορφώσει ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων στο πολιτικό επίπεδο.

Η ήττα του εργατικού και λαϊκού κινήματος αποτέλεσε συνέπεια, πρώτα και κύρια, της άρνησης να διεκδικηθεί η εξουσία κατά την Απελευθέρωση του 1944, καθώς είχαν προηγηθεί οι συμβιβαστικές συμφωνίες Λιβάνου και Καζέρτας. Οι χειρισμοί αυτοί ήταν συνέπεια της επιμονής του ΚΚΕ στη στρατηγική των σταδίων (εθνική απελευθέρωση – εγκαθίδρυση δημοκρατικών θεσμών – κοινωνικός μετασχηματισμός), αλλά και της επιδίωξής του από τη μια να αποφευχθεί εμφύλια αντιπαράθεση και από την άλλη να μη διαταραχθούν οι συμμαχικές σχέσεις.

Η επιμονή στην ομαλή δημοκρατική εξέλιξη καθόρισε και τους χειρισμούς κατά τα Δεκεμβριανά, την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας και την καθυστέρηση στην ένοπλη αντιμετώπιση της τρομοκρατίας στα 1945-46. Το πέρασμα στην ένοπλη πάλη έγινε όταν, πλέον, είχε υποχωρήσει το μαζικό εργατικό και λαϊκό κίνημα. Εντούτοις, η ομαλή δημοκρατική διέξοδος αποτελούσε αυταπάτη, καθώς η αντίδραση είχε επίγνωση της ευρύτατης επιρροής της Αριστεράς και φυσικά δεν θα συναινούσε στην ανάδειξή της στην εξουσία μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Για τον αστισμό, η βίαιη συντριβή του κινήματος αποτελούσε μονόδρομο.

Την έκβαση του Εμφυλίου Πολέμου καθόρισαν -εκτός από την καθυστέρηση στην ένοπλη αντίσταση- αντικειμενικοί παράγοντες (ασύγκριτη στρατιωτική υπεροχή του αντιπάλου, εκκένωση των περιοχών όπου δρούσε ο ΔΣΕ από τον πληθυσμό τους κ.λπ.) και αντιφατικοί χειρισμοί, όπως ήταν η μετατροπή του ΔΣΕ σε τακτικό στρατό, που, εντούτοις, απέβλεπε σε στόχο ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση του αγώνα. Σε μεγάλο βαθμό, η ήττα καθορίστηκε και από τη διακοπή της γιουγκοσλαβικής βοήθειας και το κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων.

 

 

Χρονολόγιο

 

1940: Ιταλική επίθεση και απόκρουσή της από τον ελληνικό στρατό.

1941: Γερμανική επίθεση και κατάκτηση της Ελλάδας από γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά  

          στρατεύματα.

          Φυγή του βασιλιά και της κυβέρνησης Τσουδερού στο Λονδίνο και το Κάιρο.

          Σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας με τους κατακτητές από τον στρατηγό Γεώργιο   

          Τσολάκογλου.

          Ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) και του Ελληνικού Δημοκρατικού   

           Εθνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ).

1941-42 χειμώνας: Δεκάδες χιλιάδες θάνατοι από πείνα.

1942: Ίδρυση του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ).

1943: Κυβέρνηση Ιωάννη Ράλλη.

          Ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας.

          Ένοπλες αντιπαραθέσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ και άλλων αντιεαμικών οργανώσεων.

1944: Κυβέρνηση των βουνών και εκλογή Εθνικού Συμβουλίου.

          Συμφωνίες Λιβάνου και Καζέρτας.

          Απελευθέρωση.

          Δεκεμβριανά. Ένοπλη αντιπαράθεση μεταξύ ΕΛΑΣ και κυβερνητικών και βρετανικών  

          δυνάμεων στην Αθήνα.

1945: Συμφωνία της Βάρκιζας.

1946: Εκλογές βίας και νοθείας με αποχή της Αριστεράς.

         Έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου.

          Δημοψήφισμα βίας και νοθείας και επιστροφή του Γεώργιου Β΄ στον θρόνο.

          Ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας (ΔΣΕ).

1947: Θάνατος του Γεώργιου Β΄. Βασιλιάς ο Παύλος.

          Κυβέρνηση συνεργασίας των αστικών δυνάμεων με πρωθυπουργό τον Θεμιστοκλή  

          Σοφούλη.

          Σχηματίζεται η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση.

          Το ΚΚΕ, το ΕΑΜ κ.ά. οργανώσεις τίθενται εκτός νόμου.

1949: Λήξη του Εμφυλίου Πολέμου με ήττα του ΔΣΕ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

5. Η μετεμφυλιακή περίοδος και η στρατιωτική δικτατορία (1950-74)

 

Η δεκαετία του 1950 μπήκε με μια διεθνώς τεταμένη κατάσταση, με τον Ψυχρό Πόλεμο να έχει φτάσει στην αποκορύφωσή του. Την «κρίση του Βερολίνου» το 1949 και την ανακοίνωση για την κατασκευή σοβιετικών πυρηνικών όπλων, ακολούθησε ο πόλεμος της Κορέας (1950-53) όταν τα στρατεύματα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας εισέβαλαν στη Νότια, στην υπεράσπιση της οποίας προσέτρεξαν με απόφαση του ΟΗΕ μια σειρά χώρες, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, ενώ στο πλευρό των Βορειοκορεατών πολεμούσε πλήθος κινέζων εθελοντών. Μέχρι τη λήξη του πολέμου, με την απώθηση των βορειοκορεατικών δυνάμεων στα σύνορα του 1950, η ανθρωπότητα ζούσε με την αγωνία μιας πιθανής επέκτασής του, με την εμπλοκή της ΕΣΣΔ, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν καταστροφικό παγκόσμιο πόλεμο, που αυτή τη φορά θα μπορούσε να είναι και πυρηνικός.

Ταυτόχρονα, συνεχίζεται στην Ινδοκίνα ο απελευθερωτικός αγώνας ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία, που λήγει με την ανεξαρτησία των χωρών της περιοχής. Εντούτοις, οι βιετναμέζοι κομμουνιστές αντάρτες απελευθέρωσαν μόνο το βόρειο τμήμα της χώρας, όπου εγκαθιδρύθηκε Λαϊκή Δημοκρατία, ενώ στο Νότιο Βιετνάμ εγκαθιδρύθηκε φιλοδυτικό καθεστώς, και στο Λάος και την Καμπότζη καθεστώτα ουδέτερα στον ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό.

Ένοπλοι αγώνες κατά της αποικιοκρατίας ξέσπασαν τα επόμενα χρόνια και σε μια σειρά χώρες της Αφρικής, ενώ στρατιωτικά κινήματα σε αραβικές χώρες, όπως η Αίγυπτος, η Συρία, το Ιράκ κ.ά., έφεραν στην εξουσία αντιιμπεριαλιστικά καθεστώτα. Αντίθετα, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής διατηρούνταν ή επιβάλλονταν στρατιωτικές δικτατορίες φιλοαμερικανικού προσανατολισμού. Με πρωτοβουλία της Γιουγκοσλαβίας, της Αιγύπτου, της Ινδίας και της Ινδονησίας ιδρύθηκε το 1955 το αντιιμπεριαλιστικό Κίνημα των Αδέσμευτων Χωρών.

