"Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη" Μίλαν Κούντερα

Γιώργος Αλεξάτος



gnalexatos@yahoo.gr

Δεκέμβρης '44. Συνέχιση της Εθνικής Αντίστασης ή Κοινωνική Επανάσταση;

2014-03-24 11:59

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε σε διάφορες ιστοσελίδες τον Δεκέμβριο 2013. Προστέθηκαν κάποιες συμπληρώσεις στις 3 Δεκεμβρίου 2016.

Τον Δεκέμβριο του 1974 σε πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» δημοσιευόταν μια καταγγελία κατά της «ύποπτης» Κομμουνιστικής Οργάνωσης «Μαχητής», εξαιτίας της αναγραφής σε τοίχους της Αθήνας του «προβοκατόρικου συνθήματος» «Ζήτω ο Κόκκινος Δεκέμβρης».
Τριάντα χρόνια μετά από τη μεγάλη Μάχη της Αθήνας, το ΚΚΕ εξακολουθούσε να επιμένει στην εκτίμηση ότι ο Δεκέμβρης του ’44 αποτέλεσε συνέχεια του αγώνα για Εθνική Απελευθέρωση, που αυτή τη φορά -μετά την εκδίωξη των γερμανών κατακτητών- διεξαγόταν ενάντια στη βρετανική στρατιωτική επέμβαση. Κατά συνέπεια, το σύνθημα «Ζήτω ο Κόκκινος Δεκέμβρης» θεωρούνταν αυτονόητα ύποπτο και προβοκατόρικο, καθώς για «κόκκινο Δεκέμβρη» έκανε σταθερά και επί δεκαετίες λόγο η αντικομμουνιστική προπαγάνδα, ισχυριζόμενη ότι τα Δεκεμβριανά του ’44 δεν ήταν παρά μια απόπειρα των κομμουνιστών να καταλάβουν βίαια την εξουσία.

Έκτοτε πολλά έχουν γραφτεί, πολλές αντικρουόμενες απόψεις έχουν εκφραστεί και το ζήτημα του χαρακτήρα της δεκεμβριανής ένοπλης αντιπαράθεσης εξακολουθεί να τίθεται προς συζήτηση, με αποκλίνουσες ή και διαμετρικά αντίθετες εκτιμήσεις όχι μόνο μεταξύ αριστερών και αστών ιστορικών, αλλά και μεταξύ των ίδιων των αριστερών ερευνητών της ιστορίας εκείνης της Μεγάλης Δεκαετίας του 1940. Αυτοί οι τελευταίοι διχάζονται, σε γενικές γραμμές, πάνω σε δύο καίριας σημασίας ζητήματα: στην εκτίμηση του χαρακτήρα της δεκεμβριανής σύγκρουσης και στο κατά πόσο η ήττα κατά τη σύγκρουση αυτή ήταν αναπόφευκτη.

Μπορούμε να πούμε ότι οι διαφορετικές απόψεις και εκτιμήσεις αφορούν κυρίως στο αν ο Δεκέμβρης αποτέλεσε πράγματι συνέχιση της εαμικής Εθνικής Αντίστασης με στόχο την κατάκτηση και διασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας ή αν επρόκειτο για ταξική αναμέτρηση, που προσέλαβε χαρακτηριστικά κοινωνικής επανάστασης. Είναι προφανές πως η συζήτηση αυτή οδηγεί αναπόφευκτα σε μια ευρύτερη αναζήτηση ως προς τον χαρακτήρα του ίδιου του εαμικού κινήματος, θέτοντας το καίριο ζήτημα της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ του αγώνα για εθνική απελευθέρωση και της προοπτικής κοινωνικού μετασχηματισμού.

Είναι γεγονός ότι η ιστορική πρωτοβουλία που ανέλαβε το ΚΚΕ το 1941 για τη συγκρότηση κινήματος Εθνικής Αντίστασης με στόχο την εθνική απελευθέρωση, του έδωσε τη δυνατότητα να ηγηθεί ενός ευρύτατου συνασπισμού λαϊκών κοινωνικών δυνάμεων που εκφράστηκαν μέσα από το ΕΑΜ. Μια σειρά λόγοι επέτρεψαν στο εαμικό κίνημα να αναπτυχθεί ραγδαία, καθιστώντας την ελληνική Εθνική Αντίσταση μοναδική σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη.