Το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» δοκιμάστηκε το 1953 από την εξέγερση των εργατών στο Ανατολικό Βερολίνο, η οποία καταστάλθηκε με επέμβαση του σοβιετικού στρατού. Τον ίδιο χρόνο ο θάνατος του Στάλιν δρομολόγησε διαδικασίες που οδήγησαν το 1956 στην «αποσταλινοποίηση», μετά τη δημόσια καταγγελία του αυταρχικού καθεστώτος από τον νέο σοβιετικό ηγέτη Νικίτα Χρουστσόφ, στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Στο πλαίσιο της «αποσταλινοποίησης» χαλάρωσαν τα αστυνομικά μέτρα έκτακτης ανάγκης και δόθηκαν κάποια περιθώρια ελεύθερης έκφρασης. Ακολούθησε η διακήρυξη της  πολιτικής της «ειρηνικής συνύπαρξης» με τον ιμπεριαλισμό για την αποφυγή πυρηνικού πολέμου και η στρατηγική του «ειρηνικού δρόμου» για τη μετάβαση των καπιταλιστικών χωρών στον σοσιαλισμό.

Το 1956 ήταν και η χρονιά νέων εξεγέρσεων, αυτή τη φορά στην Πολωνία και την Ουγγαρία. Η ουγγρική εξέγερση καταστάλθηκε με την επέμβαση σοβιετικών στρατευμάτων. Όσο κι αν -όπως και στο Ανατολικό Βερολίνο, το 1953- πίσω από τις εξεγέρσεις βρίσκονταν αντεπαναστατικοί κύκλοι και προφανώς ενισχύονταν από τους ιμπεριαλιστές, κύρια αιτία για την έκρηξή τους αποτελούσε η αποξένωση των εργαζομένων από το καθεστώς, καθώς η εξουσία ασκούνταν από την κομματική και κρατική γραφειοκρατία.

Εντούτοις, στα τέλη της δεκαετίας το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» εμφανιζόταν εξαιρετικά ισχυρό, επιτυγχάνοντας μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ εντυπωσιακή ήταν η έναρξη του διαστημικού προγράμματος της ΕΣΣΔ με την εκτόξευση δορυφόρων πολύ πριν από τους Αμερικανούς. Σημαντική ήταν, επίσης, η νίκη της Κουβανικής Επανάστασης το 1959 και η εγκαθίδρυση επαναστατικού καθεστώτος που σύντομα διακήρυξε τον σοσιαλιστικό προσανατολισμό του, σε μικρή απόσταση από τις ακτές των ΗΠΑ.

Για τον δυτικό κόσμο η δεκαετία του '50 υπήρξε περίοδος ταχύτατης οικονομικής ανάπτυξης, ενώ η πίεση που ασκούσε το εργατικό κίνημα και ο κίνδυνος που αντιπροσώπευε το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» υποχρέωνε στην υιοθέτηση πολιτικής παροχών προς τους εργαζόμενους, στο πλαίσιο του «κράτους πρόνοιας και ευημερίας». Εντούτοις, η ανάπτυξη και η πολιτική παροχών στηρίχτηκε στην εκτεταμένη εφαρμογή μεθόδων εντατικοποίησης της εργασίας, έτσι ώστε η άνοδος της παραγωγικότητας να συντελείται με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς απ' αυτούς του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Αποτέλεσμα ήταν η τεράστια κερδοφορία του κεφαλαίου, που εξανέμιζε τις αρνητικές επιπτώσεις από την απώλεια των αποικιών. Άλλωστε, η ιμπεριαλιστική πολιτική συνεχίστηκε με την επένδυση κεφαλαίων στις νεοαπελευθερωμένες χώρες και κυρίως με τον δανεισμό τους με ανισοβαρείς όρους.

Έχοντας εξασφαλίσει τον στρατιωτικό συντονισμό τους μέσα από το ΝΑΤΟ και ανάλογους οργανισμούς στην Άπω Ανατολή, οι ιμπεριαλιστικές χώρες επιδιώκουν επίσης τη συνέχιση της οικονομικής συνεργασίας που άρχισε κατά την προηγούμενη δεκαετία. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ).

Η ιδεολογία του δυτικού κόσμου συνέχισε να καθορίζεται από τον αντικομμουνισμό, με την προβολή της θεωρίας του ολοκληρωτισμού. Σαν κύρια αντίθεση του μεταπολεμικού κόσμου προβαλλόταν η αντίθεση μεταξύ του ολοκληρωτισμού (τον οποίο μετά την ήττα του φασισμού εκπροσωπούσε μόνο ο κομμουνισμός) και της δημοκρατίας. Η αντιμετώπιση της κομμουνιστικής απειλής θεωρούνταν πως θα έπρεπε να γίνεται πάση θυσία, ακόμα και σε βάρος της δημοκρατίας, προς χάρη της οποίας υποτίθεται πως διεξαγόταν ο αντικομμουνιστικός αγώνας. Έτσι, ο φασιστικός προσανατολισμός των καθεστώτων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας δεν εμπόδισε την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, στις ίδιες τις ΗΠΑ οι δημοκρατικές ελευθερίες δοκιμάστηκαν επί χρόνια με τον «μακαρθισμό» (τις διώξεις όσων ήταν ύποπτοι για φιλοκομμουνιστικές ιδέες), ενώ η στήριξη των δικτατορικών καθεστώτων, κυρίως στη Λατινική Αμερική, αλλά και η διατήρηση της αποικιοκρατίας με στρατιωτική βία, δικαιολογούνταν με την ανάγκη αντιμετώπισης του κομμουνισμού.

Εντούτοις, οι δημοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν ομαλά σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες, κυρίως γιατί εξασφαλίζεται κλίμα συναίνεσης, λόγω της ανόδου του βιοτικού επιπέδου και της πολιτικής κοινωνικών παροχών -που εφαρμόζεται τόσο από σοσιαλδημοκρατικές όσο και από συντηρητικές κυβερνήσεις- αλλά και εξαιτίας των έντονων αντιφασιστικών αισθημάτων των λαών, που μόλις πρόσφατα είχαν βγει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κατά τη δεκαετία του '50 και ενώ συνεχίζεται η έντονη πολιτιστική δραστηριότητα που άρχισε μετά τον πόλεμο, διαμορφώνονται ρεύματα αμφισβήτησης του κατεστημένου τρόπου ζωής και των κομφορμιστικών αξιών, που εκφράζονται κυρίως από τμήματα της εργατικής και σπουδάζουσας νεολαίας. Στις ΗΠΑ συνδέονται και με τη μουσική ροκ, που διαδίδεται ταχύτατα σε όλο τον δυτικό κόσμο.