Δεν ήταν μόνο η ανάπτυξη ενός ένοπλου αντιστασιακού κινήματος, που μαζί με το γιουγκοσλάβικο ήταν το ισχυρότερο και πιο μαζικό, συγκρινόμενο με τα αντίστοιχα κινήματα άλλων κατεχόμενων χωρών. Η διαφορά του και από το κίνημα Εθνικής Αντίστασης της γειτονικής χώρας έγκειται στο ότι στην Ελλάδα η ένοπλη αντιστασιακή δράση συνοδευόταν και από την ανάπτυξη μαζικών κινημάτων τεραστίων διαστάσεων, μέσω των οποίων ευρύτατες λαϊκές μάζες εισέρχονταν δυναμικά στο προσκήνιο, διαμορφώνοντας όρους για μια άλλη προοπτική κατά τη μεταπελευθερωτική περίοδο, έτσι όπως εκφραζόταν με την προβολή του αιτήματος της «Λαοκρατίας».

Με το σύνολο, σχεδόν, των αστικών πολιτικών δυνάμεων να συνιστούν στάση αναμονής, αντιτιθέμενες στην ανάπτυξη μαζικού λαϊκού αντιστασιακού κινήματος -ακόμα και όταν δεν συνεργάζονταν αμέσως ή εμμέσως με τους κατακτητές- η ιστορική πρωτοβουλία του ΚΚΕ απελευθέρωσε μια δυναμική που όμοιά της δεν εμφανίστηκε σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Στην Ελλάδα δεν υπήρξε Ντε Γκωλ ούτε εκείνες οι αστικές αντιφασιστικές δυνάμεις που θα μπορούσαν ισότιμα με τους κομμουνιστές να συμβάλουν στον αντικατοχικό-αντιφασιστικό αγώνα, όπως συνέβη, π.χ., στην Ιταλία. Κατά συνέπεια, η λαϊκή διάθεση για τη διεξαγωγή εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα εκφράστηκε κατά κύριο λόγο από το ΕΑΜ, έτσι ώστε ήδη από το 1943 να τίθεται ζήτημα μεταπελευθερωτικής εξουσίας, ανεξαρτήτως των προθέσεων της ηγεσίας του κινήματος. Το ζήτημα τέθηκε πριν ακόμα ολοκληρωθεί ο αγώνας για την εθνική απελευθέρωση, κάτι που ενώ ήταν σαφές για τους αστούς πολιτικούς και τους Βρετανούς -που είχαν πολλούς λόγους να ενδιαφέρονται για τη μελλοντική τύχη του αστικού καθεστώτος στην Ελλάδα, άρα και τη διατήρηση των παραδοσιακών ελληνοβρετανικών σχέσεων- δεν μπόρεσε να γίνει αντιληπτό από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ.

Εγκλωβισμένο στη λογική που υπαγόρευε η στρατηγική των σταδίων, το ΚΚΕ αδυνατούσε να αντιληφθεί την πραγματικότητα που διαμόρφωσε η δυναμική της ίδιας του της ιστορικής πρωτοβουλίας. Επιμένοντας στη στρατηγική αυτή, εξακολουθούσε να βλέπει την εθνική απελευθέρωση σαν ένα πρώτο στάδιο που θα το ακολουθούσε η δημοκρατική επίλυση του πολιτικού ζητήματος της χώρας, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για τη διεκδίκηση της Λαϊκής Δημοκρατίας (της «Λαοκρατίας»), που με τη σειρά της θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για το πέρασμα, σε ένα τελικό στάδιο, στον σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Κατά συνέπεια, αδυνατώντας να συνδέσει άμεσα τον αγώνα για την εθνική απελευθέρωση με την προοπτική της λαϊκής εξουσίας, και ενώ ήδη ο αστισμός και οι βρετανοί προστάτες του συγκροτούσαν τον αντιεαμικό συνασπισμό, συναργαζόμενοι ακόμα και με δυνάμεις που είχαν τεθεί στην υπηρεσία των κατακτητών, η Αριστερά πολιτευόταν με την αυταπάτη της αποφυγής μιας αντιπαράθεσης που δεν εντασσόταν στους άμεσους σχεδιασμούς της. Ακόμα και όταν στα 1943-44 διαμορφώθηκαν στην Ελλάδα συνθήκες εμφύλιας σύγκρουσης.