 

Η Ελλάδα εισέρχεται στη δεκαετία του '50 μετά από μια περίοδο πολεμικών περιπετειών με καταστροφικές και δραματικές συνέπειες. Για τη μεγάλη πλειονότητα του λαού το βιοτικό επίπεδο βρίσκεται πολύ κάτω από το προπολεμικό, με κυρίαρχο το πρόβλημα της ανεργίας που μέχρι τις αρχές της επόμενης δεκαετίας ξεπερνάει σταθερά το 20% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Εκτός από τις καταστροφές στις παραγωγικές δομές που προκάλεσαν οι πόλεμοι και η Κατοχή, την ανεργία ενέτεινε η εγκατάλειψη της υπαίθρου από μεγάλο μέρος του πληθυσμού της που συνέρρεε κυρίως στο λεκανοπέδιο Αττικής και δευτερευόντως στη Θεσσαλονίκη, ως συνέπεια των συνθηκών εξαθλίωσης, αλλά και του καθεστώτος αστυνομοκρατίας και τρομοκρατίας που ήταν πολύ πιο έντονο  στην επαρχία.

Τεράστιες διαστάσεις προσέλαβε η μετανάστευση, κατευθυνόμενη κατά τη δεκαετία του '50 προς τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία κ.λπ., ενώ κατά τη δεκαετία του '60 στρέφεται κυρίως σε χώρες ευρωπαϊκές και ιδιαίτερα προς τη Δυτική Γερμανία. Υπολογίζεται πως οι μετανάστες ξεπέρασαν το ενάμισι εκατομμύριο, αντιπροσωπεύοντας το ένα τρίτο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας.

Παρ’ όλ' αυτά, κατά τη δεκαετία του '50 τέθηκαν οι βάσεις της μεταπολεμικής οικονομικής ανασυγκρότησης, που θεμελιώθηκε στην ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας -η οποία πολύ σύντομα αναδείχτηκε και πάλι σε μια από τις ισχυρότερες του πλανήτη-, της βιομηχανίας και κυρίως των κατασκευών, που αναπτύχθηκαν με πρωτοφανείς ρυθμούς και αναδείχτηκαν σε ατμομηχανή της οικονομίας.

Η ανεμπόδιστη συσσώρευση του κεφαλαίου στηρίζεται στην αξιοποίηση της ανεργίας που καθηλώνει το εργατικό εισόδημα και στην  εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, η συνδικαλιστική δραστηριότητα της οποίας έχει τεθεί υπό αστυνομικό έλεγχο. Παράλληλα, επιχειρείται η εξασφάλιση της στήριξης του αστικού συνασπισμού εξουσίας με την ενίσχυση μεσοστρωμάτων και μικροϊδιοκτητικών στρωμάτων, καθώς και με τη συγκρότηση ενός ισχυρού γραφειοκρατικού μηχανισμού, από τον οποίο αποκλείονται οι πολίτες που έχουν αριστερή ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση.

Καθώς ήδη από τη μεταβαρκιζιανή περίοδο η πραγματική εξουσία ασκείται από τη Δεξιά -ανεξάρτητα από το ποια είναι η εκάστοτε κυβέρνηση- η πολιτική αποκλεισμού επεκτείνεται σε μεγάλο βαθμό στο σύνολο των πολιτικών της αντιπάλων. Αυτή η κυριαρχία των συντηρητικών δυνάμεων σε όλους τους τομείς της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής έχει ως συνέπεια και την παρεμβολή σημαντικών εμποδίων στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων που υπερβαίνουν το πλαίσιο που αυτές θέτουν. Αποτέλεσμα είναι η αναδιάταξη των κοινωνικών συμμαχιών κατά την επόμενη δεκαετία, όταν ακόμη και σημαντικά τμήματα της αστικής τάξης και των μεσοστρωμάτων προσανατολίζονται  σε εκσυγχρονιστική κατεύθυνση, προτάσσοντας το ζήτημα του εκδημοκρατισμού της πολιτικής ζωής, με την κατάργηση του παραταξιακού «Κράτους της Δεξιάς». Πρώτα και κύρια, με την αποκατάσταση των αστικοδημοκρατικών θεσμών, που παραβιάζονταν σταθερά από την κυριαρχία του παρασυντάγματος των έκτακτων αντικομμουνιστικών μέτρων και τον ιδιαίτερο ρόλο του βασιλιά, του στρατού και των Αμερικανών. 

Ενώ η ιδεολογία της «εθνικοφροσύνης» και του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια του Εμφυλίου, κυριαρχεί καταθλιπτικά στον κρατικό πολιτικό λόγο, στην εκπαίδευση, στην επίσημη πολιτιστική ζωή κ.λπ., μεγάλα τμήματα του εργαζόμενου λαού -κυρίως η πλειονότητα της εργατικής τάξης- εξακολουθούν να επηρεάζονται από τη λαϊκοδημοκρατική ιδεολογία. Η εθνική ανεξαρτησία (που εκφράζεται ως αντιιμπεριαλισμός και αντίθεση στη συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ), η δημοκρατία και η κοινωνική δικαιοσύνη συμπυκνώνονται στο αίτημα της «Αλλαγής», που όπως και το παλιότερο αίτημα της «Λαοκρατίας» ταυτίζεται στη λαϊκή συνείδηση με μια διαδικασία συνολικότερου κοινωνικού μετασχηματισμού.

Εντούτοις, τώρα πια υπάρχει και η επίγνωση του αρνητικού συσχετισμού που διαμόρφωσε η ήττα κατά τον Εμφύλιο. Αυτή είναι που ωθεί μεγάλα τμήματα του εαμογενούς κόσμου να στηρίζει εκλογικά αστικές αντιδεξιές δυνάμεις, αν και ο ιδεολογικός του προσανατολισμός εκφράζεται σταθερά με την υπερψήφιση της Αριστεράς σε αυτοδιοικητικές εκλογές, σε αρχαιρεσίες φορέων του μαζικού κινήματος κ.λπ.

Χαρακτηριστικό της ευρύτατης απήχησης της λαϊκοδημοκρατικής ιδεολογίας αποτελεί η ανάδειξη του κοινωνικού λαϊκού τραγουδιού σε μέσο πολιτιστικής έκφρασης της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Το κοινωνικό λαϊκό τραγούδι εκφράζει τη λαϊκή αντίθεση στην κυρίαρχη πραγματικότητα, ενώ η θεματική των κοινωνικών αντιθέσεων χαρακτηρίζει σε σημαντικό βαθμό και άλλα είδη τέχνης. Οι νέες λαϊκές πολιτιστικές εκφράσεις αποτέλεσαν τη βάση για τη μεγάλη πολιτιστική έκρηξη της περιόδου 1960-67.

Αμέσως μετά τη λήξη του Εμφυλίου η λαϊκή αντίθεση στην κυριαρχία της Δεξιάς εκφράστηκε με την ανάδειξη κυβερνήσεων κεντρώων από τις εκλογές του 1950 και '51. Ιδιαίτερα ενισχυμένο ήταν το κόμμα της Εθνικής Προοδευτικής Ένωσης Κέντρου (ΕΠΕΚ) του Πλαστήρα, που τοποθετούνταν στον χώρο της Κεντροαριστεράς και το οποίο υπερψηφιζόταν κυρίως από εαμογενείς ψηφοφόρους, ενώ τον παραδοσιακά βενιζελικό κόσμο εξέφραζε, κυρίως, το Κόμμα των Φιλελευθέρων.

Η Αριστερά εκφράστηκε στις εκλογές του Μαρτίου 1950 με τον συνασπισμό της Δημοκρατικής Παράταξης, που συγκρότησαν μικρά κόμματα και την οποία στήριξε και το παράνομο ΚΚΕ. Το 9,7% που πήρε (ποσοστό που στις εργατικές συνοικίες των μεγάλων αστικών κέντρων ξεπερνούσε το 30%) θεωρήθηκε επιτυχία, λίγους μήνες μετά τη λήξη του Εμφυλίου. Το 1951 ιδρύθηκε η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ), με πρωτοβουλία των κομμουνιστών, και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου πήρε 10,6%.

Στη Δεξιά συνέχισε να κυριαρχεί έως το 1951 το Λαϊκό Κόμμα, αλλά το σύνολο σχεδόν των δυνάμεών της εκφράστηκε κατόπιν από τον Ελληνικό Συναγερμό που ίδρυσε ο επικεφαλής του κυβερνητικού στρατού κατά την τελευταία περίοδο του Εμφυλίου, Αλέξανδρος Παπάγος.

Οι κεντρώες κυβερνήσεις πολιτεύτηκαν στο πλαίσιο των περιορισμών που έθεταν η δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας και οι προτεραιότητες της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης. Η εξωτερική πολιτική ήταν σαφώς προσανατολισμένη στη Δύση (ένταξη στο ΝΑΤΟ, συμμετοχή στον πόλεμο της Κορέας κ.λπ.), ενώ ο αντικομμουνισμός φτάνει στο αποκορύφωμά του με την εκτέλεση, τον Μάρτιο 1952, τεσσάρων κομμουνιστών, μεταξύ των οποίων και του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Νίκου Μπελογιάννη.

Από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1952, που έγιναν με πλειοψηφικό σύστημα κατόπιν απαίτησης των Αμερικανών, αναδείχτηκε κυβέρνηση του Παπάγου. Η ΕΔΑ, που απέρριψε πρόταση στήριξης των κεντρώων κομμάτων, έμεινε εκτός Βουλής, παίρνοντας το 9,5%, και ο κεντρώος χώρος μπήκε σε μια μακρόχρονη περίοδο μεγάλης πολυδιάσπασης.

Η πλήρης κυριαρχία της Δεξιάς, που επικυρώνει το αποτέλεσμα του Εμφυλίου, εκφράζεται με μια πολιτική που ευνοεί την ανεμπόδιστη καπιταλιστική συσσώρευση και θέτει τις βάσεις για την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού με εξαιρετικά μεγάλους ρυθμούς, από τις αρχές της δεκαετίας του '60 μέχρι τη διεθνή οικονομική κρίση του 1973. Ταυτόχρονα, ο δυτικός προσανατολισμός επιβεβαιώνεται με την εγκατάσταση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην Ελλάδα, ενώ συνεχίζονται οι αντικομμουνιστικές διώξεις. Αν και από το 1955 έχουν σταματήσει οι εκτελέσεις, χιλιάδες κομμουνιστές παραμένουν φυλακισμένοι ή εξόριστοι.

Μετά τον θάνατο του Παπάγου, το 1955, πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος ιδρύει το κόμμα της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ). Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1956 η ΕΡΕ κερδίζει την πλειοψηφία στη Βουλή, αν και μειοψήφισε σε σχέση με τη Δημοκρατική Ένωση, την εκλογική συνεργασία της αντιπολίτευσης στην οποία συμμετείχε και η ΕΔΑ. Δύο χρόνια αργότερα, τον Μάιο 1958, η ΕΔΑ αναδεικνύεται αξιωματική αντιπολίτευση, κερδίζοντας το 24,4% των ψήφων. Επρόκειτο για μια σημαντική επιτυχία της ελληνικής Αριστεράς, λίγα μόλις χρόνια μετά την ήττα της στον Εμφύλιο.

Σημαντικό ζήτημα αποτελεί ο αγώνας των Κυπρίων κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας, με στόχο την Ένωση με την Ελλάδα. Τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στις σχέσεις με συμμαχικές χώρες (τη Μ. Βρετανία και την Τουρκία), επιχειρήθηκε να ξεπεραστούν με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου το 1960. Οι συνταγματικές ρυθμίσεις που δεν έπαιρναν υπόψη την πληθυσμιακή σύνθεση του νησιού (κατά 80% ελληνική) και η αναγνώριση της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Μ. Βρετανίας ως εγγυητριών δυνάμεων, θα αποτελέσουν τα επόμενα χρόνια αιτία σοβαρών κρίσεων, που θα επηρεάσουν άμεσα τις πολιτικές εξελίξεις και στην Ελλάδα.

Η ανησυχία που προκάλεσε η ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση συνέβαλε στην ίδρυση της Ένωσης Κέντρου το 1961, ώστε να υπάρξει εναλλακτική διέξοδος σε καθεστωτικό πλαίσιο. Εντούτοις, οι εκλογές βίας και νοθείας του Οκτωβρίου, που στράφηκε και κατά του Κέντρου, ανέδειξαν και πάλι κυβέρνηση της Δεξιάς.

Η τελευταία διετία (1961-63) της διακυβέρνησης Καραμανλή χαρακτηρίστηκε από την εκρηκτική άνοδο εργατικών, νεολαιίστικων και λαϊκών αγώνων, αλλά και από εντεινόμενη πολιτική κρίση, καθώς η Ένωση Κέντρου είχε κηρύξει Ανένδοτο Αγώνα κατά της κυβέρνησης, αρνούμενη να αναγνωρίσει τα αποτελέσματα των εκλογών. Αναλάμβανε, έτσι, την πρωτοβουλία κινήσεων έναντι της Αριστεράς, επιδιώκοντας να εκφράσει τις διαθέσεις της πλειονότητας του λαού ενάντια στο «Κράτος της Δεξιάς».