Η επιμονή σ' αυτή τη στρατηγική και η αδυναμία κατανόησης μιας δυναμικής που θα υπαγόρευε την αντικατάστασή της από μια στρατηγική ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας, σε συνδυασμό με τη βαθιά διεθνιστική προσήλωση στον αντιφασιστικό αγώνα που διεξήγαγε η ΕΣΣΔ σε συμμαχία με τις δυτικές δυνάμεις -και με τη Μεγάλη Βρετανία- ήταν που οδήγησαν στους συμβιβασμούς του Λιβάνου και της Καζέρτας, και στην -από μια πρώτη ματιά, αδιανόητη- απόρριψη της δυνατότητας κατάληψης της εξουσίας τον Οκτώβριο 1944, όταν οι Γερμανοί έφευγαν από την Ελλάδα και σχεδόν παντού κυριαρχούσαν οι δυνάμεις του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.

Μέσα από μια τέτοια οπτική θα πρέπει να δούμε και τον Δεκέμβρη. Μια ένοπλη αντιπαράθεση με την οποία το ΚΚΕ δεν επιδίωκε, σε καμιά περίπτωση, την κατάληψη της εξουσίας, όπως ισχυρίζονται οι αντικομμουνιστές πλαστογράφοι της Ιστορίας, αλλά και διάφοροι ανανήψαντες ευφυολογούντες. Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως ένας τέτοιος προσανατολισμός υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού της ηγεσίας του κόμματος, κανένα από τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν επιβεβαιώνει μια τέτοια στόχευση.

Δεν πρόκειται μόνο για τους στρατιωτικούς χειρισμούς που, όντως, δεν έδειχναν καμιά τέτοια πρόθεση. Από την απροθυμία σύγκρουσης με τα βρετανικά στρατεύματα μέσα στην ίδια την Αθήνα κατά τις πρώτες και πλέον κρίσιμες μέρες της αντιπαράθεσης, μέχρι την ομαλή συνύπαρξη Βρετανών και ΕΛΑΣ στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, τη διεξαγωγή του αγώνα με ένα ελάχιστο τμήμα των διαθέσιμων ένοπλων δυνάμεων του κινήματος, την απασχόληση ισχυρών δυνάμεων, με επικεφαλής τον Βελουχιώτη και τον Σαράφη, στην Ήπειρο για τη διάλυση του ΕΔΕΣ, λόγω μιας ενδεχόμενης απόβασης βρετανικού στρατού από το μέτωπο της Ιταλίας, που εντούτοις αποβιβαζόταν ήδη στο Φάληρο κ.λπ.

Πρόκειται για μια συστηματική προσπάθεια συνδιαλλαγής και συμβιβασμού, με την εξασφάλιση, φυσικά, κάποιων αξιοπρεπών όρων. Όταν ένα επαναστατικό κόμμα επιχειρεί την κατάληψη της εξουσίας δεν καταθέτει προτάσεις ομαλής διεξόδου, κρατώντας, μάλιστα, τον κύριο όγκο της ένοπλης δύναμής του μακριά από εκεί όπου δίνεται η κρίσιμη μάχη.

Στην πραγματικότητα, ο Δεκέμβρης δεν ήταν ούτε συνέχιση της Εθνικής Αντίστασης ούτε και κοινωνική επανάσταση. Εμπεριέχοντας το στοιχείο του αγώνα για μια ανεξάρτητη και ακηδεμόνευτη πολιτική εθνικής ανεξαρτησίας, ουσιαστικά αποσκοπούσε στην επίτευξη του δεύτερου σταδίου της στρατηγικής του ΚΚΕ: στην εξασφάλιση όρων για τη δημοκρατική πορεία της χώρας που θα έδινε τη δυνατότητα, σε ένα επόμενο στάδιο, για την ομαλή δημοκρατική άνοδο στην εξουσία των δυνάμεων της «Λαοκρατίας».

Εντούτοις, ο Δεκέμβρης ήταν Κόκκινος. Ανεξαρτήτως των προθέσεων και των πολιτικών στοχεύσεων του ΚΚΕ, εξέφρασε τη δυναμική της κινητοποίησης του ίδιου του εργαζόμενου λαού της Αθήνας και του Πειραιά, πρώτα απ' όλα της εργατικής τάξης, για μια άλλη προοπτική. Όπως και κατά τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής, έτσι και στα Δεκεμβριανά, ήταν ο αστισμός και οι Βρετανοί, από τη μία πλευρά, και οι εαμικές λαϊκές δυνάμεις, από την άλλη, που είχαν αντιληφθεί τα κοινωνικά-ταξικά διακυβεύματα της αντιπαράθεσης. Όχι όμως και η ηγεσία αυτών των λαϊκών δυνάμεων…

Γιώργος Αλεξάτος