 

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '60 συντελούνται σημαντικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Ενώ η ΕΣΣΔ προωθεί την πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης, στο πλαίσιο της οποίας βελτιώνονται οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ, οι αντιδράσεις της Λαϊκής Κίνας οδηγούν σε σοβιετοκινεζική ρήξη το 1963. Παράλληλα, αναπτύσσονται ανιαποικιοκρατικοί και αντιιμπεριαλιστικοί αγώνες που καταλήγουν στην κατάρρευση του αποικιοκρατικού συστήματος στην Αφρική, η νίκη της Κουβανικής Επανάστασης πυροδοτεί την έκρηξη επαναστατικών κινημάτων σε μια σειρά λατινοαμερικανικές χώρες και η ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα κατά του καθεστώτος του Νοτίου Βιετνάμ προκαλεί τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ. Ο πόλεμος του Βιετνάμ θα προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις και την έκρηξη αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων ακόμη και στις ίδιες τις ΗΠΑ.

Σε μια περίοδο κατά την οποία συνεχίζεται η οικονομική ανάπτυξη τόσο στις καπιταλιστικές όσο και στις σοσιαλιστικές χώρες, ενώ δημιουργούνται όροι ανάπτυξης και σε δεκάδες χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου», αναπτύσσονται παράλληλα και ισχυρά κινήματα αμφισβήτησης που προσλαμβάνουν εκρηκτικές διαστάσεις. Στη Δύση αποκορυφώνονται με τη νεολαιίστικη και εργατική εξέγερση του Μάη του 1968 στη Γαλλία, με το ιταλικό Θερμό Φθινόπωρο του 1969 κ.λπ.,  και στην Ανατολή εκφράζονται με την Κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση και με την απόπειρα μεταρρύθμισης στην Τσεχοσλοβακία, που ανακόπηκε με σοβιετική εισβολή τον Αύγουστο 1968. Ο αντιιμπεριαλισμός εκφράζεται με τον ένοπλο αγώνα του λαού του Βιετνάμ, που επεκτάθηκε και στις γειτονικές χώρες (Καμπότζη και Λάος), την αντίσταση των Παλαιστινίων στην ισραηλινή κατοχή, που δυνάμωσε μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1967, τα ένοπλα κινήματα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική κ.λπ.

 

Στην Ελλάδα η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη τον Μάιο 1963, αποκαλύπτοντας τις διασυνδέσεις κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών, συμβάλλει καθοριστικά στην πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή. Στις εκλογές του Νοεμβρίου η Ένωση Κέντρου αναδεικνύεται πρώτο κόμμα και στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 εξασφαλίζει την απόλυτη πλειοψηφία με το 53%, έχοντας πριμοδοτηθεί και από την ΕΔΑ.

Η κεντρώα κυβέρνηση του Γεώργιου Παπανδρέου επιχειρεί έναν στοιχειώδη εκδημοκρατισμό, αντιμετωπίζοντας ισχυρές αντιδράσεις από τη Δεξιά, αλλά και μεγάλες πιέσεις από το εργατικό και λαϊκό κίνημα. Η προσπάθειά της να περιορίσει τον παραταξιακό χαρακτήρα του στρατού, καθώς και η απροθυμία της να ακολουθήσει τις αμερικανικές υποδείξεις για την επίλυση του Κυπριακού σε νατοϊκό πλαίσιο, υπήρξαν βασικές αιτίες για την πραξικοπηματική ανατροπή της, τον Ιούλιο 1965. Ο διορισμός από τον βασιλιά Κωνσταντίνο -που είχε διαδεχτεί τον πατέρα του Παύλο, ο οποίος είχε μείνει στον θρόνο από το 1947 έως τον θάνατό του, το 1964- κυβερνήσεων από βουλευτές που αποστάτησαν από την Ένωση Κέντρου, προκάλεσε λαϊκή έκρηξη με συνεχείς μαχητικές διαδηλώσεις. Τα Ιουλιανά υπήρξαν μία από τις μεγάλες στιγμές στην ιστορία των αγώνων του ελληνικού λαού, εκφράζοντας συνολικότερη αμφισβήτηση του μετεμφυλιακού καθεστώτος.

Η βεβαιότητα της νίκης των αντιδεξιών δυνάμεων σε ενδεχόμενες εκλογές παρέτεινε την πολιτική κρίση, ενώ στις γραμμές του στρατού εντείνονταν διεργασίες για την επιβολή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Στην κατεύθυνση αυτή κινούνταν η «χούντα των στρατηγών» που συνδεόταν με τον βασιλιά και την ΕΡΕ, την οποία όμως πρόλαβε η «χούντα των συνταγματαρχών», με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Η επιβολή της δικτατορίας βρήκε απροετοίμαστη την Αριστερά και το λαϊκό κίνημα. Ενώ χιλιάδες στελέχη εξορίζονται, η Αντίσταση διεξάγεται από αριστερές και κεντροαριστερές οργανώσεις χωρίς μαζική λαϊκή συμμετοχή, με κορυφαία εκδήλωση την απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου από τον Αλέκο Παναγούλη, τον Αύγουστο 1968.

Σοβαρά προβλήματα προκάλεσε τον ίδιο χρόνο  η διάσπαση του ΚΚΕ, από την οποία προήλθαν δύο κόμματα. Αυτό που τελικά αναγνωρίστηκε ως ΚΚΕ και το οποίο διατήρησε την παραδοσιακή φυσιογνωμία του και τον φιλοσοβιετικό προσανατολισμό, και το ΚΚΕ εσωτερικού, το οποίο έθεσε το ζήτημα της ανανέωσης του κομμουνιστικού κινήματος, αν και η φυσιογνωμία που διαμόρφωσε χαρακτηρίστηκε σοσιαλδημοκρατική. Έξω από τα δύο ΚΚΕ διαμορφώθηκε ο χώρος της άκρας Αριστεράς, από οργανώσεις τροτσκιστικών, μαοϊκών κ.ά. αναφορών.

Έχοντας ξεπεράσει τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στα τέλη του '67, με την κρίση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και με την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος από τον βασιλιά, η χούντα σταθεροποίησε την εξουσία της τα επόμενα χρόνια, αξιοποιώντας την ευνοϊκή διεθνή οικονομική συγκυρία και την απόδοση των μεταπολεμικών αναπτυξιακών πολιτικών. Παράλληλα, η μαζική μετανάστευση, που αποκορυφώθηκε αυτή την περίοδο, έδωσε τη δυνατότητα να αντιμετωπιστεί η ανεργία και να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, αν και με ρυθμούς που απείχαν πολύ από την αύξηση της παραγωγικότητας και την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Μαζικό αντιδικτατορικό κίνημα εμφανίζεται από το 1972, με πρωτοπόρο τον φοιτητικό χώρο, ενώ το καλοκαίρι του 1973, μετά από απόπειρα αντιδικτατορικού κινήματος στο Πολεμικό Ναυτικό, ανακηρύσσεται η αβασίλευτη Δημοκρατία με πρόεδρο τον Παπαδόπουλου και δρομολογείται η «φιλελευθεροποίηση» του καθεστώτος. Επιχειρείται, δηλαδή, η νομιμοποίησή του, μέσα από ελεγχόμενες εκλογικές διαδικασίες. Τη «φιλελευθεροποίηση» ανακόπτει η εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973, που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία των μικρών δυνάμεων της άκρας Αριστεράς, αλλά με τη συμμετοχή και των αγωνιστών των δύο ΚΚΕ και πολλών άλλων ανένταχτων αριστερών και δημοκρατών.

Την καταστολή της εξέγερσης ακολούθησε η ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Δημήτρη Ιωαννίδη. Η νέα χούντα, επιχειρώντας βίαιη δρομολόγηση λύσης του Κυπριακού σε νατοϊκό πλαίσιο, οργάνωσε και πραγματοποίησε -με τη συμβολή της τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β' που δρούσε από το 1971- το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 για την ανατροπή του προέδρου της Κύπρου Μακάριου, δίνοντας το πρόσχημα στην Τουρκία να εισβάλει στο νησί. Συνέπεια αυτών των εξελίξεων υπήρξε η αποχώρησή της από την εξουσία, στις 24 Ιουλίου 1974.

 

 

Χρονολόγιο

 

1950-52: Κυβερνήσεις κεντρώες.

1951: Ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ.

1952: Άνοδος της Δεξιάς στην κυβερνητική εξουσία, με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Παπάγο.

1955: Έναρξη του ένοπλου αγώνα στην Κύπρο.

           Θάνατος του Παπάγου. Πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

1958: Ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση.

1959-60: Λήξη του Κυπριακού Αγώνα. Ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

1961: Ίδρυση της Ένωσης Κέντρου.

          Εκλογές βίας και νοθείας. Κήρυξη Ανένδοτου Αγώνα από την Ένωση Κέντρου.

1963: Δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη.

          Πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή.

          Εκλογική νίκη της Ένωσης Κέντρου. Κυβέρνηση Γεώργιου Παπανδρέου.

1964: Εκλογικός θρίαμβος της Ένωσης Κέντρου.

          Θάνατος του Παύλου. Βασιλιάς ο Κωνσταντίνος Β΄.

1965: Βασιλικό πραξικόπημα και αντικατάσταση της κυβέρνησης Παπανδρέου από  

          κυβερνήσεις αποστατών.

          Εξέγερση των Ιουλιανών.

1967: Στρατιωτικό πραξικόπημα και επιβολή δικτατορίας.

          Αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος από τον βασιλιά.

1968: Διάσπαση του ΚΚΕ.

          Απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου από τον Αλέκο Παναγούλη.

1971: Ίδρυση της τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ Β΄ στην Κύπρο.

1973: Κατάργηση της βασιλείας. Διαδικασίες «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος και σχηματισμός κυβέρνησης από τον Σπύρο Μαρκεζίνη.

          Εξέγερση του Πολυτεχνείου.

          Ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Δημήτρη Ιωαννίδη.

1974: Πραξικόπημα για την ανατροπή του Μακάριου στην Κύπρο.

          Τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

          Κατάρρευση της δικτατορίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

6. Η πρώτη μεταπολιτευτική περίοδος (1974-89)

 

Η πτώση του δικτατορικού καθεστώτος στην Ελλάδα έγινε σε μια περίοδο που χαρακτηριζόταν από σημαντικές εξελίξεις στη διεθνή πραγματικότητα, με κύριο στοιχείο το ξέσπασμα, το 1973, οικονομικής κρίσης, την οποία προκάλεσε η κατακόρυφη αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Η κρίση έθεσε τέρμα στη μεταπολεμική ανάπτυξη των καπιταλιστικών χωρών και αποτέλεσε την αφετηρία για την εγκατάλειψη των κεϊνσιανών πολιτικών και αναζήτηση διεξόδου σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση.

Ενώ κατέρρεαν οι δικτατορίες της Μεσογείου (Τουρκία, Πορτογαλία, Ελλάδα και Ισπανία), δικτατορικά καθεστώτα επιβλήθηκαν σε μια σειρά χώρες της Λατινικής Αμερικής (Χιλή, όπου ανακόπηκε η απόπειρα ειρηνικής μετάβασης στον σοσιαλισμό, Ουρουγουάη, Αργεντινή κ.λπ.), με εμπλοκή των ΗΠΑ. Σε αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε η Νικαράγουα, όπου το 1979 ανατράπηκε η δικτατορία και στην εξουσία ανήλθε το επαναστατικό κίνημα των Σαντινίστας. Η νίκη της Ιρανικής Επανάστασης, αναδεικνύοντας στην εξουσία τους ισλαμιστές, ανοίγει τον δρόμο για την ανάπτυξη ισλαμιστικών κινημάτων σε μια σειρά μουσουλμανικές χώρες.

Την ίδια περίοδο τερματίστηκε ο πόλεμος στην Ινδοκίνα με νίκη των επαναστατικών κινημάτων, ενώ απελευθερώθηκαν και οι πορτογαλικές αποικίες στην Αφρική και την Άπω Ανατολή. Οι εξελίξεις αυτές ενίσχυσαν το σοβιετικό στρατόπεδο και παράλληλα εντάθηκαν οι διαδικασίες ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών με συμφωνίες, κυρίως μεταξύ της ΕΣΣΔ και των ΗΠΑ.

Η δεκαετία του 1980 χαρακτηρίστηκε από την ανατροπή του κλίματος που επικρατούσε διεθνώς κατά την περίοδο 1960-75. Ο νεοφιλελευθερισμός αναδεικνύεται σε κυρίαρχη πολιτική στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες, ενώ οι ΗΠΑ, ενισχύοντας τους στρατιωτικούς τους εξοπλισμούς, υποχρεώνουν σε ανάλογη προσπάθεια και την ΕΣΣΔ, η οποία από το 1979 είχε εμπλακεί σε πόλεμο στο Αφγανιστάν για τη στήριξη του φιλοσοβιετικού καθεστώτος ενάντια στο ενισχυόμενο από τους Αμερικανούς ισλαμιστικό αντάρτικο.

Παρά τη διεύρυνση των διεθνών συμμαχιών της, η ΕΣΣΔ έχει μπει ήδη από τη δεκαετία του '70 σε μια περίοδο οικονομικής στασιμότητας, όπως και οι άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Το έντονα γραφειοκρατικό καθεστώς μπήκε κατά τη δεκαετία του 1980 σε σοβαρή κρίση, που εκδηλώθηκε από τις αρχές της με τους μεγάλους απεργιακούς αγώνες στην Πολωνία. Η αντιμετώπιση των προβλημάτων επιχειρήθηκε με την «Περεστρόικα», την πολιτική και οικονομική φιλελευθεροποίηση που εισήγαγε ο σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, στο πλαίσιο της οποίας προωθήθηκε και πολιτική τερματισμού του Ψυχρού Πολέμου με τη Δύση. Εντούτοις, οι μεταρρυθμίσεις απελευθέρωσαν ισχυρές αντικαθεστωτικές τάσεις, που κατέληξαν, στα 1989-91,  στις καταρρεύσεις των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης και στη διάλυση της ΕΣΣΔ.

Σε κατεύθυνση καπιταλιστικής ανάπτυξης μπήκε και η Κίνα, μετά τον θάνατο του Μάο και την ήττα της αριστερής πτέρυγας του Κ.Κ. το 1976. Εντούτοις, η φιλελευθεροποίηση στην οικονομία δεν συνοδεύτηκε και με πολιτικό εκδημοκρατισμό και η εξέγερση του 1989 στην πλατεία Τιέν Αν Μεν του Πεκίνου καταστάλθηκε βίαια.

Ενώ το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε υποχώρηση, σε μια σειρά χώρες, κυρίως της Ευρώπης, αναπτύσσονται νέα κινήματα και κυρίως το οικολογικό, ως συνέπεια της όξυνσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων που προκάλεσε η καπιταλιστική ανάπτυξη. Αν και κατά τις δύο προηγούμενες δεκαετίες είχαν υπάρξει σημαντικές πρόοδοι σε ζητήματα κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αλλαγές στην κοινωνική αντίληψη για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και για την αντιμετώπιση των φυλετικών διακρίσεων, η δεκαετία του '80 χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση και αντίστροφων τάσεων, με την ανάπτυξη ρευμάτων νεοσυντηρητικών και ρατσιστικών.

 

Στην Ελλάδα η πτώση της δικτατορίας συμπαρασύρει και το μετεμφυλιακό καθεστώς των έκτακτων αντικομμουνιστικών μέτρων. Για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες λειτουργούν ανεμπόδιστα οι αστικοδημοκρατικοί θεσμοί, ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του '80 εξαλείφθησαν και οι περιορισμοί των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.

Σημαντικές υπήρξαν οι εξελίξεις και στην οικονομική ζωή της χώρας, καθώς τερματίστηκε η μεταπολεμική αναπτυξιακή διαδικασία, αλλά ο αναπροσανατολισμός του κεφαλαίου στον περιορισμό της βιομηχανικής παραγωγής συνάντησε ισχυρές αντιστάσεις που υποχρέωσαν στη συνέχιση της λειτουργίας εκατοντάδων μονάδων ως κρατικής ιδιοκτησίας. Αυτή η εξέλιξη είχε ως συνέπεια την ισχυροποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος των εργαζομένων και την υπεράσπιση των εργατικών κατακτήσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία επέλαυνε διεθνώς ο νεοφιλελευθερισμός. Παράλληλα, από τα τέλη της δεκαετίας του '70 έχει σταματήσει και η εξωτερική μετανάστευση, ενώ περιορίστηκε αισθητά και η μετακίνηση πληθυσμών από την ύπαιθρο προς τα μεγάλα αστικά κέντρα.

Η επίσημη ιδεολογία εγκαταλείπει τις αναφορές στην εθνικοφροσύνη και τον αντικομμουνισμό. Στη θέση τους τίθεται η ιδέα της ευρωπαϊκής οικονομικά αναπτυγμένης και δημοκρατικής Ελλάδας, που συνδέεται με τον προσανατολισμό του ελληνικού κεφαλαίου προς την ΕΟΚ, της οποίας η χώρα γίνεται πλήρες μέλος το 1979.

Η λαϊκοδημοκρατική ιδεολογία εκφράζεται, όπως και προδικτατορικά, με την επιδίωξη της «Αλλαγής». Την ολοκλήρωση, δηλαδή, του εκδημοκρατισμού της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, και την προώθηση μέτρων κοινωνικής δικαιοσύνης και κοινωνικού μετασχηματισμού σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, ισχυρός παραμένει ο αντιιμπεριαλισμός, που εκδηλώνεται ως αντίθεση στην πολιτική των ΗΠΑ, αλλά και στην ένταξη στην ΕΟΚ, ενισχυμένος και από τη λαϊκή αντίθεση στη φιλοτουρκική νατοϊκή πολιτική. Στη βάση αυτής της ιδεολογίας πραγματοποιείται η συσπείρωση ευρύτατων λαϊκών μαζών γύρω από το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ) του Ανδρέα Παπανδρέου, το οποίο ανέρχεται στην εξουσία, αξιοποιώντας και την κρίση και πολυδιάσπαση της κομμουνιστικής Αριστεράς.

Κατά τη δεκαετία του '80 η λαϊκοδημοκρατική ιδεολογία, ως έκφραση του πλειοψηφικού ρεύματος του ΠΑΣΟΚ, χάνει σταδιακά τα ριζοσπαστικά της χαρακτηριστικά, μετασχηματιζόμενη σε σοσιαλδημοκρατική, που επιτρέπει την αποδοχή του κυρίαρχου αστικού ιδεολογικού προσανατολισμού (ευρωπαϊσμός και οικονομική ανάπτυξη) από ευρύτατες λαϊκές μάζες και κυρίως από τα μικροαστικά στρώματα. Η μετεξέλιξη αυτή είναι εμφανής και στην υποχώρηση της πολιτιστικής δραστηριότητας των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, ενώ και το λαϊκό τραγούδι εκφράζεται πλέον με μορφές διαταξικής απεύθυνσης (ελαφρολαϊκό, σκυλάδικο κ.λπ.).

Με την πτώση της δικτατορίας, η εξουσία περιέρχεται στις αστικές δημοκρατικές δυνάμεις και σχηματίζεται κυβέρνηση από τον Καραμανλή, που αναλαμβάνει την αντιμετώπιση της ελληνοτουρκικής κρίσης και τη διαδικασία αποκατάστασης της δημοκρατίας. Αντιδρώντας στην προώθηση των τουρκικών θέσεων στην Κύπρο με την κατάληψη των δύο πέμπτων του νησιού, η κυβέρνηση προχωράει στην αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και επιδιώκοντας τη διαμόρφωση κλίματος πολιτικής ομαλότητας νομιμοποιεί το κομμουνιστικό κίνημα.

Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1974 η Νέα Δημοκρατία, το νέο κόμμα που ίδρυσε ο Καραμανλής, τοποθετημένο στον χώρο της Κεντροδεξιάς, κέρδισε το 54% των ψήφων, έναντι 21% της Ένωσης Κέντρου, 13% του ΠΑΣΟΚ  και 9,5%  της εφήμερης εκλογικής σύμπραξης της Ενωμένης Αριστεράς. Η υπερψήφιση της Ν.Δ. αποτελούσε συνέπεια της ανησυχίας μεγάλων τμημάτων του ελληνικού λαού για ενδεχόμενη νέα εκτροπή, στην περίπτωση που η εξουσία περνούσε σε ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις.

Τον Δεκέμβριο 1974 διενεργήθηκε δημοψήφισμα με το οποίο καταργήθηκε ο βασιλικός θεσμός και η μεταπολιτευτική Δημοκρατία εδραιώθηκε με τις δίκες των πραξικοπηματιών του 1967 και τη φυλάκισή τους.

Τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης χαρακτηρίστηκαν από την ανάπτυξη των μαζικών κινημάτων, στην πρωτοπορία των οποίων βρέθηκε το βιομηχανικό προλεταριάτο. Το κλίμα του λαϊκού και νεολαιίστικου ριζοσπαστισμού εκφράστηκε και με το εκλογικό αποτέλεσμα του Νοεμβρίου 1977, όταν η δύναμη της Ν.Δ. περιορίστηκε στο 41%. Αξιωματική αντιπολίτευση αναδείχτηκε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο τα επόμενα χρόνια απορρόφησε τις δυνάμεις του Κέντρου, ενώ στην κομμουνιστική Αριστερά επικράτησε το ΚΚΕ. Σε κοινοβουλευτική δύναμη αναδείχτηκε και η ακροδεξιά Εθνική Παράταξη με το 7%, που σύντομα το μεγαλύτερο μέρος της ενσωματώθηκε στη Ν.Δ.

Εργατικοί, λαϊκοί και νεολαιίστικοι αγώνες συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια, κατά τα οποία η Ελλάδα εντάχθηκε ως πλήρες μέλος στην ΕΟΚ και επέστρεψε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, ενώ το 1980 ο Καραμανλής μεταπήδησε στην Προεδρία της Δημοκρατίας και πρωθυπουργός ανέλαβε ο Γεώργιος Ράλλης.

Οι εκλογές του Οκτωβρίου 1981 αποτέλεσαν θρίαμβο για το ΠΑΣΟΚ, που πήρε το 48%, έναντι 33% της Ν.Δ. και 11% του ΚΚΕ. Η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, αν και δεν πραγματοποίησε τις υποσχέσεις για αποχώρηση από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ, και απομάκρυνση των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, ακολούθησε μια πολιτική ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής, σημαντικών μεταρρυθμίσεων στους τομείς του οικογενειακού δικαίου, της εκπαίδευσης, της υγείας, του συνδικαλισμού κ.λπ., και σε δραστικές παροχές προς τα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού. Ενίσχυσε, έτσι, τις σχέσεις εκπροσώπησης με μεγάλο μέρος των μικροαστικών στρωμάτων, αλλά και της εργατικής τάξης, περιορίζοντας τη δυνατότητα διεύρυνσης της επιρροής της κομμουνιστικής Αριστεράς.

Έχοντας επιβεβαιώσει την εκλογική της δύναμη στις εκλογές του Ιουνίου 1985, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ακολούθησε στη συνέχεια πολιτική «οικονομικής σταθεροποίησης», πλήττοντας το εισόδημα των εργαζομένων και προκαλώντας σοβαρές αντιδράσεις. Παράλληλα, η προσπάθεια κομματικού ελέγχου του κρατικού μηχανισμού και η εύνοια προς ανερχόμενους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες διαμόρφωσε αρνητικό κλίμα. Αν και από το 1988 εγκαταλείφθηκε η οικονομική πολιτική της λιτότητας, σοβαρά προβλήματα προκάλεσε η αποκάλυψη αλλεπάλληλων σκανδάλων, με κυριότερο το σκάνδαλο Κοσκωτά, στο οποίο ενεπλάκη και ο ίδιος ο Παπανδρέου.

Ενώ το ΚΚΕ εσ. –η εκλογική επιρροή του οποίου περιοριζόταν σε ποσοστά κάτω του 2% - διαλύθηκε και συγκροτήθηκαν δύο νέα κόμματα, η Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ) και το ΚΚΕ Εσ. / Ανανεωτική Αριστερά, στο ΚΚΕ  δρομολογήθηκαν διαδικασίες προσαρμογής του στις νέες κατευθύνσεις που εξέφραζε η πολιτική του Γκορμπατσόφ. Το 1989 το ΚΚΕ, η ΕΑΡ, μικρότερες αριστερές κινήσεις και ανεξάρτητοι παράγοντες συγκρότησαν τον Συνασπισμό της Αριστεράς.

Στις εκλογές του Ιουνίου 1989 πρώτο κόμμα αναδείχτηκε η Ν.Δ., με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, που σχημάτισε κυβέρνηση σε συνεργασία με τον Συνασπισμό, με πρωθυπουργό τον Τζανή Τζανετάκη. Σκοπός της συγκυβέρνησης, που εμφανίστηκε ως επισφράγιση της «εθνικής συμφιλίωσης» μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, ήταν η παραπομπή σε δίκη του Παπανδρέου και των άλλων στελεχών του ΠΑΣΟΚ που εμπλέκονταν στο σκάνδαλο Κοσκωτά.

Η αντίθεση στην συγκυβέρνηση, αλλά και συνολικά στην αλλαγή της πολιτικής του ΚΚΕ, είχε ως συνέπεια σοβαρή κρίση στις γραμμές του και κυρίως στη νεολαία του, την ΚΝΕ.

Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1989 -στις οποίες πρώτο κόμμα αναδείχτηκε και πάλι η Ν.Δ., ενώ περιορίστηκε η εκλογική δύναμη του Συνασπισμού- σχηματίστηκε Οικουμενική Κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Ξενοφώντα Ζολώτα. Ο σχηματισμός της, με τη συμμετοχή Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμού, ουσιαστικά έκλεισε την πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης, που χαρακτηριζόταν από την αντιπαράθεση μεταξύ των συντηρητικών δυνάμεων της Δεξιάς και των αντιδεξιών δυνάμεων της «Αλλαγής». Τώρα πια, το σύνολο των κοινοβουλευτικών πολιτικών δυνάμεων αναγνώρισε ως κοινούς στόχους την ανάπτυξη και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, υποβαθμίζοντας τις κοινωνικές-ταξικές αντιθέσεις.

 

 

Χρονολόγιο

 

1974: Κατάρρευση της δικτατορίας. Κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» των δυνάμεων της Δεξιάς και  

          του Κέντρου, με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

          Επέκταση της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο και αποχώρηση της Ελλάδας από το

          στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

          Νομιμοποίηση του ΚΚΕ.

          Εκλογική νίκη της Ν.Δ.

          Με δημοψήφισμα αποφασίζεται η κατάργηση της βασιλείας.

1977: Περιορισμένη εκλογική νίκη της Ν.Δ. Ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ σε αξιωματική αντιπολίτευση.

1979: Ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

1980: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Καραμανλής. Πρωθυπουργός ο Γεώργιος Ράλλης.

          Επανένταξη της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

1981: Εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ. Κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου.

1985: Νέα εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ. Πολιτική οικονομικής σταθεροποίησης.

1989: Κυβέρνηση Ν.Δ. και Συνασπισμού της Αριστεράς, με πρωθυπουργό τον Τζανή Τζανετάκη.

          Οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Ξενοφώντα Ζολώτα.